Ο θάνατος, ως ξεχωριστό χαρακτηριστικό, αλλά και αδιαχώριστο από την ανθρώπινη φύση, αποτελεί τη δεύτερη – και συμμετρικά ισοδύναμη με τη ζωή – δύναμη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Η «ευθανασία», μία λέξη με μακραίωνη ιστορία στην ελληνική γλώσσα, χρησιμοποιείται ως έκφραση για να διασαφηνισθεί ο θάνατος και η σημασία του.
Το πρόθεμα «ευ», είναι το επίρρημα «ευ» ή το επικό «εΰ» (το ουδέτερο του «εΰς»), που σημαίνει «καλός, ωραίος, γενναίος, ευγενής». Το δεύτερο μέρος της λέξης αποδίδει την έκφραση για τον φυσικό θάνατο, «θάνατος». «Ευθανασία», λοιπόν, σημαίνει «ωραίος θάνατος», το «καλώς θανείν» της Αντιγόνης του Σοφοκλή, τον «θάνατο για την αρετή». «Ευθανασία», όμως, είναι και ο γενναίος θάνατος, η ηρωική αυτοκτονία στο πεδίο της μάχης, δηλαδή, το σπαρτιατικό ιδεώδες θανάτου (το παράδειγμα του Λεωνίδα), που οικοδομήθηκε πάνω στον ηρωικό κώδικα τιμής, ο οποίος διέπει την αρχαία κοινωνία και παραπέμπει στον «καλό» και «ευκλεή θάνατο» του ομηρικού Εκτορα.

Οι λέξεις που παράγονται από θέμα ευθανατ- χρησιμοποιούνται στην Αρχαία Γραμματεία από την κλασική Αρχαιότητα και μετά, ενώ η λέξη ευθανασία εμφανίζεται, για πρώτη φορά, κατά την Ελληνιστική Περίοδο, τόσο στην ελληνική γραμματεία (στον κωμικό Ποσείδιππο) όσο και σε λατινικό κείμενο (στον Κικέρωνα).
Η έννοια που αποδίδεται στον αρχαιοελληνικό όρο «ευθανασία» από τις γραμματειακές πηγές, σε αντίθεση με τη σημερινή του χρήση, δεν σήμαινε ποτέ το πρόωρο τέλος μίας αναξιοπαθούς ή μιας απελπισμένης και επώδυνης ζωής.

Ο όρος «ευθανασία» δεν εξισωνόταν ποτέ με τη σημερινή έννοια της «βοήθειας προς θάνατον». Ασφαλώς, υπήρχε ιατρική βοήθεια κατά την ώρα του θανάτου και για τον θάνατο, βοήθεια παρακινούμενη από ανθρώπινη αλληλεγγύη. «Ευθανασία» στην αρχαιότητα σήμαινε τον «καλό θάνατο».

Οι στίχοι 15 και 16 του Ιπποκρατικού Ορκου: «Ου δώσω δε ουδέ φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμον ουδέ υφηγήσομαι ξυμβουλίην τοιήνδε», (δεν θα δώσω σε κανέναν θανάσιμο φάρμακο, όταν το ζητήσει, ούτε θα συμβουλεύσω κάτι τέτοιο) αποτέλεσαν πηγή αμφιβολιών, ήδη από το 1920, στη διεθνή έρευνα, για το εάν αναφέρονται στην αυτοκτονία ή στην ευθανασία. Οι σύγχρονες ερμηνείες και απόψεις πάνω σε αυτό το θέμα ακολουθούν, γενικά, δύο διχασμένες κατευθύνσεις, θετική και αρνητική. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι ιπποκρατικοί γιατροί δεν ασχολούνταν με ασθενείς που δεν είχαν καμία ελπίδα θεραπείας.

Στην ιατρική πρακτική της ευθανασίας κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, συναντώνται όλες οι μορφές ενεργητικές και παθητικής ευθανασίας, που σήμερα βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων από ιατρικής άποψης. Η κοινή πρακτική στην Αρχαιότητα δείχνει ότι ο γιατρός οδηγεί ένα συνειδητό, σκεπτόμενο και λογικό άτομο στον θάνατό του, ενώ, για τον γιατρό της εποχής μας, όταν παρουσιάζεται μία μη αναστρέψιμη κατάσταση, αυτό που πρέπει να επανεξετασθεί είναι αυτή καθαυτή η έννοια του θανάτου.
Χαρακτηριστική περίπτωση ευθανασίας στα αρχαία χρόνια είναι η πρακτική που ακολουθείτο στην αρχαία Σπάρτη.

Το κράτος αυτό ήταν καθαρά στρατοκεντρικό και ο γάμος ήταν ένα μέσον για τη γέννηση ρωμαλέων στρατιωτών. Ετσι τα ανάπηρα ή παραμορφωμένα νεογέννητα τα πετούσαν στον Καιάδα, αφού δεν θα χρησίμευαν στην επάνδρωση των στρατευμάτων. Στη Μασσαλία και στην Κω, υπήρχε νομοθετική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία οι πολίτες που δήλωναν μπροστά στις αρχές της πόλης ότι επιθυμούν να τερματίσουν τη ζωή τους γιατί δεν είναι ευτυχισμένοι από αυτήν, επιτρεπόταν να το πράξουν, πίνοντας ένα δηλητηριώδες ποτό. Αντίθετα, οι Πυθαγόρειοι απαγόρευαν την αυτοκτονία, αλλά και την ευθανασία.

Συνοψίζοντας την ιατρική πρακτική της ευθανασίας, κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, παρατηρούμε ότι ένας αρχαίος ασθενής είχε τις εξής δυνατότητες, για έναν αξιοπρεπή θάνατο: α) Να του χορηγηθεί κάποιο δηλητήριο από γιατρό, (ενεργητική ευθανασία), β) Να τον αφήσει ο γιατρός να πεθάνει (παθητική ευθανασία) και γ) Να αυτοκτονήσει (αυτο-ευθανασία).

Το πρόβλημα της Ευθανασίας στη σύγχρονη εποχή

Ο όρος «ευθανασία» χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα ώς το τέλος του 19ου αι., κατά καιρούς με τη σημασία του ειρηνικού και ανώδυνου θανάτου. Ο φιλόσοφος Schopenhauer θεωρεί την ευθανασία ως δώρο της φύσης στους ηλικιωμένους ανθρώπους.

Η «ευθανασία» με την έννοια του «mors spontanea», δηλαδή «του οικειοθελούς και ανώδυνου θανάτου με τη βοήθεια γιατρού και την έγκριση της κοινωνίας, εμφανίζεται στον συγγραφέα της Αναγέννησης Thomas More (1478 – 1535) στο έργο του «Ουτοπία». Μόνο από τις αρχές του 17ου αι., η «ευθανασία» νοείται ως επιρροή για έναν ειρηνικό και ελαφρύ θάνατο. Ως terminus technicus (τεχνητό τέλος) συναντάται η έννοιά της καταρχάς στον Αγγλο φιλόσοφο και πολιτικό Francis Bacon (1561 – 1626), στο έργο του «De dignitate et augmentis scientiarum» (1623), όπου, κατ’ αναλογία προς την «εξωτερική ευθανασία», υπάρχει η «εσωτερική ευθανασία».

Είναι σαφές ότι για αυτούς τους Ουμανιστές, ευθανασία σημαίνει, επίσης, τη βοήθεια προς θάνατο εκ μέρους των γιατρών, τον γλυκό θάνατο, ως καρπό της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, και όχι μόνο το πλήρωμα της ζωής, όπως αυτό το περιεχόμενο, βασικά, είχε προσλάβει στην Αρχαία Αθήνα.
Στους επόμενους αιώνες του Ουμανισμού και της Αναγέννησης, η ευθανασία βρέθηκε σε αντίθεση προς την ορθολογική έρευνα, εξαιτίας του μυστικισμού της χριστιανικής θρησκείας. Η ευθανασία, στις αρχές του 20ού αιώνα, προσέλαβε τη σημασία ότι, για την περίπτωση που η ανθρώπινη ύπαρξη, λόγω ασθένειας ή επιβαρημένων γηρατειών, ούτε ευχάριστη ούτε χρήσιμη είναι, αυτή πρέπει να απελευθερωθεί από τα βάσανα με έναν ανώδυνο θάνατο, με αυτενέργεια ή με τη βοήθεια άλλου. Ετσι ορίζεται η ευθανασία το 1912 στη «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια».

Το 1922, ο Σοβιετικός Ποινικός Κώδικας επέτρεψε την εφαρμογή της ευθανασίας, αλλά, σύντομα, αποσύρθηκε αυτή η διάταξη και ποτέ πια δεν επανήλθε σε ισχύ. Το 1940, όμως, η εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση της Γερμανίας αποφάσισε την εξόντωση 80.000 Γερμανών ασθενών, οι οποίοι έπασχαν από ανίατες ασθένειες. Η απόφαση αποτελεί ένα τρανταχτό παράδειγμα κατάχρησης του μέτρου της ευθανασίας και, ακόμη και σήμερα, αποτελεί ένα επιχείρημα εναντίον της νομιμοποίησής της.

Το πρόβλημα της ευθανασίας απασχόλησε πιο έντονα την κοινωνία και τέθηκε επί τάπητος το 1949, όταν, στην πολιτεία New Hampsire, ο γιατρός H. Sander πραγματοποίησε ευθανασία σε ηλικιωμένη γυναίκα, που έπασχε από καρκίνο και η ζωή της είχε γίνει, πλέον, μαρτυρική.

Με την οικογένεια της γυναίκας τον συνέδεαν φιλικοί δεσμοί και ο γιατρός, αντί να κάνει την συνηθισμένη καταπραϋντική ένεση, της χορήγησε ενδοφλέβια ένεση με 10 κυβικά εκατοστά αέρα.
Θεωρώντας ότι το έργο του είναι ανθρωπιστικό, κατέγραψε την πράξη του στο βιβλίο τού νοσοκομείου, με αποτέλεσμα να μηνυθεί και να συλληφθεί για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Η δίκη του έγινε το 1950. Η κοινή γνώμη, οι επιστήμονες, ο διεθνής Τύπος, αλλά ακόμη και κληρικοί, συμπαρατάχθηκαν μαζί του και έκαναν εκκλήσεις συμπαράστασης προς αυτόν. Οι ένορκοι θεώρησαν ότι ο γιατρός Sander, πράγματι, έπραξε ανθρωπιστικά και, τελικά, τον αθώωσαν.

Συμπέρασμα

Συμπερασματικά, ο άνθρωπος της Αρχαιότητας, με ελάχιστες θρησκευτικές εξαιρέσεις, (κυρίως, οι Πυθαγόρειοι), είχε το δικαίωμα να αποφασίζει ελεύθερα για τη ζωή του και ιδιαίτερα για το τέλος της.
Οι μαρτυρίες από την ελληνική κλασική Αρχαιότητα φωτίζουν τα προσωπικά του κίνητρα και αποδεικνύουν ότι, ακόμη και υποψήφιοι αυτόχειρες, επιθυμούσαν να θεωρηθεί η αυτοκτονία τους εθελούσια ορθολογική πράξη. Περαιτέρω, οι απεικονίσεις αυτοκτονίας στην κλασική Τέχνη επιβεβαιώνουν την άποψη που εκφράζεται από τις γραμματειακές πηγές, ότι δηλαδή στον ελληνορωμαϊκό κόσμο η αυτοκτονία θεωρείτο μία σκόπιμη, αποφασιστική και ηρωική πράξη.

Ο αρχαίος γιατρός και η αρχαία κοινωνία, στις μεταξύ τους σχέσεις, είχαν θέσει το θέμα του θανάτου και είχαν αναπτύξει τη θεώρηση και την αντιμετώπισή του, θεμελιώνοντας, έτσι, το ίδιο «μοντέλο για το μέλλον». Η θέση της Αρχαιότητας πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα αποδεικνύεται ως προς το παρόν πολυσήμαντη.

Δρ. Αφροδίτη Αβαγιαννού
Ph.D. Πανεπιστημίου Ζυρίχης Ελβετίας
Ιστορικός Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας

Το κείμενο δημοσιεύτηκε το 2000 στο επιστημονικό περιοδικό PRISMA της Ημερησίας

23
CLOSE
CLOSE