Επιμέλεια: Χρήστος Αβραμίδης 

Ο Τάσος Θεοφίλου, είναι ένας νεαρός συγγραφέας και αναρχικός κομμουνιστής με έντονη πολιτική δράση. Γνωστός από παλιά στους κύκλους των κοινωνικών κινημάτων, μεταξύ άλλων για το λογοτεχνικό μπλογκ που διατηρούσε, το Παρανουαρικό.

Θα γίνει όμως γνωστός σε ολόκληρη την Ελλάδα, για έναν άλλο λόγο. Από τα εκτενή ρεπορτάζ των μεγάλων ΜΜΕ που τον φωτογράφιζαν (και πολλές φορές τον καταδίκαζαν κιόλας) ως έναν από τους δράστες στη «ληστεία της Πάρου». Το δικαστήριο στη συνέχεια, θα καταδικάσει και επίσημα τον Θεοφίλου, αν και τα στοιχεία θα κριθούν από πολλούς αμφιλεγόμενα, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.

Η έδρα εκχώρησε αρμοδιότητές της στον Τύπο και συγκεκριμένα στην επιτομή του κίτρινου τύπου, την εφημερίδα Πρώτο Θέμα.

Τον Νοέμβριο η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε εκ νέου, αυτή τη φορά, στο Εφετείο.

Μηνύματα και εκδηλώσεις αλληλεγγύης, έρχονται από διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Τα πανό με το όνομά του βρίσκονται σε όλο και περισσότερο κτίρια, ενώ οι Electric Litany διασκεύασαν για αυτόν ένα τραγούδι με έντονο συμβολισμό, το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι».

Επικοινωνήσαμε τηλεφωνικά με τον Τάσο Θεοφίλου και συζητήσαμε εφ’όλης της ύλης.

«Επέλεξαν την λύση, της μερικής καταδίκης μου για κάποια από τα αδικήματα.» Μας λέει για την πρώτη απόφαση. Και συνεχίζει: «Με απάλλαξαν στην πραγματικότητα από την συμμετοχή μου στην οργάνωση «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς» και μου υποβάθμισαν την κατηγορία της ανθρωποκτονίας σε απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία. Κρατήσανε επίσης την κατηγορία της ληστείας».

Σε σχέση με το Εφετείο, μας ανέφερε τα εξής: «Ο προεδρεύων της έδρας ήθελε να καταδικαστώ για όλα, επομένως αυτή η διαφωνία τους επέτρεψε σε κάποιο εισαγγελέα να ασκήσει και αυτός έφεση υπέρ του νόμου κατά μία έννοια προκειμένου να καταδικαστώ για όλες τις κατηγορίες».

Για τις συνέπειες της έφεσης σημείωσε ότι αφαιρεί ουσιαστικά τη δυνατότητα να παραπεμφθεί η υπόθεση σε μικτό ορκωτό δικαστήριο, δηλαδή σε δικαστήριο που πέρα από τους τακτικούς δικαστές δικάζουν και πολίτες οι οποίοι, όπως δηλώνει, «είναι λιγότερο ευάλωτοι σε όποιες πολιτικές και μπορούν να κρίνουν κάπως πιο αντικειμενικά, κάτι που θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην απαλλαγή μου».

Επίσης εκτίμησε ότι «είναι πολιτικές διώξεις στην πραγματικότητα. Είτε μιλάμε για τα μέλη των οργανώσεων είτε μιλάμε για μη μέλη τα οποία κατηγορούνται ως μη μέλη όπως είμαι εγώ». ο ίδιος κάνει λόγο για «αντιαναρχικό πογκρόμ» το οποίο έχει ξεκινήσει από το 2009.

Συζητώντας για την ανώνυμη καταγγελία που οδήγησε στην πρώτη του σύλληψη μας είπε τα εξής: «Στην πραγματικότητα, αυτό το ανώνυμο τηλεφώνημα με το οποίο ξεκινάει η δίωξη, είναι μια αφορμή κάπως να ξετυλιχθεί το αφήγημα της αντιτρομοκρατικής. Θεωρώ ότι ούτε οι ίδιοι ενδιαφέρονται να γίνουν πειστικοί ως προς αυτό το τηλεφώνημα σε σχέση με το πόσο είναι υπαρκτό ή όχι.»

Σύμφωνα με τον Τ. Θεοφίλου πρόκειται για ένα υποτιθέμενο τηλεφώνημα αγνώστου στην υπηρεσία τους, στο οποίο αυτός ο άγνωστος αναφέρει το μικρό όνομα «Τάσος», περιγράφει κάποια εξωτερικά του χαρακτηριστικά, και βεβαιώνει για συμμετοχή τόσο τους πυρήνες, όσο και στη ληστεία της Πάρου. Ενώ επίσης δίνει την πληροφορία ότι ότι βρίσκεται στον Κεραμεικό, όπου τελικά θα γίνει η σύλληψη.

Μας είπε επίσης ότι έχει ενδιαφέρον πως τη θεωρία ότι οι δράστες είναι αναρχικοί οι δικαστές τη συνάγουν από το γεγονός ότι οι δράστες δεν έκλεψαν χρήματα πελατών-πολιτών.

«Μέσα σε όλη αυτή την τραγικότητα και την, ας πούμε, αντιφατικότητα στο σκεπτικό του, είναι σίγουρα μία θετική αναγνώριση της δικαστικής εξουσίας απέναντι στον αναρχικό χώρο η οποία με τη σειρά της αντανακλά την αποδοχή που έχει ο αναρχικός χώρος από την κοινωνία», σημείωσε.

Κατήγγειλε επίσης, με αφορμή την ερώτηση για τη στάση των ΜΜΕ, πως το τεκμήριο αθωότητας έχει τσαλαπατηθεί. Σημείωσε μάλιστα ότι η έδρα επέτρεψε «να παρεισφρήσουν διάφορα εμετικά ρεπορτάζ στην δικογραφία» και να αξιοποιηθούν ως στοιχεία για την ενοχή του.

Το χαρακτηρίζει πρωτοφανές καθώς, αναφερόμενος στους δικαστές, δηλώνει ότι προκειμένου να τον καταδικάσουν, εκχώρησαν μέρος της εξουσίας τους στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα.

Επίσης στηλίτευσε το γεγονός ότι στη δικογραφία υπάρχουν μία σειρά διηγημάτων που είχε αναρτήσει στο διαδίκτυο, με τίτλο «παρανουαρικό». «Ήταν κάποιες ας πούμε έτσι, σπλάτερ ιστορίες που κατά βάση περιγράφανε έναν εργαζόμενο σε διάφορες κακοπληρωμένες και άσχημες δουλειές και κάποιες έτσι κάπως ακραίες αντιδράσεις του απέναντι στην εργοδοσία.» Και καταγγέλλει ότι αυτά τα διηγήματα λόγω των ακραίων αντιδράσεων που είχε ο ήρωας – ο οποίος περιέγραφε σε πρώτο πρόσωπο επομένως το δικαστήριο θεώρησε ότι περιγράφουν τον εαυτό του – θεωρήθηκαν ότι σκιαγραφούν κατά μία έννοια, το βίαιο προφίλ του.

Στη συνέχεια συζητήσαμε για αυτό που θεωρείται το σημαντικότερο στοιχείο, το περιβόητο καπέλο με το DNA του. Μας είπε ότι με βάση την επιτροπή βιοηθικής, αν το DNA κάποιου ταυτίζεται με το DNA που έχει βρεθεί σε ένα αντικείμενο, δεν σημαίνει ότι του ανήκει. Απλά άμα δεν ταυτίζεται, τότε είναι σίγουρο ότι δεν του ανήκει και επομένως το καπέλο δεν αποδεικνύει τίποτα. Στάθηκε επίσης στο ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία για την διασφάλιση της μη επιμόλυνσης και νόθευσης των δειγμάτων.

Σημείωσε μάλιστα, ότι το καπέλο δεν εμφανίζεται σε καμία φωτογραφία από τη σκηνή του εγκλήματος, ενώ εμφανίζεται κατευθείαν στις φωτογραφίες στη ΓΑΔΑ. Ενώ κατήγγειλε ότι και τα έγγραφα, τα οποία συνοδεύουν το ταξίδι που έκανε υποτίθεται μέχρι τη ΓΑΔΑ, έχουν ένα τελείως διαφορετικό δρομολόγιο από τα υπόλοιπα ευρήματα και μάλιστα είναι και με μία μέρα καθυστέρηση.

Αρνήθηκα να δώσω DNA, καταφύγανε στη βία… Σου σφίγγουν το λαιμό, σου κρατάνε και τη μύτη για να ανοίξεις το στόμα.

Ανέφερε επίσης, ότι στην έκθεση δεν αναφέρεται καν ο ιστός που σαρώθηκε από το καπέλο. Τέλος στάθηκε στο ότι τα εργαστήρια στα οποία διενεργούνται οι αναλύσεις των γενετικών αποτυπωμάτων πρέπει να είναι φορείς ανεξάρτητοι από τις ανακριτικές αρχές, σύμφωνα με την Εθνική επιτροπή βιοηθικής. Ενώ είπε και ότι τα μηχανήματα δεν ήταν καν πιστοποιημένα, μέχρι το 2014.

Επίσης, ανέφερε ότι του απέσπασαν DNA με τη βία, και συγκεκριμένα με τη μέθοδο του πνιγμού. «Σου σφίγγουν το λαιμό, σου κρατάνε και τη μύτη για να ανοίξεις το στόμα».

Τον ρωτήσαμε για τις μαρτυρίες κατηγορίας και μας είπε ότι από τους 20 περίπου μάρτυρες συμπεριλαμβανομένων και των αξιωματικών της αντιτρομοκρατικής και των εργαζόμενων στην τράπεζα και των αυτοπτών μαρτύρων, κανένας δεν τον έχει αναγνωρίσει. «Το ιδιαίτερο μάλιστα είναι ότι ακόμα και ο τμηματάρχης της αντιτρομοκρατικής, ο οποίος έστησε όλη τη δίωξη, δήλωσε στο δικαστήριο ότι εγώ δεν ξέρω τίποτα, μπορεί και να μην ήταν ο άνθρωπος στη ληστεία», καταγγέλλει χαρακτηριστικά.

Επίσης, με βάση όσα αναφέρει, «αποκαλύφθηκε ότι είχε γίνει ένα σεμινάριο της πολιτικής αγωγής της τράπεζας προς τους ταμίες προκειμένου να καταθέσουν τα πράγματα που συμφέραν την πολιτική αγωγή για να καταδικαστώ».

Στην ερώτηση για την κατηγορία συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση μας είπε ότι «η δίωξη βασίζεται σε δύο συναντήσεις μία υπαρκτή και μία ανύπαρκτη».

Αναφέρει συγκεκριμένα: «Η πρώτη αφορά τον φίλο μου και σύντροφο Κώστα Σακκά και συμφοιτητή μου» και συμπληρώνει με σαρκασμό: «Η συνάντηση βέβαια εντάξει πολύ ύποπτη. Καθότι ήτανε σε ένα σουβλατζίδικο με την επωνυμία ο Σάββας και παραγγείλαμε, εντάξει, σουβλάκια».

Ενώ η δεύτερη είναι η συνάντησή σε ένα ΚΤΕΛ «στο οποίο υποτίθεται παρείχα μέτρα αντιπαρακολούθησης στον Γιώργο Καραγιαννίδη ο οποίος κουβαλούσε ένα σακ βουαγιάζ, καθώς αυτός πήγαινε στο Αγρίνιο. Το ενδιαφέρον είναι ότι εγώ δεν έχω πάει ποτέ μου στο Αγρίνιο, όπως επίσης ότι τον Γιώργο τον γνώρισα στην φυλακή μετά από κάποια χρόνια», σημειώνει ο Τ. Θεοφίλου.

Σχετικά με το αν είναι αθώος ή ένοχος μας δήλωσε μεταξύ άλλων: «Σε σχέση με τη δικαιοσύνη, θεωρώ ότι το να μάχεσαι ενάντια στην δικαιοσύνη αυτής και όλη την ιδεολογία της σε κάνει εκ των πραγμάτων ένοχο. Επομένως, το να είσαι αναρχικός είναι κάτι που περικλείει όλα τα αδικήματα στην πραγματικότητα. Και με αυτή την έννοια φυσικά και δηλώνω ένοχος. Από εκεί και πέρα, φυσικά αρνούμαι τις συγκεκριμένες κατηγορίες, τόσο ως προς το σκέλος της συμμετοχής μου στη ΣΠΦ, όσο και ως προς το σκέλος της συμμετοχής μου στη ληστεία της Πάρου. Και προφανώς δεν σκότωσα και δεν θα μπορούσα να σκοτώσω, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και για οποιονδήποτε λόγο, έναν άοπλο πολίτη».

