Βαρύτατες καταγγελίες για τη στάση της ελληνική αστυνομίας απέναντι σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού όπως οι άστεγοι, οι χρήστες ναρκωτικών και τα εκδιδόμενα άτομα στην Αθήνα, εξαπολύει η Human Rights Watch.

Ύστερα από πολύμηνη έρευνα η HRW κατέγραψε περιστατικά παρενόχλησης και κατάχρησης εξουσίας ενώ γίνεται λόγος ακόμη και για παρεμπόδιση των ατόμων αυτών σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.

Τα περισσότερα περιστατικά καταγράφηκαν κατά τη θητεία της προηγούμενης κυβέρνησης. Παρόλα αυτά η οργάνωση εκφράζει έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι το νέο σχέδιο αστυνόμευσης για το κέντρο της Αθήνας, θέτει μεταξύ άλλων στο στόχαστρο Εκδιδόμενες γυναίκες, παρότι το επάγγελμα των εκδιδόμενων επ’ αμοιβή προσώπων δεν είναι παράνομο».

Δείτε το μίνι ντοκιμαντέρ που παρουσίασε η HRW για τις καταγγελίες εναντίον της Ελληνικής Αστυνομίας.

Η ανακοίνωση της Humanr Rights Watch

(Αθήνα, 6 Μαΐου 2015) – Η αστυνομία στην Αθήνα προβαίνει συχνά σε παρενόχληση και καταχρηστικές ενέργειες κατά των αστέγων, των χρηστών ναρκωτικών ουσιών και των εκδιδόμενων ατόμων, δήλωσε σήμερα η Human Rights Watch. Οι έλεγχοι της αστυνομίας και η αυθαίρετη κράτηση ατόμων που ζουν ή βρίσκονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας παρεμποδίζουν την πρόσβαση των ατόμων αυτών στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης και υποστήριξης.

Όπως διαπίστωσε η Human Rights Watch, η αστυνομία σταματά για έλεγχο και θέτει υπό κράτηση ανθρώπους που είναι άστεγοι, κάνουν χρήση ναρκωτικών ή εκδίδονται στο κέντρο της πόλης, ενώ περπατούν στον δρόμο, περιμένουν το λεωφορείο ή επισκέπτονται ένα κέντρο ημέρας όπου μπορούν να σιτιστούν, να πλυθούν ή να λάβουν στήριξη. Η αστυνομία έχει μάλιστα σταματήσει αρκετές φορές για έλεγχο συμμετέχοντες σε δράσεις δρόμου καθώς και μια ερευνήτρια της Human Rights Watch, ενώ στο πλαίσιο ενός ελέγχου έθεσε υπό κράτηση και υπέβαλε τα μέλη της ομάδας δρόμου σε σωματική έρευνα.

«Η νέα κυβέρνηση έχει αναλάβει σημαντικές δεσμεύσεις να αλλάξει την προσέγγισή της όσον αφορά την αστυνόμευση στο κέντρο της Αθήνας· ωστόσο, απαιτούνται συγκεκριμένες νομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις για να σταματήσουν αυτές οι καταχρηστικές πρακτικές», δήλωσε η Eva Cossé, ειδική επί θεμάτων που αφορούν την Ελλάδα στη Human Rights Watch. «Η δίωξη και κράτηση ατόμων χωρίς βάσιμο λόγο συνιστά σπατάλη των λιγοστών πόρων της Ελλάδας και δεν έχει κανένα νόημα».

Στις αρχές Φεβρουαρίου 2015, λίγο μετά την άνοδό της στην εξουσία, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ανακοίνωσε το τέλος των καταχρηστικών αστυνομικών επιχειρήσεων «σκούπα» εναντίον των μεταναστών στην Αθήνα. Η Human Rights Watch είχε καταγράψει περιστατικά καταχρηστικών ελέγχων εξακρίβωσης στοιχείων και σωματικής έρευνας, κακομεταχείρισης από την αστυνομία, καθώς και περιπτώσεις αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας στο πλαίσιο των επιχειρήσεων «σκούπα». Στις 6 Απριλίου, ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Γιάννης Πανούσης, τόνισε την ανάγκη μη κατασταλτικής προσέγγισης των ζητημάτων του κοινωνικού αποκλεισμού, μεταξύ άλλων και μέσω της υποστήριξης ευπαθών ομάδων πληθυσμού όπως είναι οι άστεγοι.

Ωστόσο, η Ελληνική Αστυνομία έχει παρουσιάσει ένα νέο σχέδιο αστυνόμευσης για το κέντρο της Αθήνας, το οποίο περιλαμβάνει στοχευμένες επιχειρήσεις εναντίον ανθρώπων που είναι ύποπτοι για παράνομο εμπόριο, για χρήση ή εμπορία ναρκωτικών ή επαιτεία. «Οι εκδιδόμενες γυναίκες» τίθενται επίσης στο στόχαστρο, παρότι το επάγγελμα των εκδιδόμενων επ’ αμοιβή προσώπων δεν είναι παράνομο. Το νέο σχέδιο εγείρει ανησυχίες ότι χωρίς τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, οι μακροχρόνιες πρακτικές της αστυνομίας –συμπεριλαμβανομένης της σωματικής κακοποίησης, των διακρίσεων, της αυθαίρετης κράτησης και της παρενόχλησης– θα συνεχιστούν, δήλωσε η Human Rights Watch.

Στο διάστημα από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του 2014, η Human Rights Watch διεξήγαγε διεξοδικές συνεντεύξεις με 44 άτομα που ζουν ή βρίσκονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο κέντρο της πόλης, συμπεριλαμβανομένων αστέγων και ατόμων που δήλωσαν ότι έκαναν χρήση ναρκωτικών και εκδίδονταν έναντι χρηματικής αμοιβής. Πρόσθετες συνεντεύξεις με συμμετέχοντες σε δράσεις δρόμου, καθώς και συνομιλίες με έξι άτομα από τις ίδιες ομάδες τον Απρίλιο καταδεικνύουν ότι οι καταχρηστικές πρακτικές δεν έχουν σταματήσει υπό τη νέα κυβέρνηση.

Όσοι παραχώρησαν συνεντεύξεις το 2014 ανέφεραν ότι οι αστυνομικοί τούς σταματούσαν συχνά για εξακρίβωση στοιχείων, πολλές φορές τους έκαναν προσαγωγή και τους έθεταν υπό κράτηση σε αστυνομικά τμήματα επί ώρες, ενίοτε μάλιστα τους μετέφεραν σε αστυνομικά τμήματα σε απομακρυσμένες περιοχές και τους άφηναν ελεύθερους εκεί. Όπως ανέφεραν, φαινόταν ότι στοχοποιούνταν λόγω της εμφάνισής τους και όχι για κάποια πράξη τους. Ορισμένα άτομα περιέγραψαν περιστατικά σωματικής κακοποίησης από την αστυνομία, ενώ σχεδόν όλα δήλωσαν ότι δέχθηκαν αγενή αντιμετώπιση, προσβολές και απειλές. Από τότε που ανέλαβε καθήκοντα η νέα κυβέρνηση, η πρακτική της μεταγωγής ατόμων σε αστυνομικά τμήματα μακριά από το κέντρο της πόλης, την οποία κανείς δεν παραδέχτηκε ποτέ επισήμως, φαίνεται να έχει σταματήσει.

Η Ειρήνη, 39 ετών, η οποία έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα μεθαδόνης, δήλωσε στη Human Rights Watch τον Σεπτέμβριο του 2014: «Απ’ όπου και να έρχεσαι, όπου και να πας, χωρίς κανέναν λόγο, και χωρίς να προκαλέσεις κανέναν και τίποτα, υπάρχει πάντα, πάντα, προσαγωγή».

Η Human Rights Watch παρατήρησε στο κέντρο της Αθήνας αστυνομικούς οι οποίοι φαίνονταν να χρησιμοποιούν ευρείες εξουσίες ελέγχου και σωματικής έρευνας για να στοχοποιούν ανθρώπους και να τους θέτουν υπό κράτηση για μεγάλα χρονικά διαστήματα, πρακτική που συνιστά αδικαιολόγητη στέρηση της ελευθερίας. Αστυνομικοί σταματούσαν ανθρώπους στον δρόμο, τους έθεταν υπό περιορισμό σε αστυνομικά λεωφορεία ή υπό κράτηση σε αστυνομικά τμήματα για ώρες, μεταξύ άλλων και σε αστυνομικά τμήματα μακριά από το κέντρο της πόλης, χωρίς καμία εύλογη και εξατομικευμένη υπόνοια διάπραξης εγκληματικής ενέργειας.

Το σχέδιο της νέας κυβέρνησης για την αστυνομία, το Ειδικό Επιχειρησιακό Σχέδιο Αστυνόμευσης για τον Δήμο της Αθήνας, δεν αντιμετωπίζει συγκεκριμένα τις εν λόγω πρακτικές, γεγονός που εγείρει ανησυχίες ότι οι καταχρηστικές ενέργειες ενδέχεται να συνεχιστούν, δήλωσε η Human Rights Watch.

Οι αστυνομικές πρακτικές προσαγωγής και μεταγωγής ατόμων σε κεντρικά αστυνομικά τμήματα και σε άλλες περιοχές της πόλης παρεμπόδισε τη δυνατότητα των προσαχθέντων να έχουν πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες, υπηρεσίες πρόληψης για θέματα δημόσιας υγείας και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Εικοσιένα άτομα περιέγραψαν καταστάσεις στις οποίες οι αστυνομικοί έλεγχοι είχαν άμεσο ή έμμεσο αρνητικό αντίκτυπο στο δικαίωμά τους στην υγεία, περιλαμβανομένης της παρεμπόδισης της πρόσβασής τους σε ιατρό και σε απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή, καθώς και σε υπηρεσίες και ενημέρωση σχετικά με την πρόληψη του HIV, σε μεθαδόνη και άλλα συνταγογραφούμενα φάρμακα.

Η Ελλάδα έχει καθήκον να βελτιώσει την ασφάλεια στους δρόμους για όλους. Ωστόσο, η ένταση της κακομεταχείρισης και οι έλεγχοι εξακρίβωσης στοιχείων που στρέφονται εναντίον περιθωριοποιημένων ομάδων εγείρουν σοβαρές ανησυχίες για το κατά πόσον τα μέσα για την επίτευξη των θεμιτών αυτών σκοπών είναι αναγκαία και αναλογικά, δήλωσε η Human Rights Watch. Το διεθνές και το εθνικό δίκαιο απαγορεύουν τις διακρίσεις, την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας, την αδικαιολόγητη επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, καθώς και τις παραβιάσεις του δικαιώματος της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας. Επίσης, τα διεθνή και εθνικά πρότυπα επιβάλλουν στην αστυνομία να επιφυλάσσει σε όλους ορθή αντιμετώπιση.

Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να οριοθετήσει αυστηρά τις εξουσίες της αστυνομίας όσον αφορά τους ελέγχους και τη σωματική έρευνα, έτσι ώστε να απαιτείται εξατομικευμένη υπόνοια διάπραξης αδικήματος, δήλωσε η Human Rights Watch. Οι αρχές πρέπει να θεσπίσουν σαφείς και δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις αρχές επιβολής του νόμου όσον αφορά τους ελέγχους εξακρίβωσης στοιχείων, περιλαμβανομένων των επιτρεπόμενων λόγων για τη διεξαγωγή ελέγχου και για την προσαγωγή ατόμου σε αστυνομικό τμήμα για περαιτέρω εξέταση των εγγράφων του.

Η κυβέρνηση πρέπει επίσης να εκδώσει σαφείς οδηγίες προς τους αστυνομικούς σχετικά με τη χρήση βίας, καθιστώντας σαφή την απαγόρευση της αδικαιολόγητης βίας. Η κυβέρνηση πρέπει να παράσχει εκπαίδευση που αφορά ειδικά την αντιμετώπιση των αστέγων, των ατόμων που κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών και των εκδιδόμενων ατόμων, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης μη εξαναγκαστικής παραπομπής τους σε υγειονομικές και κοινωνικές υπηρεσίες. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει επίσης να διασφαλίσει, αφενός, την εμπεριστατωμένη διερεύνηση των ισχυρισμών περί καταχρηστικών ενεργειών της αστυνομίας εναντίον μελών των εν λόγω ομάδων και, αφετέρου, τη λογοδοσία των υπευθύνων.

Η κυβέρνηση πρέπει επίσης να εντείνει τις προσπάθειές της, προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της έλλειψης στέγης στο κέντρο της Αθήνας, διασφαλίζοντας ότι τα άτομα που είναι χρήστες ναρκωτικών δεν αποκλείονται από τους κρατικούς ή δημοτικούς ξενώνες, δήλωσε η Human Rights Watch. Η καθολική απαγόρευση πρόσβασης για τους ενεργούς χρήστες ναρκωτικών στους ξενώνες αστέγων, καθώς και η μη παροχή εναλλακτικών επιλογών έχει οξύνει το πρόβλημα και έχει αποδειχθεί αντιπαραγωγική.

Τα στατιστικά στοιχεία που παρέσχε η Ελληνική Αστυνομία στη Human Rights Watch σχετικά με την επιχείρηση «Θησέας», η οποία ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2014 με στόχο την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και αντικαταστάθηκε την 1η Απριλίου από το νέο σχέδιο αστυνόμευσης, υποδηλώνουν ότι οι έλεγχοι εξακρίβωσης στοιχείων αποτελούν ένα αμβλύ και εν πολλοίς αναποτελεσματικό εργαλείο. Από τα μέσα Ιουλίου έως τον Δεκέμβριο του 2014, η αστυνομία προέβη σε προσαγωγές 42.454 ατόμων στο πλαίσιο της επιχείρησης «Θησέας». Στη συνέχεια, από όλα τα άτομα που προσήχθησαν, η αστυνομία προέβη σε μόλις έξι συλλήψεις για επαιτεία, 365 συλλήψεις για αδικήματα σχετικά με την πορνεία και 194 συλλήψεις για παραβάσεις των νόμων περί ναρκωτικών.

Το γεγονός ότι ποσοστό μικρότερο από 1,5% των προσαγωγών οδήγησαν σε επίσημη σύλληψη εγείρει ανησυχίες ότι η αστυνομία ενδέχεται να προβαίνει σε διακριτική αντιμετώπιση ατόμων βάσει συγκεκριμένων χαρακτηριστικών. Οι έλεγχοι βάσει πληροφοριών θα έπρεπε να οδηγούν σε υψηλότερο ποσοστό εντοπισμού εγκλημάτων. Δεδομένου ότι στα στατιστικά στοιχεία της αστυνομίας δεν περιλαμβάνονται τα πολλά άτομα που σταματούνται για έναν γρήγορο έλεγχο εξακρίβωσης στοιχείων στον δρόμο και αφήνονται ελεύθερα επιτόπου, το συνολικό ποσοστό εντοπισμού είναι πιθανό να είναι ακόμη χαμηλότερο.

«Η ζωή στους δρόμους είναι αρκετά δύσκολη και χωρίς τις καταχρηστικές πρακτικές της αστυνομίας», δήλωσε η κ. Cossé. «Αντί η αστυνομία να παρενοχλεί και να θέτει υπό κράτηση άπορους ανθρώπους που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας, η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να βοηθήσει τους ανθρώπους αυτούς να λάβουν τις υπηρεσίες και τη φροντίδα που χρειάζονται».

CLOSE
CLOSE