Σε μια μάχη που θα καθορίσει για πολλά χρόνια το μέλλον του εργατικού κινήματος στη Γαλλία αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη μετατρέπεται η αντιπαράθεση των Γάλλων εργαζομένων με τον πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ. Ο τελευταίος, σαν να ήθελε να αποδείξει τα συμφέροντα ποιας τάξης εκπροσωπεί, επέλεξε τη σύνοδο των G7 στην Ιαπωνία για να ανακοινώσει ότι δεν θα υποχωρήσει στην υλοποίηση της εργασιακής νομοθεσίας, την οποία επέβαλε παρακάμπτοντας τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Η γαλλική κοινωνία, που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις αντιδρά σε ποσοστό 70% στα νέα μέτρα, και στηρίζει κατά 62% τις κινητοποιήσεις, κλιμακώνει την αντίδρασή της από τη Δευτέρα δημιουργώντας το σκηνικό γενικής απεργίας. Οι λιμενεργάτες προχωρούν σε κλείσιμο λιμανιών ενώ οι εργαζόμενοι στα τρένα και τις αερομεταφορές ξεκινούν επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις ή απεργίες διαρκείας.

Η απεργία στον ανεφοδιασμό καυσίμων αλλά και η είσοδος στη μάχη των εργαζομένων στα πυρηνικά εργοστάσια έχει κάνει το ένα τρίτο των βενζινάδικων να στερεύσει ενώ φέρνει πιο κοντά και το ενδεχόμενο διακοπών στην ηλεκτροδότηση. Ενδεικτικό της επιτυχίας των κινητοποιήσεων στον τομέα της ενέργειας είναι ότι η κυβέρνηση αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τα στρατηγικά αποθέματα, που διατηρεί για καιρό πολέμου ή για περιόδους μεγάλων φυσικών καταστροφών.

Την ίδια ώρα, βλέποντας τη μαχητικότητα των διαδηλωτών να αυξάνεται, η κυβέρνηση προχωρά σε όλο και πιο άγρια καταστολή εκμεταλλευόμενη και το καθεστώς διαρκούς εξαίρεσης – το οποίο τμήματα της οικονομικής ελίτ επιχειρούν να περάσουν εδώ και μήνες στους νόμους και το Σύνταγμα της χώρας. Οι τόνοι δακρυγόνων και ο ανηλεής ξυλοδαρμός διαδηλωτών είναι το τελευταίο εργαλείο που έχει στη διάθεσή της η σοσιαλιστική κυβέρνηση για να ελέγξει την κατάσταση στους δρόμους. Ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας έφτασαν να χρησιμοποιούν πλαστικές σφαίρες και αντλίες νερού για να απομακρύνουν απεργούς από ενεργειακές εγκαταστάσεις στο νότο της χώρας.

Είναι πλέον σαφές ότι η αντιτρομοκρατική νομοθεσία στοχεύει πρωτίστως στον «εσωτερικό εχθρό». Δεν έλλειψαν μάλιστα οι προσπάθειες να δημιουργηθεί κλίμα πανικού με στοχευμένες διαρροές για το ενδεχόμενο ενός χτυπήματος του ISIS σε μεγάλες συγκεντρώσεις. Η απειλή του ισλαμοφασισμού, την οποία οι γαλλικές κυβερνήσεις εξέθρεψαν με οπλισμό και χρήματα ήδη από την εποχή της εισβολής στη Λιβύη, μετατρέπεται τώρα σε ένα ακόμη μηχανισμό καταστολής εναντίον των Γάλλων πολιτών.

Ρόλο κλειδί στη νέα «γαλλική άνοιξη» έπαιξε η ενεργή συμμετοχή του εργατικού κινήματος (χάρη και στο συντονισμό που προσέφερε, ύστερα από έντονες πιέσεις, το συνδικάτο CGT) καθώς έτσι η αυθόρμητη και πολύχρωμη οργή του κινήματος Nuit Debout μετουσιώθηκε σε κινητοποιήσεις με συγκεκριμένη πολιτική στόχευση και δράση – κάτι που δεν κατέστη δυνατό με το κίνημα των αγανακτισμένων στην Ισπανία και την Ελλάδα.

Παράλληλα οι γαλλικές κινητοποιήσεις αποδεικνύουν ότι οι νικηφόρες μάχες στο εσωτερικό των χωρών-μελών της ΕΕ μπορούν να λειτουργήσουν σαν σπίθα και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης ενώ η αντίστροφη πορεία (του πανευρωπαϊκού συντονισμού δράσης) δεν κατάφερε μέχρι στιγμής να φέρει κανένα αποτέλεσμα.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, το νεο-φασιστικό κόμμα της Λεπέν τηρεί στάση αναμονής και χαμηλών τόνων –όπως κάνει σε όλες τις μεγάλες κινητοποιήσεις στη Γαλλία– πιστεύοντας ότι θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί προς όφελός του ενδεχόμενη ήττα του κινήματος. Είναι σαφές ότι σε περίπτωση γενίκευσης των κινητοποιήσεων, το Εθνικό Μέτωπο θα λάβει τη στήριξη μεγάλου τμήματος της γαλλικής οικονομικής ελίτ – ως η μοναδική δύναμη που μπορεί να αναχαιτίσει ένα μαζικό κίνημα με προοδευτικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα η Λεπέν, όπως και όλοι οι ακροδεξιοί και νεοφασίστες πολιτικοί της ΕΕ, αποτελούν την τελευταία ελπίδα του συστήματος για να συγκρατηθεί η οργή σε εθνικό επίπεδο και να μην λάβει πανευρωπαϊκά χαρακτηριστικά.

Η γαλλική αλλά και η ευρωπαϊκή αστική τάξη δεν μπορεί πλέον να κρύψει την ανησυχία της για τα φαινόμενα ντόμινο που έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται στο γειτονικό Βέλγιο. Στο εσωτερικό της Γαλλίας αυτό εκφράζεται με διασπαστικές τάσεις και μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα καθώς αρκετά στελέχη προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα του Ολάντ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο τροποποιήσεων στο νέο νόμο, σε μια προσπάθεια να προκαλέσει ρήγματα στο απεργιακό μέτωπο και να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με ένα τμήμα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.

Από την πλευρά του το Βερολίνο αντιμετωπίζει ανοιχτά πλέον τον Ολάντ σαν στημένη λεμονόκουπα.
«Ο Ολάντ φτάνει στο τέλος της καριέρας του» έγραφε χωρίς περιστροφές η γερμανική Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε συμπληρώνοντας ότι «ο πρόεδρος δεν έχει πλέον τη λαϊκή νομιμοποίηση να αντιπαρατεθεί ούτε με μια ριζοσπαστική μειονότητα στο εσωτερικό της CGT». Το Βερολίνο κατανοεί καλύτερα από όλους ότι εάν το Παρίσι δεν καταφέρει να επιβάλλει τα μέτρα λιτότητας που προώθησε ο Σρέντερ στη Γερμανία –αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητα σε βάρος των εργαζομένων–, κινδυνεύει ολόκληρο το οικοδόμημα της ευρωζώνης όχι μόνο στην περιφέρεια αλλά και σε χώρες που μέχρι πρότινος βρίσκονταν στο κέντρο του, όπως η Γαλλία.

Η εβδομάδα που ξεκινά είναι μια από τις κρισιμότερες των τελευταίων μηνών καθώς θα κρίνει την ενότητα των διαφορετικών ρευμάτων της γαλλικής κοινωνίας που αντιτάσσονται στους νόμους του Ολάντ. Και οι Γάλλοι εργαζόμενοι χρειάζονται όσο ποτέ άλλοτε και ένα μήνυμα από το εξωτερικό ότι αυτό που ξεκίνησαν μπορεί να συνεχιστεί σε πολλές ακόμη χώρες.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα ΠΡΙΝ 28/6/2016

CLOSE
CLOSE