«Τώρα κυρήχθηκε πόλεμος, ξεκινάνε οι μάχες» σιγομουρμούριζε ο Χαράζ Μάν επιστρέφοντας σπίτι του με ένα από τα κλασικά μαύρα ταξί της βρετανικής πρωτεύουσσας. Είχε μόλις χάσει την πτήση του από το αεροδρόμιο του Χίθροου καθώς οι υπάλληλοι τον είχαν καθυστερήσει στον έλεγχο ασφαλείας. «Ως πότε θα πληρώνω το χρώμα του δέρματός μου» πρέπει να σκεφτόταν όταν ζήτησε από τον οδηγό να δυναμώσει το τραγούδι των Clash που ακουγόταν στο ραδιόφωνο. Τραγικό λάθος.

Λίγα λεπτά αργότερα καθόταν απέναντι από κάποιον ανακριτή στα γραφεία της Σκότλαντ Γιάρντ ως ύποπτος τρομοκράτης. Ο οδηγός του ταξί που άκουσε το τραγούδι τον είχε «καρφώσει» στην ασφάλεια.

Ο Χαράζ Μαν δεν ήταν ο πρώτος που πλήρωνε το πάθος του για του Clash. Τον Ιούνιο του 2004 ένας άλλος Βρετανός είχε περάσει το κατόφλι της ασφάλειας όταν έστειλε ένα μήνυμα SMS με στοίχους από το τραγούδι Tommy Gun – το οποίο περιελάμβανε τις λέξεις «όπλο» και «αεροπλάνο».

Και μπορεί τα δυο αυτά περιστατικά να εγγράφονται απλώς στη μακρά λίστα με τις γκάφες της Σκότλαντ Γιάρντ, τα τραγούδια των Clash, όμως, έχουν κινητοποιήσει αρκετές ακόμη φορές τους μηχανισμούς του αγγλοσαξονικού νεομακαρθισμού. Αρκετά χρονια μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, και λίγες μόνο ημέρες μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι περισσότεροι ραδιοφωνικοί παραγωγοί στις ΗΠΑ έλαβαν εντολές να μην ξαναπαίξουν τραγούδια τους. Παρόμοιες εντολές είχαν λάβει παλαιότερα και οι παραγωγοί του BBC.

Πως εξηγήται, όμως, ότι μια διαλυμένη μπάντα, της οποίας ο τραγουδιστής έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια τον μάταιο τούτο κόσμο, προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις; Και αν οι διαλυμένοι Clash βρίσκονται υπό διωγμό γιατί δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους αυτόκλητους συνεχιστές της πανκ σκηνής οι οποίοι γνωρίζουν πεδίο δόξης λαμπρό;

Για να δώσουμε μια απάντηση πρέπει να γυρίσουμε αρκετές δεκαετίες πίσω. Το ταξίδι μας, μάς φέρνει στην Τουρκία του 1952 και συγκεκριμένα στο μεαυτήριο όπου γεννήθηκε ο Τζο Στράμερ – ο μελοντικός αρχηγός των Clash. Γόνος οικογένειας διπλωματών (προς επίρροση των θεωριών που θέλουν τους μεγάλους επαναστάτες να γεννιούνται από την καρδιά της αστικής τάξης) θα περάσει τα παιδικά του χρόνια ταξιδεύοντας σε χώρες της περιοχής.

Ο μικρός Στράμερ όμως – που τότε άκουγε ακόμη στο όνομα Τζον Μέλορ – δεν θα γευτεί τις ανέσεις της οικογενειακής εστίας. Όπως και τα περισσότερα μέλη του συγκροτήματος περνά τα νεανικά του χρόνια στις φτοχωγειτονιές του Λονδίνου. Νοιώθει τους τριγμούς της οικονομικής κρίσης και της ανεργίας και, λίγο αργότερα, την προέλαση του νεοφιλελεύθερου οδοστρωτήρα της Μάργκαρετ Θάτσερ.

Ο Στράμερ ασχολείται από νωρίς με τη μουσική παίζοντας στο σχήμα 101. Μόνο όμως όταν θα ακούσει ζωντανά τους Sex Pistols συνειδητοποιεί ποιός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει. Η δημιουργία των Clash είναι πλέον θέμα χρόνου και η ανύψωσή τους στο υψηλότερο σκαλί της πανκ σκηνής είναι προδιαγεγραμμένη.

Ο Στράμερ λειτουργεί «σταλινικά» όπως έλεγε και ο ίδιος. Σαν ένα καλλιτεχνικό πολίτ μπουρό διαγράφει τους ανούσιους και απολίτικους στοίχους. Όταν ο κιθαρίστας Μικ Τζόουνς του παρουσίαζει ένα τραγούδι, που είχε γράψει για την κοπέλα του, με τον τίτλο “I am so bored with you – σε έχω βαρεθεί τόσο πολύ” ο Στράμερ τραγουδά “I am so borred with USA” – ένα δριμύ κατηγορώ για τον πόλεμο του Βιετνάμ, τη CIA και το Γουότεργκειτ. (Για την ιστορία, λίγες ημέρες αργότερα, ο τηλεοπτικός φακός συλαμβάνει τα μέλη του συγκροτήματος να γράφουν τον τιτλο του τραγουδιού στη βιτρίνα ενός ζαχαροπλαστείου με τα παγωτά που μόλις είχαν αγοράσει).

