Σε κάθε προεκλογική εκστρατεία που πραγματοποιείται στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες υπάρχει μια συνάντηση των υποψηφίων με την οικονομική ελίτ που καθορίζει τις λεπτομέρειες της επόμενης ημέρας των εκλογών. Αν για τον Αδόλφο Χίτλερ ήταν η ομιλία του στο σύνδεσμο Γερμανών Βιομηχάνων του Ντίσελντορφ, στις 27 Ιανουαρίου του 1932, για τον Ντόναλντ Τραμπ και την Χίλαρι Κλίντον το σημαντικότερο «τραπέζωμα» της προεκλογικής εκστρατείας έγινε πριν από μερικές ημέρες στο φιλανθρωπικό δείπνο Αλ Σμιθ στην Αστόρια. Το «δείπνο του λευκού παπιγιόν» όπως είναι γνωστό πραγματοποιείται κάθε φορά πριν από τις προεδρικές εκλογές και συγκεντρώνει την ελίτ της… αμερικανικής οικονομικής ελίτ.

Παρά το γεγονός ότι αρκετοί από τους δισεκατομμυριούχους που ελέγχουν σήμερα τις ΗΠΑ -και μέσω αυτών ένα μεγάλο τμήμα του πλανήτη – έχουν εκφράσει ανοιχτά πλέον τη στήριξή τους στην Κλίντον (και ορισμένοι γιουχάρισαν τον Τραμπ στο δείπνο), υπήρχε κάτι που συνένωνε τους δυο υποψηφίους. Ο Τραμπ και η Κλίντον μιλούσαν σε παλιούς γνώριμους, με τους οποίους συνεργάζονται σε σχεδόν καθημερινή βάση εδώ και δεκαετίες. «Αυτή είναι η πρώτη φορά που η Κλίντον μιλά στους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ηγέτες της χώρας και δεν πληρώνεται για αυτό», αστειεύτηκε ο Τραμπ επιχειρώντας να μειώσει την αντίπαλό του και να τονίσει μια ειδοποιό, κατά τη γνώμη του, διαφορά: Ο ίδιος αποτελεί τμήμα της επιχειρηματικής ελίτ ενώ η Κλίντον μια πιστή υπηρέτρια της. Είναι ίσως ένα επιτυχημένο σχόλιο το οποίο όμως αφήνει πρακτικά αδιάφορο το υπόλοιπο 99,9 % του πληθυσμού.

Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που ο Τραμπ και η Κλίντον βρίσκονταν στην ίδια πλευρά του τραπεζιού. Ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων και ο γιός του είχαν ενισχύσει οικονομικά την Κλίντον το 2002, το 2005, το 2006 και το 2007 ενώ είχαν προσφέρει επιπλέον 100.000 ευρώ στο ίδρυμα Κλίντον. Οι δυο πολιτικές οικογένειες είχαν συναντηθεί αρκετές ακόμη φορές σε κοινωνικές εκδηλώσεις όπου η μια πλευρά καλούσε την άλλη και την αντιμετώπιζε σαν τιμώμενο καλεσμένο.

Μέχρι και τη δεκαετία του ’90 αρκετές από τις εκλογικές μάχες στις ΗΠΑ αντικατόπτριζαν έντονες αντιπαραθέσεις και στο εσωτερικό της αμερικανικής οικονομικής ελίτ. Ενώ δηλαδή κανένα από τα κόμματα δεν προσέφερε ουσιαστική εναλλακτική στις μάζες των Αμερικανών πολιτών, οι υποψήφιοι τάσσονταν λιγότερο ή περισσότερο φανερά στο πλευρό συγκεκριμένων κλάδων της αμερικανικής οικονομίας. Συχνά η διαφοροποίηση αυτή έπαιρνε και χαρακτηριστικά μιας καρικατούρας, καθώς οι δυο υποψήφιοι τόνιζαν την καταγωγή τους ως στοιχείο διαφοροποίησης από τον αντίπαλό τους. Η «Βαθιά Αμερική» του Τέξας, την οποία εξέφρασε η οικογένεια Μπους, βρίσκονταν πολύ πιο κοντά στο βιομηχανικό κεφάλαιο και τους εμπόρους όπλων και πετρελαίου σε σχέση με τους Δημοκρατικούς που έπαιζαν ανοιχτά το παιχνίδι του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου της Γουόλ Στριτ. Καθώς όμως η διάκριση βιομηχανικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου πέρασε στο παρελθόν μαζί της εξαφανίστηκε και η πολιτισμική διαφοροποίηση των υποψηφίων.

