Νίκος Χουντής*
Πηγή: Iskra.gr

Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίστηκε έντονα ενοχλημένη από τις αποκαλύψεις των Wikileaks αναφορικά με τις συνομιλίες Τόμσεν – Βελκουλέσκου και την ενδεχόμενη δημιουργία πιστωτικής ασφυξίας στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τις παραπάνω αποκαλύψεις οι υπάλληλοι του ΔΝΤ συζητούσαν το ενδεχόμενο καθυστέρησης της πρώτης αξιολόγησης, ώστε, σε συνδυασμό με το βρετανικό δημοψήφισμα, να πιεστούν, τόσο η Ελλάδα να εφαρμόσει σκληρότερα μέτρα λιτότητας, όσο και οι ευρωπαίοι δανειστές, να δεχτούν μια μορφή αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους.

Ανεξάρτητα από τις πολιτικές σκοπιμότητες αυτών των αποκαλύψεων και την τελική κατάληξη των διαπραγματεύσεων Ελλάδας-Δανειστών για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, η ελληνική κυβέρνηση εμφανίστηκε «ενοχλημένη» από το γεγονός ότι δύο υπάλληλοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) να συζητούν για το ενδεχόμενο δημιουργίας τεχνητής πιστωτικής ασφυξίας σε μια ανεξάρτητη χώρα, ώστε η τελευταία να αποδεχτεί σκληρότερα μέτρα οικονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο ενός Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής.

Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά που επιλέγεται η τακτική της δημιουργίας πιστωτικής ασφυξίας σε μια ανεξάρτητη χώρα για να δεχτεί ένα Μνημόνιο ή σκληρά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής. Ιδιαίτερα η σημερινή κυβέρνηση θα έπρεπε να θυμάται πολύ καλά ότι για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους θεσμούς της Ευρωζώνης η απειλή οικονομικού στραγγαλισμού έχει γίνει η «βέλτιστη πρακτική» στις διαπραγματεύσεις τους με τα κράτη-μέλη που βρίσκονται σε χρηματοπιστωτική πίεση.

Τι έχουν πει, κατ’ επανάληψη και μάλιστα με δημόσιες δηλώσεις τους και επίσημες αποφάσεις τους θεσμοί όπως η Κομισιόν, η ΕΚΤ, το Eurogroup και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο;

Τι έχουν πει ο κ. Τρισέ, ο κ. Ντράγκι, ο κ. Μοσκοβισί, όχι μόνο σε χώρες που βρίσκονται σε Μνημόνια, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ισπανία και η Ιρλανδία, αλλά και σε «κανονικές» χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Ιταλία και η Γαλλία;

Εάν δεν εφαρμόσετε το δόγμα της λιτότητας, των νεοφιλελεύθερων αντικοινωνικών μεταρρυθμίσεων και της πλήρους υποταγής της δημοκρατίας στις δυνάμεις των αγορών, σας περιμένει πιστωτική ασφυξία, χρεοκοπία, ακόμα και άτακτη έξοδος από το Ευρώ.

Αυτό είναι το πλαίσιο της διακυβέρνησης του κοινού νομίσματος και της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, μετά τις θεσμικές αλλαγές που έλαβαν χώρα με αφορμή την ελληνική κρίση και την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη. Πλήρης υποταγή των κρατών-μελών στο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού, ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο και καταπάτηση κάθε έννοια δημοκρατίας και κυριαρχίας των χωρών, στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας», των «ελεύθερων αγορών» και της «σταθερότητας του Ευρώ».

ΠΙΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΝΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ…

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 ιδρύεται η Ευρωπαϊκή Ένωση και μπαίνουν οι πρώτες βάσεις για τη δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος, του Ευρώ, αλλά και του συντονισμού των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών-μελών (ΟΝΕ).

