Θωμάς Ψήμμας*
Πηγή: Efsyn

Το χρονικά πρότερο και λογικά αναγκαίο ερώτημα που (πρέπει να) τίθεται πριν την εφαρμογή κάθε κανόνα δικαίου είναι «γιατί πρέπει να τον υπακούμε;». Παραδείγματος χάριν, ανακύπτει προκλητικό το ερώτημα τι είναι αυτό που διαφοροποιεί Ζαν Κλοντ Γιούνκερ τη φορολογική υποχρέωση του πολίτη απέναντι στο κράτος από το ποινικό αδίκημα της κλοπής, αν ορισμένο χρηματικό ποσό εισπραχθεί χωρίς τη θέλησή σου από ένα άλλο άτομο;

Το –κατά Μαξ Βέμπερ- «κρατικό μονοπώλιο της νόμιμης βίας» χρήζει, συνεπώς, μιας στοιχειώδους νομιμοποίησης. Διαχρονικά έχουν διατυπωθεί δύο μεγάλες οικογένειες θεωριών για την ανεύρεση της νομιμοποιητικής βάσης των κανόνων δικαίου. Η πρώτη θεωρητική οικογένεια δίνει έμφαση στη διαδικασία παραγωγής των κανόνων, δηλαδή στην τήρηση ενός προκαθορισμένου, γενικού κι αφηρημένου τελετουργικού για τη λήψη αποφάσεων και τη θέση σε ισχύ δεσμευτικών επιταγών του εκάστοτε κυριάρχου (διαδικαστική νομιμοποίηση).

Η δεύτερη θεωρητική προσέγγιση προχωρά ένα βήμα παραπέρα κι αξιώνει τη συμφωνία ή, τουλάχιστον, τη μη ασυμβατότητα των κανόνων δικαίου με ορισμένα αντικειμενικοποιημένα minima από πλευράς περιεχομένου (π.χ. ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, δημοκρατία, ανθρώπινη αξιοπρέπεια), δηλαδή την ουσιαστική νομιμοποίηση του δικαίου. Έτσι, σε ένα σύγχρονο φιλελεύθερο, δημοκρατικό και κοινωνικό κράτος δικαίου, ο τύπος και το περιεχόμενο αποτελούν παραπληρωματικές εκφάνσεις του ίδιου –θεμελιώδους για την υπόσταση του δικαίου- νομιμοποιητικού φαινομένου.

Στην πρόσφατη απόφαση της ΓΣ της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, μετά από πρόταση του Πρύτανη, κ. Περικλή Μήτκα, για την αναγόρευση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, σε επίτιμο διδάκτορα της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, πολύ φοβάμαι ότι παραβιάστηκαν τόσο διαδικαστικές όσο και ουσιαστικές εγγυήσεις παραγωγής μιας νομότυπης και άξιας υπακοής συλλογικής απόφασης.

Όσον αφορά στο διαδικαστικό σκέλος της απόφασης επιτιμοποίησης του κ. Γιούνκερ μπορούμε να επισημάνουμε τα παρακάτω:

Πρώτον, η απόφαση παρουσιάζεται ως «ομόφωνη», ενώ αποδεδειγμένα (κατόπιν προσωπικής μου μίνι έρευνας για το θέμα) υπάρχουν καθηγητές της Νομικής Σχολής ΑΠΘ που δεν γνώριζαν καν το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν αντιλήφθηκαν ποτέ ότι είχε συμπεριληφθεί στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης και βρέθηκαν προ τετελεσμένων μαθαίνοντάς το εκ των υστέρων από τα sites, στα οποία ζήτησε η Πρυτανεία να διαρρεύσει η ανακοίνωση.

Δεύτερον, το αιτιολογικό της κρίσης της ΓΣ αναπαράγει έναν στείρο και άκρως επικίνδυνο, στην έσχατη ερμηνευτική του εκδοχή, νομικό θετικισμό. Η επιτιμοποίηση του Γιούνκερ δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο τιμώμενος αποτελεί τον πρώτο δημοκρατικά νομιμοποιημένο (έστω και έμμεσα, «εν μέρει ευθέως» κατά την παιγνιώδη διατύπωση της ανακοίνωσης) Πρόεδρο της Κομισιόν.