Οι Clash απορίπτουν από πολύ νωρίς το μηδενισμό των άλλων πανκ συγκροτημάτων προσφέροντας ορισμένα από τα πιο όμορφα δείγματα «στρατευμένης τέχνης». Όταν οι Sex Pistols αναφωνούν “no future” οι Clash απαντούν με τραγούδια ενάντια στον ρατσισμό και την ανεργία. Όταν οι Ramones τραγουδούν αντικομφορμιστικούς αλλά μάλλον απλοϊκούς στοίχους όπως το “I wana snif some glue – θέλω να σνιφάρω λίγη κόλα”, οι Clash μας τραγουδούν τους παρακάτω στίχους για τον ισπανικό εμφύλιο: Στις πλαγιές ακούγεται “ελευθερώστε τους ανθρώπους”/ ή μήπως ακούω την ηχώ από τις ημέρες του 39; / χαρακώματα γεμάτα με ποιητές/ ο κουρελιασμένος στρατός βάζει τις ξιφολόγχες για τη μάχη”.

Και όταν όλοι τους κατηγορούν ότι ξεπουλήθηκαν, υπογράφωντας συμβόλαιο με τη δισκογραφική CBS, οι Clash αποστωμόνουν τους πάντες: αφιερώνουν το επόμενο τριπλό άλμπουμ τους στους αντάρτες σαντινίστας της Νικαράγουας και πληρώνουν από την τσέπη τους ώστε οι τρείς δίσκοι να κυκλοφορήσουν στην τιμή του ενός.

Οι Clash δεν ήταν τα καλομαθημένα και φρόνιμα παιδάκια με τα οποία μας έχει συνηθίσει η νεοπανκ σκηνή της δεκαετίας του ’90. Οι προσαγωγές τους στα αστυνομικά τμήματα γίνονταν βέβαια δι ασήμαντον αφορμή (ο Στράμερ κατηγορείται μεταξύ άλλων για την κλοπή μιας μαξιλαροθήκης) αλλά η μουσική τους γραφεται στα κοινωνικά πεδία των μαχών. Το τραγούδι White Riot, γράφτηκε ύστερα από τις άγριες συμπλοκές που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια ενός φεστιβάλ τζαμαϊκάνης μουσικής. Σχεδόν μοναδικοί λευκοί μεταξύ χιλιάδων μαύρων, οι Clash πιάνουν πέτρες και τούβλα και τα εκσφενδονίζουν προς τις αστυνομικές δυνάμεις που χτυπούν τους συγκεντρωμένους. Στη συνέχεια προσπαθούν να πυρπολήσουν ένα αυτοκίνητο για να διαπιστώσουν προς μεγάλη τους απογοήτευση οτι «ορισμένα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα όσο δείχνουν».

Παρόλα αυτά δεν συγχέουν ποτέ την επανάσταση με την τυφλή βία. Ακόμη και όταν ο Στράμερ εμφανίζεται σε ένα αντιναζιστικό φεστιβάλ φορώντας μια μπλούζα με το σήμα “Brigade Rosse” των Ερυθρών Ταξιαρχιών σπεύδει να εξηγηθεί: «Δεν το έκανα για να υποστηρίξω την τρομοκρατική οργάνωση αλλά για να υπενθυμίσω την ύπαρξή της».

Ευσταθούν λοιπόν οι κατηγορίες περί τρομοκρατίας που αντιμετώπισαν (μεταξύ σοβαρότητας και γελοιότητας) οι οπαδοί των Clash; Εξαρτάται, μάλλον, από τον ορισμό της τρομοκρατίας που δίνει ο καθένας. Για τον Στράμερ «τρομοκράτες» ήταν οι ακροδεξιοί οπαδοί του βρετανικού Εθνικού Μετώπου που ξεπήδησαν από τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού που προκάλεσε ο θατσερισμός. Προφανώς για κάποιους άλλους, «τρομοκράτες» ήταν αυτοί που, μετά την περσινή – κατα λάθος – εκτέλεση ενός Βραζιλιάνου φωτογράφου στο μετρό του Λονδίνου, σιγομουρμούρισαν το τραγούδι Guns of Brixton:

«Όταν ρίξουν την εξώπορτά σου
πως θα αντιδράσεις;
Με τα χέρια στο κεφάλι
Ή στη σκανδάλη του όπλου σου»

Τοπ Γκάν και Αγιατολάδες

Καθώς η αμερικανική πολεμική μηχανή προετοιμάζεται να χτυπήσει το Ιράκ, στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, ο ραδιοφωνικός σταθμός του Πενταγώνου στον Περσικό Κόλπο ξεκινά τις μεταδόσεις του με το τραγούδι “Rock the Casbah”. Οι Clash μιλούν για κάποιον βασιλειά της Μέσης Ανατολής που απαγορεύει τη ροκ μουσική και διατάζει την πολεμική αεροπορία να βομβαρδίσει όσους δεν συμορφώνονται. «Ρίξτε τις βόμβες σας ανάμεσα στους μιναρέδες» τραγουδά ο Στράμερ, σε μια περίοδο που βρίσκει το συγκρότημα στο απόγειο της εμπορικής τους επιτυχίας και το “υπόγειο” της καλλιτεχνικής τους πορείας.

Λίγα χρόνια αργότερα οι οπαδοί του συγκροτήματος συνειδητοποιούν με φρίκη ότι το Rock the Casbah ακούγεται στα κόκπιτ των αεροσκαφών που βομβαρδίζουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις η ακόμη και καταφύγια αμάχων στη Βαγδάτη. Οι Clash, παρά τη θέλησή τους είχαν διαπράξει ένα τρομακτικό ατόπημα. Θέλησαν να χτυπήσουν τη λογοκρισία και τις αυταρχικές μεθόδους αρκετών αραβικών και ισλαμικών κυβερνήσεων (φωτογραφίζοντας το καθεστώς του Αγιατολάχ Χομεϊνί στο Ιράν) αλλά αντ’ αυτού δημιούργησαν το «άτυπο εμβατήριο» των αμερικανικών στρατευμάτων.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Αύγουστος 2006

 

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR