Συνεχίζεται ο πόλεμος των μυστικών υπηρεσιών καθώς η CIA πρωτοστατεί στις καταγγελίες ότι η Μόσχα παρενέβη, με τη βοήθεια χάκερ, στις αμερικανικές εκλογές για να στηρίξει τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων.

Αμερικανικός καπιταλισμός με αναβολικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το νέο σκηνικό που δημιουργείται στην Ουάσινγκτον καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ βάζει τις τελευταίες πινελιές στο υπουργικό συμβούλιο αλλά και σε κρίσιμα πόστα που θα καθορίσουν την εξωτερική πολιτική και την «άμυνα» της υπερδύναμης.

Από την επιλογή μεγαλοστελεχών επιχειρήσεων μέχρι την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Κίνα, η οποία είναι απόλυτα συμβατή με τις προεκλογικές εξαγγελίες του νέου προέδρου, το τέλος του 2016 φαίνεται να μας δίνει μια πικρή πρόβλεψη για το τι θα ακολουθήσει.

Η εβδομάδα ξεκίνησε με την ανακοίνωση ότι στην ανώτερη θέση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα τοποθετηθεί ο διευθύνοντας σύμβουλος της ExxonMobil Ρεξ Τίλερσον ― ύστερα από σχετική πρόταση της πρώην υπουργού Εξωτερικών και συμβούλου εθνικής ασφαλείας της κυβέρνησης Μπους, Κοντολίζα Ράις. Αν και ο αμερικανικός και ευρωπαϊκός Τύπος εστίασε (όχι αδίκως) την προσοχή του στις στενές σχέσεις που είχε στο παρελθόν ο Τίλσερσον με τη Μόσχα και προσωπικά με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, η επιλογή του συγκεκριμένου «πετρελαιά» έχει βαθύτερους συμβολισμούς.

Το πολιτικό κατεστημένο των ΗΠΑ φαίνεται να έχει απαξιωθεί πλέον όχι μόνο στα μάτια των πολιτών, που μαύρισαν στις εκλογές τους παραδοσιακούς εκπροσώπους του, αλλά και στα μάτια τμήματος της οικονομικής ελίτ που θέλει να αναλάβει την εξουσία χωρίς ούτε καν τους τυπικούς πολιτικούς μεσάζοντες που της προσφέρει η αστική δημοκρατία. Το συνεχιζόμενο πάρτι στην Γουόλ Στριτ και συγκεκριμένα η εκτίναξη του βιομηχανικού δείκτη Ντάου Τζόουνς, ο οποίος για πρώτη φορά στην ιστορία προσέγγισε τις 20.000 μονάδες, φανερώνει ποια τμήματα της αμερικανικής αστικής τάξης έχουν δώσει ήδη ψήφο εμπιστοσύνης στον νέο πρόεδρο.

Παράλληλα βέβαια συνεχίζεται με αμείωτη ένταση ο πόλεμος των μυστικών υπηρεσιών καθώς η CIA πρωτοστατεί στις ατεκμηρίωτες μέχρι στιγμής καταγγελίες ότι η Μόσχα παρενέβη με τη βοήθεια χάκερ στις αμερικανικές εκλογές για να στηρίξει τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων. Ο διχασμός στο βαθύ κράτος των ΗΠΑ, με την ηγεσία του FBI να έχει στηρίξει τον Τραμπ και τη CIA να τον υποσκάπτει σε κάθε του βήμα, δεν φαίνεται ότι θα γεφυρωθεί σύντομα ― εκτός αν ο νέος πρόεδρος προχωρήσει σε εκκαθαρίσεις τύπου Ερντογάν.

Ενδεικτική των ημερών που έρχονται ήταν και η τοποθέτηση του Ντέιβιντ Φρίντμαν ως πρέσβη στο Ισραήλ και μάλιστα όχι στο Τελ Αβίβ αλλά στην Ιερουσαλήμ ― την «αιώνια πρωτεύουσα του Ισραήλ», όπως την χαρακτήρισε ο Τραμπ (δανειζόμενος κάτι από την φρασεολογία του Αλέξη Τσίπρα). Ο Φρίντμαν χαρακτηρίζεται από την ισραηλινή εφημερίδα Χααρέτζ σαν «πιο ακραίος» και από τον Νετανιάχου, λόγω της στήριξης στους παράνομους ισραηλινούς εποικισμούς και τις προτάσεις του για ολοκληρωτική κατάληψη της Δυτικής Όχθης. Ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει τον Ομπάμα «αντισημίτη» λόγω της ενδοτικής, όπως έλεγε, στάσης του απέναντι στους Παλαιστίνιους!

Η σημαντικότερη είδηση των τελευταίων εβδομάδων βέβαια ήταν η νέα αντιπαράθεση του Πεκίνου με την Ουάσιγκτον, μετά την κατάσχεση από τους κινέζους ενός μη επανδρωμένου υποβρυχίου των ΗΠΑ, το οποίο όπως καταγγέλλουν κινούνταν στα κινεζικά χωρικά ύδατα. Η αντιπαράθεση, που καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές απειλούνταν με ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, έρχεται στον απόηχο των δηλώσεων Τραμπ, ο οποίος υποσχέθηκε εμπορικό και νομισματικό πόλεμο με το Πεκίνο ενώ αμφισβήτησε τη λεγόμενη πολιτική της «ενιαίας Κίνας» ― ουσιαστικά δηλαδή την απόφαση που έλαβε ο Νίξον το 1979 να αναγνωρίζει το Πεκίνο ως τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Κίνας και να διακόψει τις επίσημες διπλωματικές επαφές με την Ταϊβάν.

Η αντιπαράθεση με την Κίνα προκάλεσε και τις πρώτες εντάσεις των ευρωπαίων ηγετών με την επερχόμενη κυβέρνηση Τραμπ. Το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών στράφηκε με πολύ σκληρούς όρους εναντίον της πολιτικής Τραμπ για την Κίνα ενώ ο Γάλλος υπουργός Βιομηχανίας συμπλήρωσε ότι σε αυτή την αντιπαράθεση η Ευρώπη «δεν μπορεί να παραμείνει απλός θεατής». Στο ίδιο μήκος κύματος, αν και σε χαμηλότερους τόνους, η Άνγκελα Μέρκελ τόνισε ότι το Βερολίνο δεν πρόκειται να αλλάξει στάση απέναντι στην Κίνα. Είναι πλέον προφανές ότι σημαντικά τμήματα της ευρωπαϊκής οικονομικής ελίτ συνειδητοποιούν ότι μετά την Κίνα έρχεται και η δική τους σειρά να υποστούν τις συνέπειες ενός ανοιχτού εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ.

Θα πρέπει,βέβαια, να σημειωθεί ότι η επιθετικότητα της ομάδας Τραμπ στην εξωτερική πολιτική δεν συνιστά αλλαγή πλεύσης με την πολιτική Ομπάμα αλλά εμβάθυνσή της. Τα επεισόδια στη νότια σινική θάλασσα ανάμεσα σε πολεμικά σκάφη των ΗΠΑ και της Κίνας, τα οποία μπορούσαν να οδηγήσουν ανά πάσα στιγμή σε θερμό επεισόδιο, είχαν γίνει κανόνας και όχι εξαίρεση. Με συνεχείς επιχειρήσεις προβολής ισχύος ο αμερικανικός στόλος παρενοχλούσε εδώ και μήνες το Πεκίνο καθώς εισέρχονταν σε διαμφισβητούμενες περιοχές δοκιμάζοντας τις αντιδράσεις του γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων της Κίνας. Ακόμη και το υποβρύχιο που εγκλώβισαν οι Κινέζοι είχε αποστολή να συλλέξει στοιχεία για την τοποθέτηση σόναρ και άλλων μέσων ηλεκτρονικής παρακολούθησης.

Ούτε φυσικά υπάρχει κάποιος που να πιστεύει ότι σε περίπτωση εκλογής της Χίλαρι Κλίντον η Ουάσιγκτον θα ακολουθούσε πιο φιλική στάση απέναντι στους Παλαιστίνιους ή άλλες αραβικές χώρες. Οι δεσμοί του Δημοκρατικού Κόμματος με το ισραηλινό λόμπι ήταν παραδοσιακά πολύ πιο ισχυροί σε σχέση με τους Ρεπουμπλικάνους ενώ δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς κάποιον Αμερικανό πολιτικό που να έχει περισσότερες διασυνδέσεις με το Ισραήλ από την αποτυχημένη υποψήφια των Δημοκρατικών.

Η κλιμάκωση όμως της έντασης που θα φέρει το επιτελείο Τραμπ σε ολόκληρο τον πλανήτη, μπορεί να επιφέρει όχι μόνο ποσοτικές αλλά και ποιοτικές διαφορές. Και αυτό δυστυχώς σημαίνει θερμά επεισόδια, πολέμους και πολύ αίμα.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα Πριν – 18/12/2016