Πιο συγκεκριμένα, οι χώρες της Ευρωζώνης μοιράζονται το ίδιο Νόμισμα, το Ευρώ και κατ’ επέκταση μοιράζονται την ίδια νομισματική, επιτοκιακή και συναλλαγματική πολιτική. Ο θεσμός που έχει επιφορτιστεί με αυτήν την εξουσία είναι η ΕΚΤ, η οποία απολαμβάνει ασύλληπτες ασυλίες, διαθέτοντας τεράστια εξουσία και αυτονομία σε σχέση με τους πολιτικούς θεσμούς της ΕΕ, τόσο όσον αφορά το σχεδιασμό και υλοποίηση της νομισματικής πολιτικής, όσο και την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ειδικά για την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η ΕΚΤ ανέλαβε, μέσω της Τραπεζικής Ένωσης, επιπλέον καθήκοντα και εξουσίες από αυτές που τις παρείχαν οι ιδρυτικές Συνθήκες της ΕΕ. Πλέον, η ΕΚΤ ελέγχει απευθείας τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες, την ποιότητα των κεφαλαίων τους, την πιστωτική τους πολιτική, ακόμα και το διορισμό στελεχών στα Διοικητικά Συμβούλια τους, ενώ η συμβολή της στις διαδικασίες αναδιάρθρωσής τους (συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας του bail-in) σε περίπτωση κινδύνου πτώχευσης ενός τραπεζικού ιδρύματος, είναι τεράστια.

Εκτός, όμως, από τη νομισματική πολιτική τα κράτη-μέλη της ΟΝΕ έχουν την υποχρέωση να ακολουθούν και συγκεκριμένους, ασφυκτικούς, κανόνες όσον αφορά το σχεδιασμό και υλοποίηση της δημοσιονομικής τους πολιτικής.

Η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται το δημοσιονομικό σκέλος της ΟΝΕ, είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, δηλαδή, η νομικά δεσμευτική υποχρέωση των κρατών-μελών να εμφανίζουν χαμηλά ελλείμματα (3% του ΑΕΠ) και δημόσιο χρέος (60% του ΑΕΠ). Πάνω σε αυτή τη βάση έχει χτιστεί ένα ασφυκτικό μείγμα Κανονισμών και Οδηγιών, που εμπλουτίστηκε ακόμα περισσότερο τη διετία 2011-2013, μέσω της δέσμης μέτρων που ονομάστηκε «6-pack» και «2-pack», η οποία συστηματοποιεί και αυστηροποιεί το καθεστώς ελέγχου και επιβολής δημοσιονομικής πολιτικής από την Κομισιόν και το Συμβούλιο ECOFIN, πάνω στους εθνικούς προϋπολογισμούς.

Πιο συγκεκριμένα, μέσα από τη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, οι προϋπολογισμοί των κρατών μελών της ΕΕ ελέγχονται ως προς τη συμμόρφωσή τους στον κανόνα του Μάαστριχτ από την Κομισιόν, η οποία πλέον έχει υπερεξουσίες ελέγχου και επιβολής προστίμων. Έτσι, εάν ένας εθνικός προϋπολογισμός ξεφεύγει από τα στενά όρια της λιτότητας, επιστρέφεται στην κυβέρνηση, και το εθνικό κοινοβούλιο είναι υποχρεωμένο να περάσει τις αλλαγές που προτείνει η Κομισιόν με τη μορφή των Συστάσεων.

{Επίσης, τα κράτη-μέλη, εκτός από τους εθνικούς προϋπολογισμούς, οφείλουν να καταθέτουν προς έγκριση στην Κομισιόν και άλλα δύο κείμενα πολιτικής, ένα Πρόγραμμα Σταθερότητας, που στην Ελλάδα έχει επικρατήσει με τον όρο «Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα», και ένα Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων. Το Πρόγραμμα Σταθερότητας εμπεριέχει τις βασικές μακροοικονομικές παραδοχές και οικονομικές/δημοσιονομικές πολιτικές του κράτους-μέλους, μεσοπρόθεσμα, ώστε οι δείκτες του ελλείμματος και του χρέους να είναι συμβατοί με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων συμπυκνώνει τις μεταρρυθμίσεις που αναλαμβάνει να υλοποιήσει το εν λόγω κράτος, οι οποίες θα πρέπει να συνάδουν με τις γενικές πολιτικές κατευθύνσεις της ΕΕ, όπως αυτές αποφασίζονται από τις Συνόδους Κορυφής (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο). Σε περίπτωση, τώρα, που ένα κράτος-μέλος εμφανίζει «μεταρρυθμιστικές αδυναμίες» ή χρειάζεται «βοήθεια» για το σχεδιασμό και υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, τότε μπορεί να απευθυνθεί – πιθανότατα όχι αυτοβούλως – στην μόνιμη Task Force που σχηματίστηκε μετά την «τεράστια επιτυχία» που είχε η ελληνική Task Force, και η οποία θα ονομάζεται πλέον Υπηρεσία Υποστήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων (Structural Reform Support Service).}

Τι συμβαίνει, ωστόσο, όταν ένα κράτος-μέλος ξεφύγει από τα όρια του 3% για το έλλειμμα και 60% για το χρέος; Σε αυτή την περίπτωση ενεργοποιείται η Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος, και το εν λόγω κράτος μπαίνει σε καθεστώς «μίνι-Μνημονίου», που θα ονομάζεται «Οικονομικό Πρόγραμμα Συνεργασίας». Σε αυτό το μίνι-Μνημόνιο θα καταγράφονται οι οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές που θα πρέπει να πάρει η χώρα ώστε να διορθώσει το υπερβάλλον έλλειμμα και χρέος, το χρονοδιάγραμμα μείωσής τους και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύουν τη δημοσιονομική προσπάθεια (συνταξιοδοτικά συστήματα, δημόσια διοίκηση, δημόσια υγεία, φορολογία κ.α.). Το νέο στοιχείο σε αυτή τη διαδικασία είναι η υποχρέωση για λήψη δημοσιονομικών μέτρων που θα έχουν τέτοιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα που θα μειώνει κατά 5% ανά έτος το δημόσιο χρέος, εφόσον αυτό υπερβαίνει το όριο του 60%.

Μια άλλη πτυχή του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου είναι ο έλεγχος των Μακροοικονομικών Ανισορροπιών των κρατών-μελών. Σε αυτή τη διαδικασία η Κομισιόν εποπτεύει τις εθνικές οικονομίες των κρατών-μελών σε σχέση με συγκεκριμένα όρια που έχει θεσπίσει για μακροοικονομικές μεταβλητές, όπως η ανεργία, το ιδιωτικό χρέος, οι πιστώσεις των τραπεζών στην ιδιωτική οικονομία, οι τιμές των ακινήτων, το εργατικός κόστος, οι εξαγωγές, κτλ. και εκδίδει συστάσεις οικονομικής πολιτικής σε περίπτωση που μια οικονομία παρουσιάζει υπερβολικές ανισορροπίες. Το αξιοσημείωτο στην περίπτωση του συγκεκριμένου μηχανισμού εποπτείας των μακροοικονομικών ανισορροπιών, είναι ότι δημιουργείται ένας ελεγκτικός μηχανισμός στη ζώνη του ευρώ, ο οποίος προσπαθεί να επιβάλλει ένα συγκεκριμένο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και διαχείρισης, το οποίο ωστόσο δεν ταιριάζει σε όλα τα κράτη μέλη. Το ακραία εξαγωγικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθεί η Γερμανία, αποτυπώνεται στο «μηχανισμό επαγρύπνησης» της ΟΝΕ, τόσο στα μακροοικονομικά μεγέθη που εξετάζει, πολλά από τα οποία δεν μπορούν εύκολα να ελεγχθούν από μια κυβέρνηση, όσο και στην διαφορετική αξιολόγηση των κρατών μελών όταν αυτά παρουσιάζουν αντί για ελλείμματα, μεγάλα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών, όπως η Γερμανία.