Για την φυλακή αναφέρει ότι είναι αποθήκη της περισσευούμενης εργατικής δύναμης. Ενώ την περιγράφει και ως ένα καζάνι στο οποίο «οι αποκλεισμένοι, οι άνεργοι, όλοι οι φτωχοί, όσοι καταλήγουν εν πάση περιπτώσει στη φυλακή, εμπεδώνουν ότι δεν έχουν επιλογές στη ζωή τους παρά μόνο τη δυνατότητα, να αποκτήσουν θέσεις εργασίας στην παραβατική οικονομία». Έτσι με βάση τα παραπάνω, εκτιμά ότι η φυλακή ανακυκλώνει την εγκληματικότητα.

Σε σχέση με τις συνθήκες διαβίωσης, μας αναφέρει ότι έχουν γίνει κάποια δειλά βήματα, αλλά «πολύ απέχει απ’το να πεις ότι κάτι έγινε».

«Αν εξαιρέσεις την αποσυμφόρηση που δεν είναι και λίγο, εντάξει. Από εκεί που στοιβάζονταν 4 και 5 σε ένα κελί, επειδή ήταν γεμάτες οι φυλακές, τώρα υπάρχει μία σχετική, άνεση. Δηλαδή μέχρι 3 σε ένα κελί. 2Χ3 βέβαια. Το φαγητό εξακολουθεί να είναι μία αθλιότητα και να μην τρώγεται. Θέρμανση δεν υπάρχει. Ξεπαγιάζουμε να πούμε. Οι συνθήκες οι καθημερινές διαβίωσης δεν έχουν αλλάξει καθόλου».

Τέλος, αναφορικά με τη συγγραφική του δραστηριότητα μέσα στις δύσκολες συνθήκες της φυλακής, είπε ότι

Πρωινό ξύπνημα και γράψιμο στο κελί

«Υπάρχει μία ανάγκη κάπως, μια δημιουργικότητα, η οποία σου στερείται μέσα στη φυλακή να μπορέσει κάπως να διοχετευτεί. Και από την άλλη υπάρχει ένα ολόκληρο σύμπαν που ανοίχτηκε μπροστά μου, ελπίζω να κλείσει σύντομα». Ενώ βασικό του κίνητρο είναι η κατάσταση της φυλακής που «είναι σχεδόν μυστική» να γίνει δημόσια σε όλο τον κόσμο, «να διαβάσει ο κόσμος πως λειτουργεί η φυλακή».

Συνοψίζοντας, πρόκειται για μία υπόθεση όπου: ένας άνθρωπος συλλαμβάνεται βίαια μετά από ανώνυμη καταγγελία. Καταδικάζεται παρότι δεν τον αναγνωρίζει κανένας μάρτυρας. Με κύριο στοιχείο το ότι βρέθηκε DNA του σε ένα καπέλο. Ενώ ως στοιχεία για την καταδίκη του κατατίθενται, μεταξύ άλλων, ρεπορτάζ των ΜΜΕ και λογοτεχνικά κείμενα του ίδιου, με βάση τα οποία «τεκμηριώνεται ο βίαιος χαρακτήρας».

Συνεπώς, γίνεται εμφανές ότι ανεξάρτητα από την έκβαση της συγκεκριμένης υπόθεσης, τα παραπάνω δεδομένα φέρνουν πολύ κακούς οιωνούς αναφορικά με τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες για μια ολόκληρη εποχή…

Και φυσικά κάποια ερωτήματα επανέρχονται στο προσκήνιο. Τι είναι τελικά τρομοκρατία; Τι προκαλεί περισσότερο τρόμο στην κοινωνική πλειοψηφία;

Ο Θεοφίλου; Ή η δυστοπία ενός μέλλοντος όπου τα media και το DNA, παίζουν αυτόν τον ρόλο για τη ζωή ενός ανθρώπου;