Θανάσης Σκαμνάκης
Πηγή: ΠΡΙΝ

Το βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ, δίνει στον αναγνώστη μια συνολική και σε βάθος εικόνα του σημερινού κόσμου, είναι ένας μαρξισμός σαφής και κατανοητός χωρίς να είναι εγχειδιακός, ένας πρώτης τάξεως οδηγός, πολύ περισσότερο για τα νέα παιδιά. Κατανοεί κανείς διαβάζοντας όχι μόνο την πραγματικότητα αλλά εν πολλοίς και τον παρεξηγημένο Μαρξ (και τους άλλους κλασικούς).

Η δυνατότητα και αναγκαιότητα ανατροπής του καπιταλισμού για να επιβιώσει ο πλανήτης

Το καινούργιο βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη διαπραγματεύεται τα βασικά από τα σύγχρονα προβλήματα του κόσμου μας. Προσεγγίζει τις κρίσιμες πλευρές της σημερινής πραγματικότητας και επιχειρηματολογεί για το πως η Ιστορία συνιστά πεδίο δυνατοτήτων και πως η δυνατότητα ανατροπής του καπιταλισμού και εγκαθίδρυσης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, ως μεταβατικής, για το πέρασμα στον κομμουνισμό, καθίσταται αναγκαία, όχι μόνο για να εγκατασταθούν μη εκμεταλλευτικές σχέσεις στον κόσμο αλλά και (εξ αυτού) για να επιβιώσει ο πλανήτης.

Αποκαθιστά, όπως το υπονοεί και ο τίτλος, την ιδέα της προόδου, και της ανάπτυξης που την ακολουθεί, έννοιες που στις ημέρες μας τείνουν να γίνουν υπερταξικές και σχεδόν υπερφυσικές.

Οι ιδέες της προόδου και της ανάπτυξης, συμπληρωματική η μία προς την άλλη, σημαίνουν αύξηση της παραγωγικότητας, αύξηση της παραγωγής υπεραξίας, ένταση της εκμετάλλευσης, ανεργία, περιθωριοποίηση μέρους της εργατικής δύναμης. Δηλαδή, ό,τι είναι πρόοδος για μια τάξη είναι εκμετάλλευση και ένταση της αποξένωσης για την άλλη. Συνεπώς οι έννοιες δεν είναι ταξικά ουδέτερες. Αυτό συνιστά μια ουσιαστική και εμπεριστατωμένη απάντηση στις απόψεις, που προέρχονται κι από δυνάμεις της Αριστεράς, περί «ανάπτυξης», «παραγωγικής ανασυγκρότησης» και άλλα παρόμοια, αταξικά, ασαφή και εν τέλει δανεικά από το αστικό σχέδιο. Μην παραβλέψουμε πως με βάση την ιδέα της ανάπτυξης πορεύτηκαν οι λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες και μαζί τους τα κομμουνιστικά κόμματα της “Δύσης”. Και είδαμε τα χαϊρια τους.

Με βάση αυτή τη σαφή διάκριση πρέπει να τεθούν οι στόχοι του εργατικού κινήματος, λέει ο συγγραφέας, με πρώτιστον εκείνον της μείωσης του χρόνου εργασίας. «Η τεχνολογική πρόοδος συνεπάγεται την ένταση της εκμετάλλευσης, τον γενικευμένο ανταγωνισμό, την ανεργία, την περιθωριοποίηση και την καταστροφή μέρους της εργατικής δύναμης. Μια μείωση της εργάσιμης ημέρας θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις καταστροφικές συνέπειες του καταμερισμού της εργασίας». Και μόνο αυτό μπορεί να αποδείξει, πως (στις ημέρες μας με ιδιαίτερη ένταση λόγω της κρίσης) η πρόοδος για τους μεν είναι οπισθοδρόμηση για τους δε.

Όμως, ο αλλοτριωμένος στον καπιταλισμό άνθρωπος ζει στον κόσμο της ιδεολογίας, δηλαδή σε έναν κόσμο συσκοτισμένο από την ιδεολογία, σ’ έναν κόσμο μυστικοποίησης. Κι έτσι τα θύματα της εκμετάλλευσης, αλλοτριωμένα, δεν κατανοούν την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζουν, «τρώνε» το παραμύθι της κατανάλωσης, της ανάπτυξης και της προόδου, δεν κατανοούν και δεν στρατεύονται στην ιδέα της ανατροπής.

Αλλά η ανατροπή, η επανάσταση, ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός, η εγκατάλειψη της βαρβαρότητας των εκμεταλλευτικών σχέσεων, δεν είναι αναπόφευκτη ως νομοτέλεια. Είναι πράξη της ίδιας των εργατικής τάξης και των καταπιεζόμενων στρωμάτων του πληθυσμού. Η απελευθέρωση τους από τα δεσμά είναι δική τους. Πως αυτή η αλήθεια ως ιδέα θα μετατραπεί σε πράξη;

Πολύ περισσότερο που η καπιταλιστική βαρβαρότητα απειλεί πολλαπλώς με καταστροφή. Η συνεχής αναζήτηση του κέρδους (η ακριβής έννοια της ανάπτυξης για τους καπιταλιστές), οδηγεί στην ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση όχι μόνο της εργασίας αλλά και του πλανήτη. Στο βιβλίο ο Ε.Μ. θέτει το ερώτημα: μπορεί να επιβιώσει η ανθρωπότητα αν συνεχίζει να εφαρμόζει το σημερινό πρότυπο ζωής;

«Στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες… οι σχέσεις ανθρώπου-φύσης καθιστούν δυνατή τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, άρα την αναπαραγωγή των όρων της παραγωγής και των υπαρκτών κοινωνικών σχέσεων… Η παραγωγική διαδικασία αποκτά στον καπιταλισμό μια σχετική αυτονομία από τους φυσικούς όρους. Αντίστοιχα, η αγορά αποδεσμεύεται σχετικά από τις πραγματικές, ουσιαστικές ανάγκες της κοινωνίας. Η παραγωγή, η φύση και η εργατική δύναμη υποτάσσονται τώρα στο κεφάλαιο… Σκοπός της παραγωγής είναι τώρα η δημιουργία εμπορευμάτων, ανταλλακτικών αξιών, και μέσω αυτής της διαδικασίας η ιδιοποίηση της παραγόμενης υπεραξίας… το εμπόρευμα σήμα του καπιταλισμού στην αιματοβαμμένη σημαία του».

Πρόκειται για την πιο ακριβή και περιεκτική περιγραφή της σημερινής ζωής και την αντιθέσεών της.

Τα συμπεράσματά του δεν είναι παρήγορα. Ο ανταγωνισμός που είναι σύμφυτος με τον καπιταλισμό, γεννά διαρκώς νέα προβλήματα χωρίς να επιλύει τα παλιά, συσσωρεύοντας απειλητικά σύννεφα πάνω από τον πλανήτη. Το αδιάκοπο κυνηγητό του κέρδους δεν επιτρέπει σε κυβερνήσεις και καπιταλιστές, στα ογκώδη πλέον οικονομικά συγκροτήματα να συναισθανθούν και να περιορίσουν την αδηφαγία τους, απειλώντας με ολική καταστροφή τον κόσμο.

Οπότε το αίτημα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» παίρνει μια κυριολεκτική διάσταση, όσο ποτέ άλλοτε. Υπό αυτήν την έννοια το ζήτημα της προστασίας του περιβάλλοντος παίρνει το ουσιαστικό ταξικό του περιεχόμενο. «Το αυθεντικό οικολογικό κίνημα είναι ενδογενώς αντικαπιταλιστικό», γράφει.

Ο Ευτύχης Μπιτσάκης είναι από τους πρωτοπόρους μαρξιστικές της φιλοσοφίας του ανθρώπου. Και υπό αυτή την ιδιότητα, και με την ασφαλή γνώση, επανέρχεται στα θέμα της ηθικής σε μια τεχνοκρατούμενη κοινωνία και ιδιαίτερη της ηθικής της επιστήμης και των επιστημόνων. Γύρω από αυτό αναπτύσσει και τις σκεψεις του για τους σημερινούς πολέμους, για την πυρηνική απειλή ως συνιστώσα της διπλωματίας αλλά και συνολικά την απειλή που συνιστά η συγκέντρωση ραδιενεργών στοιχείων στο έδαφος, το υπέδαφος και την ατμόσφαιρα.

Μέσα σε αυτό το συνολικό πλαίσιο, εξετάζεται και το θέμα της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», ο ρόλος της παλαιάς ΕΟΚ και της τωρινής ΕΕ. Ο συγγραφέας υπενθυμίζει τις παλιές προφητικές θέσεις της Αριστεράς στην Ελλάδα σχετικά με την ΕΟΚ «λάκκο των λεόντων» αλλά και θεωρεί δεδομένη τη σημερινή πραγματικότητα, και άρα το αίτημα της εξόδου ως αμφίβολης αξίας. Παραθέτει επιχειρήματα και σκέψεις, που πρέπει να μελετηθούν προσεκτικά και από εκείνους που δεν συμφωνούν μαζί τους.