Σε περίπτωση «ανυπακοής» ή απλής αδυναμίας ενός κράτους-μέλους να διορθώσει τη δημοσιονομική του κατάσταση σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, τότε η Κομισιόν έχει τη δυνατότητα να επιβάλει χρηματικές ποινές στο εν λόγω μέλος που κυμαίνονται από 0.2% έως 0.5% του ΑΕΠ. Οι ποινές αυτές επιβάλλονται σχεδόν αυτόματα, αφού το Συμβούλιο ECOFIN δεν έχει τη δυνατότητα να τις εγκρίνει πριν επιβληθούν, παρά μόνο να τις ακυρώσει, εφόσον υπάρχει η κατάλληλη πλειοψηφία, με το ενδιαφερόμενο κράτος-μέλος να μην έχει δικαίωμα ψήφου!!! Μια άλλη κατηγορία ποινών που μπορεί να επιβάλλει η Κομισιόν σε ένα «απείθαρχο» κράτος-μέλος είναι η αποκοπή του από συγκεκριμένα Ταμεία των ΕΣΠΑ και του Κοινοτικού Προϋπολογισμού, σύμφωνα με τη ρήτρα της «Μακροοικονομικής Αιρεσιμότητας» που εισήχθη στους Κανονισμούς του ΕΣΠΑ, το 2014.

ΟΙ ΑΠΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΥΞΙΑΣ…

Παράλληλα, όμως, με το παραπάνω θεσμοθετημένο πλαίσιο επιβολής της λιτότητας, έχει διαμορφωθεί ένα οπλοστάσιο πολιτικών παρεμβάσεων και «παραθεσμών» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συνδυάζει τις αδιαφανείς και αντιδημοκρατικές υπερεξουσίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Eurogroup και των μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων, όπως τον ESM.

Αυτό το παράλληλο πλαίσιο επιβολής οικονομικής κυριαρχίας, έχει ήδη εκδηλωθεί με όλη του την αυστηρότητα στις χώρες που εντάχθηκαν σε Μνημόνιο και κυρίως στην Ελλάδα. Αυτό το πλαίσιο χαρακτηρίζεται από την άνευ ορίων και κανόνων πολιτική, οικονομική και χρηματοπιστωτική πίεση μιας κυβέρνησης και ενός κράτους-μέλους στην εφαρμογή των «σωστών πολιτικών», δηλαδή, των πολιτικών της λιτότητας και στις νεοφιλελεύθερου τύπου μεταρρυθμίσεις, με αντάλλαγμα τη χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους, όταν αυτό γίνεται μη-βιώσιμο για μια χώρα.

Το παιχνίδι είναι λίγο ως πολύ γνωστό: Το Eurogroup, ένα μη θεσμικά συγκροτημένο «φόρουμ συζητήσεων» απαιτεί από μια χώρα σε κρίση συγκεκριμένα μέτρα οικονομικής πολιτικής, ώστε να δώσει το ΟΚ στον ESM να χρηματοδοτήσει ένα Πρόγραμμα Μακροοικονομικής Προσαρμογής.

Αυτή τη διαδικασία την είδαμε να ενεργοποιείται πρόσφατα στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία αιτήθηκε από το Eurogroup και τον ESM, οικονομική βοήθεια λόγω του γεγονότος ότι το δημόσιο χρέος της είχε κριθεί, μακροπρόθεσμα, μη βιώσιμο. Οι Κανονισμοί που καθορίζουν τις διαδικασίες υπαγωγής μιας χώρας σε Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής προβλέπουν ότι η Κομισιόν και η ΕΚΤ θα διαπραγματεύονται, μαζί με το ΔΝΤ, εφόσον κριθεί απαραίτητο, το Μνημόνιο Συνεργασίας που θα υπογράφει το κράτος-μέλος με τον ESM., στο οποίο καταγράφονται με λεπτομέρεια οι οικονομικές, δημοσιονομικές και μεταρρυθμιστικές πολιτικές που καλείται να πάρει το εν λόγω μέλος.

Σε περίπτωση, όμως, που μια κυβέρνηση δεν υποκύψει πλήρως στις πολιτικές που επιβάλλουν οι «θεσμοί», τότε αρχίζουν οι απειλές και οι εκβιασμοί. Αρχικά, παρατείνονται για το μέλλον οι διαδικασίες τακτικής αξιολόγησης, καθυστερώντας έτσι την καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων προς τη δανειζόμενη χώρα. Στη συνέχεια, αναλαμβάνει δράση η ΕΚΤ, η οποία, με σύμμαχο τις διεθνείς αγορές, δημιουργεί συνθήκες χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, απειλώντας με κατάρρευση το εκάστοτε εθνικό τραπεζικό σύστημα, μέσω της μη αποδοχής των εν λόγω κρατικών ομολόγων ως ενέχυρα και τον περιορισμό της έκτακτης παροχής ρευστότητας, του ELA.

ΕΚΘΕΣΗ ΤΩΝ 5 ΠΡΟΕΔΡΩΝ: H ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΟΝΕ

Η νεοφιλελεύθερη, όμως, ολοκλήρωση της ΟΝΕ δεν σταματά εδώ. Οι προσπάθειες της ευρωπαϊκής ηγεσίας για το «μοντάρισμα» του θεσμικού πλαισίου της ΟΝΕ συνεχίζονται, μέσω των διαδικασιών που προβλέπονται στην Έκθεση των 5 Προέδρων.

Στις 22 Ιουνίου 2015, παρουσιάστηκε από την Κομισιόν η Έκθεση των 5 Προέδρων για το μέλλον της ολοκλήρωσης της Ευρωζώνης. Πιο συγκεκριμένα, οι πρόεδροι της Κομισιόν, του Συμβουλίου, της ΕΚΤ, του Eurogroup και του Κοινοβουλίου (στις παλαιότερες Εκθέσεις απουσίαζε το Κοινοβούλιο), προτείνουν την ενίσχυση των διαδικασιών ολοκλήρωσης της Ευρωζώνης μέσω 4 πυλώνων:

α) μια Πραγματική Οικονομική Ένωση, που θα στοχεύει στη σύγκλιση των ευρωπαϊκών οικονομιών, μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις δομές της οικονομίας, της αγοράς εργασίας και προϊόντων/υπηρεσιών και της δημόσιας διοίκησης. Προτείνονται διάφορες διαδικασίες και μηχανισμοί για την επιβολή και «αστυνόμευση» των μεταρρυθμίσεων μέσω των «βέλτιστων πρακτικών», των Εθνικών Αρχών Ανταγωνιστικότητας και των διαδικασιών Μακροοικονομικών Ανισορροπιών.

β) μια Χρηματοοικονομική Ένωση, που θα εμπεριέχει την Τραπεζική Ένωση και την Ένωση των Κεφαλαιαγορών, με στόχο την μια και ενιαία ευρωπαϊκή νομισματική και χρηματοοικονομική αγορά. Τα νέα στοιχεία που προτείνονται από τους 5 Προέδρους, είναι η ολοκλήρωση των σταδίων της Τραπεζικής Ένωσης, η Κεφαλαιακή Ένωση (δημιουργία ενιαίας αγοράς κεφαλαίου για τη «χρηματοδότηση» επιχειρήσεων στα πρότυπα των ΗΠΑ) και η υιοθέτηση μιας ευρωπαϊκής εγγύησης καταθέσεων.

γ) μια Δημοσιονομική Ένωση, με την εγγύηση, από τη μια, βιώσιμων επιπέδων δημόσιου χρέους και την υιοθέτηση και λειτουργία, από την άλλη, μόνιμης λιτότητας, μέσω «αυτόματων σταθεροποιητών» που θα μειώνουν τις δαπάνες και θα αυξάνουν τους φόρους αυτόματα, χωρίς πολιτικές αποφάσεις, κάθε φορά που απειλείται η δημοσιονομική σταθερότητα.

δ) μια Πολιτική Ένωση, που, κατά τους συντάκτες, θα σημαίνει μια ενιαία εκπροσώπηση της Ευρωζώνης, τη μόνιμη θέση ενός Προέδρου του Eurogroup και πιο συχνές «ακροάσεις» των σχεδιαστών της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής (Συμβούλιο, Κομισιόν, Υπουργοί κρατών-μελών, Τρόικα) με το Ευρωκοινοβούλιο.

