Διονύσης Ελευθεράτος
Εφημερίδα Πριν – 18/12/2016

Βρε μπας και εκείνη η Θάτσερ ήταν κρυπτο-λαϊκίστρια;

Πρώην βουλευτής του Ποτα­μιού, νυν –προφανώς και «αεί»– πρωταθλήτρια στις πι­σίνες του νεοφιλελευθερι­σμού, η Αντιγόνη Λυμπερά­κη παρέδωσε προσφάτως χρήσιμο τηλεοπτι­κό (Σκάι) μάθημα, μιλώντας για τους συνταξι­ούχους: «Πριν από την κρίση οι ηλικιωμένοι πραγματικά ήταν η ομάδα του πληθυσμού που είχε το μεγαλύτερο ποσοστό φτώχειας. Στην δι­άρκεια της κρίσης άλλαξε αυτό. Οι ηλικιωμένοι συγκράτησαν κάπως τα εισοδήματά τους και η φτώχεια έπεσε στις οικογένειες με παιδιά και ανεργία». Το συμπέρασμα: Οι άνω των 65 (σ.σ: έτσι, γενικώς…) απαρ­τίζουν μια μερίδα του πληθυσμού «που έχει βελτιώσει την θέση της τα τελευταία χρόνια»…

Όχι, δεν έχει νόημα να ανα­ρωτηθούμε εάν πήρε χαμπάρι πό­σες και ποιες περικοπές συντάξε­ων έγιναν τα τελευταία έξι χρόνια η κυρία Λυμπεράκη, η αξέχαστη και για την παλαιότερη ατάκα της περί του «ασυμβίβαστου» ανάμε­σα στην ιδιότητα του φτωχού και του …σωστού ψηφοφόρου. Πι­θανότατα τα λόγια της δεν προ­δίδουν προσωπική ασχετοσύνη, αλλά το απόσταγμα όσων αντιλή­ψεων συνθέτουν –και ταυτοχρόνως «νομιμο­ποιούν»– τον κοινωνικό δαρβινισμό, που βα­σιλεύει στη μονεταριστική ψυχούλα της. Δύο είναι, εν προκειμένω, τα «μαγικά ραβδιά» των «φιλελέδων»: Πρώτο, η ανακήρυξη της συγκρι­τικά μικρότερης (μέχρι νεωτέρας…) απώλειας σε «βελτίωση». Δεύτερο, ο κατακερματισμός, ο εγκλεισμός των ανθρώπων σε εικονικά «κουτά­κια», ανύπαρκτα στην πραγματική ζωή.

Χάρη στο πρώτο «ραβδί», πχ και ο άνερ­γος που ακόμη λαμβάνει κάποιο επίδομα εί­ναι «προνομιούχος», αν ληφθεί υπόψη πόσοι δεν παίρνουν ευρώ τσακιστό. Υπερβολή; Κα­θόλου. Απλή κατάληξη της «λογικής», με την οποία βαφτίζεται «κερδισμένος» εκείνος που μπορεί σήμερα να καλύψει το 50 ή 60% των βα­σικών αναγκών του, διότι ο γείτονας περιορίζε­ται στο 30%. Αλλά ας μην ανησυχεί και ο γείτο­νας… Ο κώδικας …κοινωνιολογικών αναλύσε­ων της Αντιγόνης Λυμπεράκη κι αυτόν θα τον τιμήσει, θα του βρει κάποια «προνομιακή» θέ­ση. Θα τον συγκρίνει λχ με τον παντελώς άπο­ρο ή τον άστεγο του διπλανού τετραγώνου και θα τον βρει «ΟΚ».

Το δεύτερο «μαγικό ραβδί» κάνει τη ση­μαντικότερη δουλειά. Πώς το έλεγε η Θάτσερ; «Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνον άτο­μα και οικογένειες». Άσε Μάργκαρετ, πολύ πί­σω ήσουν. Οι ιδεολογικοί σου απόγονοι βλέ­πουν μόνον άτομα, ούτε καν οικογένειες…

Διότι, σύμφωνοι, όταν νουθετούνταν επαγ­γελματίες, έμποροι, βιοτέχνες και εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα να επιδοκιμάσουν χαιρέ­κακα την κατάργηση των μισθών-«δώρων» και τις περικοπές αποδοχών στο δημόσιο, είχαμε σπορά «κοινωνικού αυτοματισμού» μιας κά­ποιας «πρώτης ταχύτητας». Περισσότερο λο­γικοφανούς.