Για να προχωρήσω το επιχείρημα της ΓΣ λίγο παραπάνω, μήπως με τη λογική της δημοκρατικής νομιμοποίησης καθαγιάζεται μια για πάντα και ο Χίτλερ, ο οποίος διέπραξε τις ναζιστικές φρικαλεότητες με την άμεση έγκριση -αρχικά τουλάχιστον- της πλειοψηφίας του γερμανικού λαού;

Τρίτον, η τελετή αναγόρευσης θα πραγματοποιηθεί στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, δηλαδή σε έναν χώρο που δεν συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το πανεπιστημιακό ίδρυμα, το οποίο τιμά τον Πρόεδρο της Κομισιόν. Για τους διοργανωτές της τελετής φαίνεται πως ο φόβος «επεισοδίων» δικαιολογεί την πλήρη αποξένωση της επιτιμοποίησης από το παραμικρό ίχνος (συμ)μετοχής στις διεργασίες της ακαδημαϊκής κοινότητας. Η ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία δεν εκφράστηκε στην ολότητά της επί της πρότασης, δεν θα έχει καν τη δυνατότητα να παρευρεθεί (όποιος τουλάχιστον το επιθυμεί) σε μια «κλειστή» κάστα προσκεκλημένων, καταρτισμένη κατά πάσα πιθανότητα με τη σύμφωνη γνώμη του τιμώμενου.

Τέταρτον, η αναγόρευση κάποιου προσώπου σε θέση επίτιμου διδάκτορα Σχολής ελληνικού Α.Ε.Ι. προϋποθέτει είτε πολύτιμη υπηρεσία στο Έθνος είτε διαπρεπή παρουσία στην επιστήμη, στην τέχνη ή στα γράμματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο τιμώμενος δεν διαθέτει κάποιο άξιο βράβευσης επιστημονικό υπόβαθρο στον τομέα της Νομικής Επιστήμης, παρά μόνο μακρόχρονη παρουσία σε πολιτικά αξιώματα, τόσο στο Λουξεμβούργο όσο και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Άρα, μένει να εξετάσουμε αν τυχόν ο κ. Γιούνκερ έχει προσφέρει κάποια πολύτιμη υπηρεσία στο Έθνος. Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η ομοσπονδοποίηση της Ένωσης δεν έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούμε να ομιλούμε για ευρωπαϊκό έθνος ή ευρωπαϊκό δήμο, η επιτιμοποίηση του προέδρου της Κομισιόν προϋποθέτει ουσιαστικά κάτι πολύ πιο βαθύ από αγαθές υπηρεσίες του κ. Γιούνκερ προς το ελληνικό Έθνος.

Η απόφαση της ΓΣ της Νομικής Σχολής ΑΠΘ υπονοεί αξιωματικά, προβαίνοντας σε λήψη του ζητουμένου, ότι η μοίρα του ελληνικού Έθνους -ως πολιτικής και πολιτισμικής οντότητας- είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τη μοίρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, δηλαδή μιας διακρατικής (κατ’ ουσίαν διακυβερνητικής) οικονομικής και νομισματικής ένωσης αντίστοιχα.

Η άρρηκτη σύνδεση Ελλάδας-Ε.Ε., όμως, δεν είναι και τόσο αυταπόδεικτη, όσο παρουσιάζεται στην ανακοίνωση, ούτε παρελθοντικά (μέχρι το 1981 υπήρχε ελληνικό έθνος χωρίς τη συμμετοχή της χώρας στην Ε.Ε.) και, το κυριότερο, ούτε στο παρόν, καθώς μια (μειοψηφική μεν, σημαντική δε) μερίδα συμπολιτών μας όχι απλώς αμφισβητεί ανοιχτά, αλλά και προσπαθεί να ανατρέψει τη συμμετοχή της Ελλάδας στις διεργασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ως προς το σκέλος της ουσιαστικής νομιμοποίησης, αξίζει να αναφέρουμε ορισμένες «στιγμές» της Προεδρίας Γιούνκερ, προκειμένου να δούμε πως αντιλαμβάνεται ο τιμώμενος την ελευθερία, την ισότητα, την αλληλεγγύη και τη δημοκρατία, δηλαδή τα αξιακά και κανονιστικά βάθρα του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Πρώτον, ως «ελευθερία», υπό το πρίσμα του περίφημου «αναπτυξιακού πακέτου» Γιούνκερ, νοείται αποκλειστικά και μόνο η οικονομική ελευθερία του ιδιώτη επενδυτή. Οδηγούμαστε, συνεπώς, στο εξής παράδοξο: Μια κατεξοχήν σχολή των Ανθρωπιστικών Επιστημών (Νομική Σχολή) βραβεύει ένα πρόσωπο, το οποίο, από κομβική θεσμική θέση, τάσσεται αναφανδόν υπέρ της πλήρους υπαγωγής της ακαδημαϊκής ελευθερίας στην οικονομική αποδοτικότητα, δηλαδή της «γνώσης» και της «κρίσης» στην «αγορά».

Το επόμενο λογικό βήμα στον συλλογισμό Γιούνκερ είναι ο διχαστικός διαχωρισμός των φοιτητών σε «παραγωγικούς» (Θετικές-Τεχνολογικές Επιστήμες) και σε «αντιπαραγωγικούς» (Κοινωνικές-Ανθρωπιστικές Επιστήμες).

Δεύτερον, η ισότητα μάλλον δεν αποτελεί και πρωταρχική μέριμνα του προέδρου της Κομισιόν, καθώς εκφράζοντας τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιχειρηματολόγησε ανοιχτά υπέρ της δυσμενούς μεταχείρισης των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, τα οποία βρίσκονται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής («Μνημόνιο»), δηλαδή σε σχέση δανειστή-οφειλέτη με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, έναντι των υπόλοιπων «κανονικών» κρατών-μελών, όσον αφορά τη δέσμευση των αρχών από το –υποτυπώδες- εργασιακό και κοινωνικό κεκτημένο της Ένωσης.

Τρίτον, στο πλαίσιο της διακρατικής αλληλεγγύης ο τιμώμενος εξετάζει ως μελλοντικά βιώσιμη λύση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη δημιουργία μιας Ένωσης «πολλαπλών ταχυτήτων», στην οποία εξ ορισμού δεν υφίσταται το παραμικρό κανονιστικό έδαφος για δεσμούς αλληλεγγύης, καθώς τύποις πλέον κάποια ισχυρά ζώα θα είναι «πιο ίσα» (πλεονασματικό Κέντρο) από τα ασθενικά υπόλοιπα (ελλειμματική Περιφέρεια).

Τέταρτον, ο κ. Γιούνκερ ως Πρόεδρος της Κομισιόν αρέσκεται στα τελεσίγραφα (βλέπε take it or leave it πρόταση Γιούνκερ που τέθηκε σε δημοψήφισμα στις 5.7.2015), κάτι που αποδεικνύει τη μειωμένη ευαισθησία του για τις αρχές μιας διαφανούς δημοκρατικής διαβούλευσης. Η στάση του στο ελληνικό δημοψήφισμα φανερώνει την έλλειψη σεβασμού του τιμώμενου απέναντι σε μια «εξαιρετική» μορφή έκφρασης του κυρίαρχου λαού, θεσμικά προβλεπόμενη στον καταστατικό χάρτη της αστικής δημοκρατίας (Σύνταγμα). Πριν τη διενέργεια του δημοψηφίσματος καταστροφολογούσε, από κοινού με τα συστημικά media για τις συνέπειες του «όχι» και, όταν το «όχι» έγινε «ναι» από την ελληνική κυβέρνηση, εξέφρασε την ανακούφισή του για την αναίρεση του αποτελέσματος και για την αποτροπή ενεργοποίησης της «αστόχαστης» επιλογής του κυρίαρχου λαού.

Υ.Γ. Είχα τη σπάνια χαρά να παρευρεθώ προ πενταετίας στην αξέχαστη τελετή για την αναγόρευση του πολυτάλαντου Ρομπέρτο Μπενίνι σε επίτιμο διδάκτορα της Σχολής Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ. Κοσμοπλημμύρα φοιτητών, καθηγητών και πολιτών της Θεσσαλονίκης, ο Μπενίνι αυτοσχεδίαζε συγκινημένος από την τιμή και ένα ζωντανό πανεπιστήμιο έβρισκε επιτέλους σημείο επαφής με τη δημιουργική -καλλιτεχνική εν προκειμένω- κοινωνία των πολιτών.

Στον αντίποδα, ο Γιούνκερ θα «τιμηθεί» σε κλειστό κύκλο, με έναν ψυχρό τεχνοκρατικό λόγο, πέρα και έξω από τους σφυγμούς της κοινωνίας και τον ακαδημαϊκό κριτικό αναστοχασμό λόγων και έργων.

Ο εμπνευστής, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής του αριστουργηματικού «Η Ζωή είναι Ωραία» τιμήθηκε γιατί αποδεικνύει διαχρονικά μέσα από το έργο του ότι η τέχνη μπορεί να γεννήσει την καθημερινή ελπίδα ενός καλύτερου και δικαιότερου κόσμου και να διατηρήσει αλώβητη την αιώνια αγάπη ακόμη και μες στη φρίκη ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης.

Ο πρόεδρος της Κομισιόν έχει ως κύριο «παράσημο» στο πέτο του ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη μετατροπή μιας -υπό διαρκή κατασκευή- Ένωσης κρατών σε μια απομαγευμένη δυστοπία για τους –τσακισμένους από το κοινωνικό ζήτημα- ευρωπαϊκούς λαούς, ανακυκλώνοντας πολιτικές «αναγκαίου κακού» (There Is No Alternative) που ρίχνουν νερό στο μύλο των «αντισυστημικών» νοσταλγών των μεσοπολεμικών στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Πρωτότυπος τίτλος κειμένου: Διαδικαστική και ουσιαστική νομιμοποίηση των κανόνων δικαίου: Η επιτιμοποίηση του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR