Υπήρχε κάτι σουρεαλιστικό στη φετινή επέτειο των 70 χρόνων από την ιστορική απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, που ταξίδεψε από την Ουάσινγκτον για να παραστεί στις εκδηλώσεις μνήμης, παρουσίασε ούτε λίγο ούτε πολύ τις ΗΠΑ ως το μοναδικό απελευθερωτή της Ευρώπης, προκαλώντας την οργή της Μόσχας και προσωπικά του προέδρου Πούτιν. Τα 26 εκατομμύρια σοβιετικών πολιτών που έχασαν τη ζωή τους και ο ρόλος του κόκκινου στρατού, ο οποίος προκάλεσε το 80% των απωλειών που αντιμετώπισαν οι δυνάμεις του Χίτλερ, απουσίαζαν προκλητικά από τα λόγια του Ομπάμα. Ακόμη και για όσους πιστεύουν ότι η σημερινή Ρωσία δεν δικαιούται να διεκδικεί τίποτα από τις ηρωικές σελίδες του προηγούμενου καθεστώτος, η προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη.

Όπως ήταν αναμενόμενο μεγάλη μερίδα του ρωσικού Τύπου υπενθύμιζε στους αναγνώστες του ότι ο ίδιος Αμερικανός πρόεδρος που παρέλειψε να αναφερθεί στη ρωσική συμμετοχή στον πόλεμο σήμερα στηρίζει στην Ουκρανία μια κυβέρνηση στην οποία συμμετέχουν φασίστες και απόγονοι των συνεργατών των ναζί.

Άλλοι αναλυτές υπενθύμιζαν το φαινομενικά παράδοξο ότι 70 χρόνια μετά την απόβαση στη Νορμανδία η Ουάσινγκτον καλεί τους πρώην αντιπάλους της – το Βερολίνο και το Τόκιο – να εγκαταλείψουν την μεταπολεμική ουδετερότητα που τους είχε επιβληθεί και να ενισχύσουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις προκειμένου να συνδράμουν σε πολεμικές επιχειρήσεις από την Αφρική μέχρι το Αφγανιστάν.

Οι πιο ενδιαφέρουσες αναλύσεις πάντως, που ακολούθησαν την περιοδεία του Ομπάμα στην Ευρώπη, αφορούσαν την ίδια την περίφημη D-DAY – όχι όμως σαν σύμβολο στρατιωτικής νίκης αλλά σαν ορόσημο της οικονομικής «κατάληψης» της Ευρώπης από τις ΗΠΑ μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Για αρκετούς αναλυτές η προετοιμασία της «οικονομικής D-DAY» ξεκινά ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’30, κατά τη διάρκεια συνεδριάσεων που πραγματοποιεί το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων. Υπό την καθοδήγηση του μετέπειτα υπουργού Εξωτερικών Ντιν Άτσεσον, το συμβούλιο φέρνει κοντά επιχειρηματίες, διπλωμάτες και πολιτικούς που αναζητούν τρόπους να πείσουν το κογκρέσο για την ανάγκη εμπλοκής στον πόλεμο.

Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι τα συμφέροντα των ΗΠΑ θα τεθούν σε άμεσο κίνδυνο εάν στην Ευρώπη επικρατήσει ένα καθεστώς που θα περιορίζει την οικονομία της ελεύθερης αγοράς. Και η απειλή αυτή δεν αφορά μόνο την επικράτηση της ναζιστικής Γερμανίας, η οποία ούτως η άλλως παρέμενε πιστή στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, αλλά πολύ περισσότερο σε ενδεχόμενη κυριαρχία της Σοβιετικής Ένωσης. Ενδεικτική του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ φοβόντουσαν περισσότερο την κυριαρχία της Μόσχας, παρά του Βερολίνου ήταν και μια επιστολή που έστειλε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Κόρντελ Χαλ στον Χίτλερ επιχειρώντας να συνάψει μαζί του κάποιου είδους εκεχειρία. Βασική προϋπόθεση ήταν η Γερμανία να σεβαστεί τη λειτουργία του ελεύθερου εμπορείου – πρόταση την οποία ο ίδιος ο Χίτλερ απέρριψε.

Όταν η προσέγγιση αυτή απέτυχε το μεγαλύτερο τμήμα των οικονομικών παραγόντων των ΗΠΑ ήταν πλέον πεπεισμένο για την ανάγκη εισόδου στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Το μόνο που απέμενε ήταν ένα συνταρακτικό γεγονός, όπως η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, που θα έπειθε την αμερικανική κοινή γνώμη και το Κογκρέσο να εγκαταλείψουν τον απομονωτισμό των προηγούμενων ετών και να εισέλθουν με όλες τους τις δυνάμεις στον πόλεμο. Το αν υψηλόβαθμοι Αμερικανοί αξιωματούχοι γνώριζαν για την επερχόμενη επίθεση από τις δυνάμεις της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας και την άφησαν να ολοκληρωθεί παραμένει ακόμη και σήμερα ένα θέμα που τροφοδοτεί δεκάδες θεωρίες συνωμοσίας. Το βέβαιο είναι ότι το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό είχε διακόψει βασικές ροές ανεφοδιασμού της Ιαπωνίας, γεγονός που καθιστούσε σχεδόν βέβαιο ότι το Τόκιο θα εξωθούν ταν αργά ή γρήγορα να απαντήσει με κάποια επιθετική κίνηση.

Όπως εξηγούσε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Λέο Πάνιτς, καθηγητής συγκριτικής πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Τορόντο, βασικός στόχος της αμερικανικής οικονομικής ελίτ, πριν κατά τη διάρκεια και μεά τον πόλεμο, ήταν να επιβληθεί και στην Ευρώπη ένα σύστημα που θα παρέπεμπε στο αμερικανικό New Deal αλλά θα επέτρεπε την ελεύθερη ροή άμεσων επενδύσεων από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Οι νέοι Ευρωπαίοι ηγέτες δηλαδή καλούνταν να χρηματοδοτήσουν μέσω του δημόσιου τομέα την ανοικοδόμηση της ισοπεδωμένης Ευρώπης προσφέροντας μεγάλα δημόσια έργα σε αμερικανικές κατασκευαστικές εταιρείες και κρατώντας ανοιχτούς τους δρόμους του ελεύθερο εμπορίου – στο οποίο οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν αφού είχαν διατηρήσει άθικτη τη βιομηχανική τους παραγωγή.

Το πρώτο βήμα για την επίτευξη αυτής της «συμφωνίας κυρίων», ανάμεσα στις πολιτικές και οικονομικές ηγεσίες από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού ήταν η μαζική διαγραφή των χρεών των ευρωπαϊκών χωρών. Λίγα χρόνια αργότερα η οικονομική βοήθεια που έφτασε μέσω του σχεδίου Μάρσαλ μοιράστηκε με τέτοιο τρόπο σε πρόσωπα και πολιτικά κόμματα ώστε να εξασφαλίσει την κυριαρχία εκείνων των δυνάμεων που ήταν έτοιμες να συνεργαστούν με την Ουάσινγκτον. Παράλληλα, όπως ανέφερε σε παλαιότερα κείμενά του και ο Νόαμ Τσόμσκι, το σχέδιο Μάρσαλ λειτούργησε και σαν γιγαντιαίος μηχανισμός αναδιανομής πλούτου στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αφού τα χρήματα που έδιναν οι Αμερικανοί φορολογούμενοι ως οικονομική βοήθεια προς την Ευρώπη επέστρεφαν στα χέρια των μεγαλύτερων αμερικανικών επιχειρήσεων που ανέλαβαν την ανοικοδόμηση της ισοπεδωμένης ευρωπαϊκής ηπείρου.

Σύμφωνα με τον Λέο Πάνιτς η αμερικανική πολιτική ενίσχυε την ανάδειξη στην Ευρώπη είτε σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων, οι οποίες όμως ήταν διατεθειμένες να διακόψουν κάθε επαφή με τα κομμουνιστικά κόμματα, είτε χριστιανοδημοκρατών ηγετών που θα δέχονταν να χρησιμοποιήσουν το κράτος σαν μοχλό ανάπτυξης – πάντα όμως προς όφελος του ιδιωτικού τομέα. Η σταδιακή μετάλλαξη του βρετανικού εργατικού κόμματος και η κυριαρχία πολιτικών όπως ο Ντε Γκολ στη Γαλλία αλλά ακόμη και ο Καραμανλής στην Ελλάδα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πολιτικής.

Στην εξαιρετική ανάλυσή του ο Πάνιτς υποστηρίζει ότι η δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης, ως μια ζώνης ελεύθερου εμπορείου όχι μόνο δεν απειλούσε την αμερικανική κυριαρχία, όπως υποστηρίζουν έκτοτε αρκετοί θιασώτες της Ε.Ε, αλλά αντίθετα ευνοούσε τα συμφέροντα των ΗΠΑ – ο ίδιος μάλιστα αναφέρει ότι το σχέδιο Μάρσαλ περιείχε αρκετές προβλέψεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας ένωσης.

Ήταν λοιπόν η απόβαση στη Νορμανδία ένα τόσο κομβικό σημείο για τη κυριαρχία του αμερικανικού οικονομικού μοντέλου στην Ευρώπη; Δεν είναι λίγοι οι ιστορικοί που θα συμφωνήσουν σήμερα ότι ο φασισμός ηττήθηκε στο Στάλινγκραντ αλλά ο καπιταλισμός με τη σημερινή του μορφή κέρδισε στη Νορμανδία.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Ιούνιος 2014

20
CLOSE
CLOSE