Παρά το γεγονός ότι η περσόνα του Ντόναλντ Τραμπ ξυπνά σε ολόκληρο τον πλανήτη αληθινό φόβο για τα σκοτεινά πολιτικά τέρατα που μπορεί να δημιουργήσουν οι ΗΠΑ, ο ίδιος απέχει από τις οπισθοδρομικές αξίες των γελαδάρηδων του Τέξας. Για την ακρίβεια είναι πιο Νεοϋορκέζος από τους περισσότερους πολιτικούς του αντιπάλους. Έχοντας κληρονομήσει από τον πατέρα του μια επιχειρηματική αυτοκρατορία αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων (σε σημερινές τιμές), βρέθηκε από πολύ μικρή ηλικία στα ίδια σαλόνια όπου έπιναν τα ποτά τους ορισμένοι από τους ανθρώπους που τώρα δηλώνουν ορκισμένοι εχθροί του.

Όπως εξηγούσε πριν από μερικούς μήνες η ηλεκτρονική έκδοση Ίντερσεπτ «τον Ντόναλντ Τραμπ δεν τον γνωρίσαμε από κάποιο newsletter της Κου Κλουξ Κλαν, αλλά από τα περιοδικά TIME και Esquire. Την πρώτη του τηλεοπτική εκπομπή δεν την παρουσίασε το κανάλι της Βαπτιστικής Εκκλησίας του Ουέστμπορο (γνωστή για το κήρυγμα μίσους εναντίων των Εβραίων και των γκέι), αλλά το δίκτυο NBC. Τον δημιούργησαν άνθρωποι που θαύμαζαν τον Αντι Γουόρχολ και όχι τον (ακροδεξιό τηλε-ευαγγελιστή) Τζέρι Φάλγουελ».

Ήταν λοιπόν η λεγόμενη «φιλελεύθερη» Αμερική που σαν άλλος Φρανκενστάιν θα δημιουργούσε το τέρας που ακούει στο όνομα Ντόναλντ Τραμπ. Η ίδια δηλαδή Αμερική που δημιούργησε και την Κλίντον.
Η Χίλαρι από την πλευρά της βρέθηκε από τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας να υπηρετεί αυτούς τους ανθρώπους. Πίσω από μια βιτρίνα αφιλοκερδούς συμμετοχής σε φιλανθρωπικές οργανώσεις, η υποψήφια των δημοκρατικών συμμετείχε παράλληλα στα διοικητικά συμβούλια επιχειρηματικών κολοσσών που καθόρισαν την πορεία της αμερικανικής οικονομίας. Ίσως η πιο εμβληματική θέση της ήταν στο διοικητικό συμβούλιο της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Γουόλμαρτ, όπου έβαζε πράσινες, οικολογικές πινελιές στο προφίλ της εταιρείας ενώ υπογείως προωθούσε εργασιακές σχέσεις που παραπέμπουν στην εκμετάλλευση των πρώτων χρόνων της βιομηχανικής επανάστασης. Στην πορεία της βέβαια παρείχε και την στήριξή της σε πιο παραδοσιακούς παίκτες της αμερικανικής οικονομίας, όπως ο πετρελαϊκός κολοσσός ExxonMobil – σχέσεις τις οποίες ανέδειξε στη δική του προεκλογική εκστρατεία ο Μπέρνι Σάντερς και επιβεβαίωσαν πέραν πάσης αμφιβολίας οι διαρροές του Wikileaks.

Το γεγονός ότι το πολιτικό, οικονομικό και μιντιακό κατεστημένο έχει πλέον επιλέξει ξεκάθαρα να ταχθεί στο πλευρό της Χίλαρι Κλίντον δεν αλλάζει το γεγονός ότι πρόκειται για δυο πανομοιότυπα πολιτικά όντα. Απλώς ο Τραμπ δοκιμάζει την τύχη του καταφεύγοντας σε μεθόδους πολιτικής προπαγάνδας που παραπέμπουν στην χιτλερική Γερμανία, προσπαθώντας να αποσπάσει την ψήφο των λευκών, μεσαίων και χαμηλότερων στρωμάτων που συνθλίβονται από την κρίση ενώ η Κλίντον παραμένει στις δοκιμασμένες προεκλογικές πρακτικές που χρησιμοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Η Κλίντον και ο Τραμπ δεν αποτελούν τις διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος αλλά την ίδια όψη.

Άρης Χατζηστεφάνου

Εφημερίδα Πριν 29/10/2016

CLOSE
CLOSE