Ο επαγγελματίας πιθανόν δεν σκεπτόταν αμέσως ότι ο πελάτης του δημόσιος υπάλλη­λος θα τον επισκεπτόταν κατά πολύ αραιότερα, ελλείψει επαρκών χρημάτων. Συνοικίες έχα­ναν σχολεία και νοσοκομεία, αλλά ο κόσμος «έπρεπε» να επιδοκιμάσει την «εξοικονόμη­ση». Η σταδιακή κατάργηση της έννοιας του δημόσιου αγαθού ονομαζόταν «νοικοκύρεμα».

Όπως γρήγορα αποδείχθηκε, η αποσάθρωση των εργασιακών σχέσεων και η δραματική μεί­ωση των μισθών σε όλο το οικονομικό φάσμα, προς εξασφάλιση «ανταγωνιστικότητας», ήταν φυσικά εξ αρχής αυτοτελής, θεμελιώδης στό­χος της πολιτικής, την οποία επέβαλαν τα μνη­μόνια. Θα ίσχυε, ακόμη κι αν απολύονταν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι της χώρας… Για μεγά­λο χρονικό διάστημα, βεβαίως, άλλα νόμιζαν οι πολλοί –και αρκετοί ακόμη αρνούνται να κα­ταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει. Εν πάση πε­ριπτώσει, όμως, να εύχεσαι την πτώση του άλ­λου επειδή νομίζεις, εσφαλμένα έστω, ότι έτσι θα διασωθείς εσύ, είναι μια έκφανση «κοινω­νικού αυτοματισμού», απαράδεκτη μεν, κατα­νοητή δε. Παραδίπλα όμως ελλοχεύει η πλή­ρης παράνοια…

Κι είναι αυτή ακριβώς η παράνοια που απειλεί να κάνει τη Θάτσερ να φαίνεται «σοφτ» νεοσυντηρητική! Διότι τα νοερά διαφορετικά «κουτάκια» δεν διαχώρισαν μόνο τον τζίρο του επαγγελματία από την οικονομική ευχέρεια που έχουν ή δεν έχουν πολλοί πελάτες του. Ούτε μόνο τον χαμένο 13ο και 14ο μισθό στο δημό­σιο τομέα από τη –διαρκώς υψωμένη– δαμό­κλειο σπάθη για «κάτι ανάλογο» και στον ιδιωτι­κό.

Τα νοερά «κουτάκια» έπλασαν μια ψεύτικη κοινωνία, στην οποία –ξέρετε– δεν υπάρχουν νοικοκυριά, ας πούμε, με έναν πατέρα δημό­σιο υπάλληλο και μια μητέρα λογίστρια σε ιδι­ωτική εταιρεία. Απολύθηκε εκείνη; Ε, μια ακό­μη περικοπή αποδοχών εκείνου, αν όχι και η απόλυσή του, θα …αποκαταστήσει τη δικαιοσύ­νη. Για «να μοιραστούν δικαιότερα τα βάρη της κρίσης». Ω, ναι, έτσι ζούμε, χωριστά όλοι. Από εδώ οι Τούτσι, από εκεί οι Χούτου. Δίπλα σιί­τες, πέρα σουνίτες. Ουδεμία μείξη…

Έρχεται λοιπόν τώρα η αξιότιμη κυρία Λυ­μπεράκη και απαλλάσσει τα «κουτάκια» κι από αυτήν ακόμη την υποχρέωση να ορίζονται με κρι­τήριο τον εργασιακό τομέα. Βρε δεν πα να δού­λεψε ο παππούς επί σαράντα χρόνια σε ότι πιο …ιδιωτικό υπήρχε; Τώρα, ακόμη κι αν η σύντα­ξή του έχει περικοπεί κατά πολύ, αυτός είναι ο «προνομιούχος», συγκρινόμενος με τον άνεργο εγγονό ή την εγγονή που δουλεύει για 250 ευ­ρώ «μαύρα». Δεν είναι ο τροφοδότης, «πληγω­μένος» έστω, ενός σπιτικού. Είναι απλώς «άτο­μο». Χωρίς καν τον οικογενειακό του περίγυρο, τον οποίο μνημόνευε εκείνη η …κρυπτο-λαϊκί­στρια, η Θάτσερ.