Το πρώτο στάδιο αυτών των αλλαγών, συγκεκριμενοποιήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2015, όταν η Κομισιόν παρουσίασε νομοθετικές προτάσεις, που όμως δεν απαιτούν την σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου, για την:

-αυστηροποίηση του πλαισίου του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για την εφαρμογή των «βέλτιστων πρακτικών» και τη σύνδεση των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών ενός κράτους-μέλους με τη χρηματοδότησή του από τα κοινοτικά ταμεία.

-την ίδρυση εθνικών συμβουλίων ανταγωνιστικότητας, που θα ελέγχουν τα επίπεδα ανταγωνιστικότητας (τιμών, μισθών, ρυθμιστικού πλαισίου) και θα «συμβουλεύουν» την κυβέρνηση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τους κοινωνικούς εταίρους στη διαμόρφωση των μισθών.

-την ίδρυση ενός ανεξάρτητου Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, που θα αξιολογεί τη δημοσιονομική σταθερότητα, της Ευρωζώνης στο σύνολό της, και των κρατών-μελών και θα λειτουργεί ως θεσμική ομπρέλα των αντίστοιχων εθνικών δημοσιονομικών συμβουλίων.

-την πανευρωπαϊκή εγγύηση τραπεζικών καταθέσεων μέσω εισφορών στις τράπεζες, που όμως, όπως ήδη συμβαίνει σε πολλές πτυχές της τραπεζικής ένωσης, θα ενεργοποιείται υπό αυστηρές πολιτικές προϋποθέσεις, που στην πραγματικότητα αντί να μειώνει την αστάθεια και το ρίσκο, να τα μεγεθύνει.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ…

Η Ευρωζώνη δεν αποτελεί μια απλή νομισματική ένωση που σχεδιάστηκε από επιστήμονες και υλοποιήθηκε από πολιτικούς. Η Ευρωζώνη αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο, οικονομικό, θεσμικό και πολιτικό, για την ταχύτερη νεοφιλελεύθερη ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών οικονομιών που έχουν επιλέξει την ένταξή τους στο Ευρώ. Με άλλα λόγια, έχει δημιουργηθεί μια ένωση κρατών, που στο όνομα της «σταθερότητας των τιμών» και της «ευημερίας», υποχρεώνει, τόσο οικονομικά, όσο και πολιτικά, την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, προς όφελος του κεφαλαίου, την μονιμοποίηση και νομιμοποίηση της πολιτικής των χαμηλών ελλειμμάτων (λιτότητα), τις ιδιωτικοποιήσεις και εσχάτως τον περιορισμό της ίδιας της Συνταγματικής τάξης των χωρών και της Δημοκρατίας.

Η Ευρωζώνη έχει αναπτύξει ένα νομικό και θεσμικό οπλοστάσιο που δεν επιτρέπει σε καμία κυβέρνηση, ανεξάρτητα από την εντολή που έχει πάρει από το λαό της, να εφαρμόσει οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, που δεν συνάδουν με το νεοφιλελεύθερο δόγμα της πλήρους απορρύθμισης. Με άλλα λόγια, η συμμετοχή ενός κράτους ή ενός λαού στο κοινό νόμισμα, ισοδυναμεί με την ακύρωση του ίδιου του δικαιώματος ενός λαού να επιλέξει το μείγμα της οικονομικής πολιτικής, αφήνοντας τη λιτότητα, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, ως τη μοναδική επιλογή.

Αποτελεί επομένως παράδοξο για την ελληνική κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίζονται ενοχλημένοι από τη στάση του ΔΝΤ, όταν την ίδια στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι θεσμοί της έχουν αποδειχτεί ότι είναι οι καλύτεροι μαθητές των οικονομικών πολιτικών του Ταμείου, οι καλύτεροι μαθητές των τακτικών των εκβιασμών και των κυρώσεων σε λαούς και ανεξάρτητες χώρες.

*Ο Νίκος Χουντής είναι ευρωβουλευτής της Λαϊκής Ενότητας

CLOSE
CLOSE