Μπορεί στον ΣΥΡΙΖΑ να τρί­βουν τα χέρια τους από ικανοποίηση, επειδή υπάρχουν Αντιγόνες και Κούλη­δες. Μπορεί να προσδοκούν ότι η σύγκριση με αυτούς θα καταδείξει πως «υπάρχουν και χειρότερα», θα προσδώσει κάποια ψήγματα πειστι­κότητας στα διάφορα «αναγκαζόμα­στε να κάνουμε πράγματα που δεν θέλουμε-οι άλλοι που τα θέλουν, να δείτε τι θα κάνουν». Το επαναλαμ­βάνουμε, όμως: Τα όποια οφέλη θα είναι πρόσκαιρα. Διότι ο ΣΥΡΙΖΑ, δικαιώνοντας εμπράκτως το «There Is Not Alternative», είτε το κατανο­εί είτε όχι υποβοηθά τη διεισδυτικό­τητα της πεμπτουσίας των νεοφιλε­λεύθερων αντιλήψεων.

Έτσι όπως πάει το πράγμα, είναι άμεσος ο κίνδυνος να κατασταλάξει στη συλλογι­κή συνείδηση ως ισχυρό συμπέρασμα η ιδέα πως το κακό με το ΣΥΡΙΖΑ δεν έγκειται στην ανυπαρ­ξία σχεδίου ρήξης με το ευρω-ιερατείο, ούτε στην ευρω-λαγνεία του, αλλά στις …νεανικές αποκο­τιές και τα «τσαλιμάκια» μερικών μηνών. Και τό­τε, ακόμη και οι …παλαβές «αναλύσεις» της κυ­ρίας Λυμπεράκη, ακόμη και ο ασυγκράτητος μο­νεταρισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενδέχεται να φαντάζουν ως πταίσματα μπροστά στον «κίν­δυνο» να διαταραχτεί το στάτους της «ήρεμης υποταγής»… Διότι αν «δεν υπάρχει άλλος δρό­μος», τότε είναι προτιμότεροι εκείνοι που ουδέ­ποτε καμώθηκαν πως έψαξαν λοξές ατραπούς. Απλά πράγματα. Και άκρως ζοφερά.

Φυσικά υπάρχει και το τμήμα της κοινωνί­ας που δεν θα αναγνωρίσει άλλοθι ή ελαφρυ­ντικά σε κανέναν και το οποίο είναι πολύ πιθα­νό να αναζητήσει εκπροσώπηση στην ακροδε­ξιά οποιασδήποτε μορφής. Και στη Χρυσή Αυ­γή, φυσικά. Εάν από τις δυνάμεις που κινού­νται στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεπηδήσει άμεσα κάτι, αν δεν ακουστεί –δυνατά αλλά και πειστικά– μια συνεκτική πρόταση πραγματικής διεξόδου, τότε η ροή των πραγμάτων φαντάζει μάλλον προδιαγεγραμμένη. Κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ επωμισθεί την ιστορική ευθύνη για την αμαύ­ρωση της Αριστεράς, σε ορίζοντα δεκαετιών, η ιστορική αδυναμία ημών των άλλων δεν θα εί­ναι απλός αστερίσκος. Αν διαρκέσει.

Κατά τα άλλα, ο ΣΥΡΙΖΑ το χαβά του… Τώρα θεωρεί «προοδευτικούς συμμάχους» τον Σουλτς και τον Ολάντ. Τον Φρανσουά, του οποίου η πολιτική οδήγησε …μια χαρά στο δίλημμα «Λεπέν ή Φιγιόν». Η Ευρώπη αλλά­ζει, μην ξεχνιόμαστε…