Μπουργκάς: Ταξίδι στον Πύργο του Βάρναλη

Αποστολή Μπουργκάς

Οι λέξεις έρχονται συνειρμικά στο μυαλό στο άκουσμα της λέξης Μπουργκάς: αγωγός, πετρέλαιο, Αλεξανδρούπολη, Ρωσία. Λίγοι θυμούνται ότι αυτή η γωνιά της Μαύρης Θάλασσας γέννησε τον Κώστα Βάρναλη, φιλοξένησε ηττημένους του ελληνικού εμφυλίου και πρόδωσε κάποιους άλλους που ζούσαν εκεί για αιώνες.

“O Πύργος (Μπουργκάς τόνε λέγανε οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι), ήτανε μια νέα πολιτεία με όλα σχεδόν τα σπίτια και τα δημόσια καταστήματα καινούρια, με κανονική ρυμοτομία, με υπονόμους και τάξη πολλή σε όλα της”. Ήταν αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο Κώστας Βάρναλης κάθισε και έγραψε τις πρώτες αράδες για την πόλη που γεννήθηκε. Προτιμούσε να τη θυμάται όπως τη γνώρισε στα παιδικά του χρόνια, πριν αρχίσουν οι διωγμοί του ελληνικού στοιχείου. Την εποχή που τεράστιες ελληνικές σημαίες κυμάτιζαν στα ελληνικά φορτηγά πλοία που έδεναν στο λιμάνι της. “Παιδί εγώ τότες ενόμιζα, πώς το μπόι της σημαίας έδειχνε και το μεγαλείο του έθνους” θα γράψει χρόνια αργότερα χτυπώντας με θάρρος το μεγαλοϊδετατισμό της Αθήνας αλλά και των Ελλήνων καθηγητών του στο Μπουργκάς. Ήταν αυτός ο Βάρναλης που λίγο έλειψε να χάσει μια υποτροφία για σπουδές στην Αθήνα επειδή επέμενε να λέει ότι γεννήθηκε στον “Πύργο της Βουλγαρίας” και όχι στον “Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας”, όπως ήθελαν να ακούν οι “σωβινιστές” καθηγητές του.

Αυτή η “νέα πολιτεία” για την οποία μιλούσε ο μεγάλος ποιητής, έχει μετατραπεί πλέον στην τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας. Εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο λιμάνι της χώρας και ίσως ο μεγαλύτερος ενεργειακός κόμβος των Βαλκανίων. Όσοι την επισκεφτούν σήμερα, κομίζοντας σαν μοναδικό “τουριστικό οδηγό” τα Φιλολογικά Απομνημονεύματα του Βάρναλη, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα χαθούν ανάμεσα στα διυλιστήρια, τις σιδηροδρομικές γραμμές, τα καζίνο και τα μεγάλα ξενοδοχεία. “Ξέρετε ότι το ξενοδοχείο που θα μείνετε ανήκει σε έναν από τους μεγαλύτερους μαφιόζους της Βουλγαρίας;” ήταν οι πρώτες λέξεις του ταξιτζή που μας οδηγούσε στο κέντρο της πόλης. Δεν το ξέραμε, αλλά θα μπορούσαμε να το υποθέσουμε βλέποντας την εντυπωσιακή γυάλινη κατασκευή με θέα στο λιμάνι.

Σίγουρα αυτό δεν είναι ήταν το Μπουργκάς του Βάρναλη, όπου οι “παμπόνηροι Ρωμιοί και Εβραίοι έμποροι…πλουτίζανε από τους απλοϊκούς χωριάτες της Βουλγαρίας”. Άλλες οικονομικές ελίτ έχουν τώρα τον έλεγχο της πόλης.

Στον ένα αιώνα που πέρασε από την αποχώρηση του ποιητή, το Μπουργκάς έζησε δυο παγκόσμιους πολέμους, ένα “κομμουνιστικό” καθεστώς, τις θεραπείες σοκ των διεθνών οικονομικών οργανισμών, την επικράτηση των δυνάμεων της αγοράς αλλά και της μαφίας. Από βιομηχανικό κέντρο μετατράπηκε προς στιγμήν σε κέντρο σεξουαλικού τουρισμού ενώ τώρα επιχειρεί να προσελκύσει ξένους τουρίστες και επενδυτές. Και παραδόξως τα καταφέρνει. Εκατοντάδες Βρετανοί προσγειώνονται κάθε χρόνο στο αεροδρόμιό του για τις καλοκαιρινές τους διακοπές αλλά και για να αγοράσουν οικόπεδα λίγα χιλιόμετρα βόρεια της πόλης.

Προπύργιο Ψυχρών Πολέμων

Και αν όλα αυτά δεν αρκούν για να προσφέρουν στην πόλη το απόλυτο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό κομφούζιο, στην περιοχή ενδέχεται να εγκατασταθούν και μερικές δεκάδες Αμερικανοί στρατιώτες. Το Πεντάγωνο, το οποίο αποφάσισε εδώ και χρόνια να αναδιανείμει τις δυνάμεις του στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περιοχή και αρκετοί υψηλόβαθμοι στρατηγοί πέρασαν από εδώ για να ελέγξουν το χώρο. Με ένα ρωσικό αγωγό και μια αμερικανική βάση σε απόσταση αναπνοής το Μπουργκάς ίσως ζήσει το δικό του Ψυχρό Πόλεμο. Και δεν θα είναι η πρώτη φορά. Σε αρκετές περιπτώσεις στην ιστορία του βρέθηκε να ισορροπεί ανάμεσα στις διεκδικήσεις και τις πιέσεις των εκάστοτε “Μεγάλων Δυνάμεων”.

Οι πρώτοι που αναγνώρισαν τη στρατηγική σημασία της πόλης ήταν οι έποικοι από την αρχαία Απολλωνία (τη σημερινή Σωζόπολη) που έστησαν στην περιοχή παρατηρητήρια και στρατιωτικές βάσεις. Οι εγκαταστάσεις τους εξελίχθηκαν στην αρχαία πόλη του Πύργου που αποτελούσε προπύργιο της Απολωνίας απέναντι στην θρακική αποικία της Μεσημβρίας (Νεσεμπάρ). Ο Πύργος διατήρησε τη στρατηγική του σημασία και επί ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Εδώ εγκαταστάθηκαν οι βετεράνοι στρατιώτες του Βεσπασιανού – του αυτοκράτορα που εισέβαλε στη Βρετανία και ξεκίνησε την κατασκευή του Κολοσσαίου αλλά κινδύνευσε να μείνει στην ιστορία επειδή… αποκοιμήθηκε σε μια συναυλία προς τιμήν του Νέρωνα. Και στο Μεσαίωνα όμως, στην περιοχή δέσποζε αρχιτεκτονικά ένας αληθινός Πύργος που λειτουργούσε ως στρατιωτικό παρατηρητήριο.

Μόνο μετά την είσοδο της Βουλγαρίας στο πάλαι ποτέ Ανατολικό Μπλοκ η πόλη άρχιζε να αποκτά τα χαρακτηριστικά βιομηχανικού κέντρου. Το λιμάνι γιγαντώθηκε ενώ διυλιστήρια άρχισαν να φυτρώνουν σε απόσταση αναπνοής από το κέντρο της πόλης. Ο αέρας ήταν αποπνυκτικός τα βράδια και οι παραλίες μετατράπηκαν σε απαγορευμένες ζώνες. Το Μπουργκάς φαινόταν καταδικασμένο αλλά δεν παραδόθηκε Έθεσε τους δικούς του όρους. Σε αντίθεση με άλλες βουλγαρικές πόλεις που έζησαν την “σοσιαλιστική αστικοποίηση”, κατάφερε να κρατήσει ορισμένα αρχιτεκτονικά στοιχεία του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Όπως τα παλιά διώροφα σπίτια που σώζονται ακόμη στον λεγόμενο ελληνικό μαχαλά.

Το αποτέλεσμα της “αρχιτεκτονικής αντίστασης” ήταν η δημιουργία ενός πολιτισμικού μωσαϊκού που περιλαμβάνει τις καλύτερες και τις χειρότερες στιγμές της πόλης. Ανάμεσα στις, φωτισμένες με νέον, επιγραφές των καζίνο συναντάς δυο συναυλιακούς χώρους, όπου εκατοντάδες κάτοικοι παρακολουθούν καθημερινά συναυλίες κλασικής μουσικής. Το υπερσύγχρονο κτίριο του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου του Μπουργκάς βρίσκεται σε απόσταση μερικών μόνο τετραγώνων από τα εκτρωματικά μεγαθήρια όπου κάποτε στεγαζόταν “το σπίτι του λαού”. Και το βράδυ μπορείς να περπατήσεις, σε λίγα λεπτά, από τον ελληνικό μαχαλά μέχρι τις “κοσμικές γειτονιές” με τα μπαρ και τα κλαμπ της πόλης.

Από τους διωγμούς στον εμφύλιο

“Κούκλα μου αγαπημένη, εδώ να σε χαρώ”. Η Μίλκα Τρένεβα, Ελληνικής καταγωγής κάτοικος του Μπουργκάς, θυμάται το σχολικό ποίημα που είχε απαγγείλει πριν από δεκαετίες κρατώντας στην αγκαλιά της μια κούκλα. Απέναντί της έστεκαν οι ηττημένοι του ελληνικού εμφυλίου – ορισμένοι από τους πρώτους Έλληνες κομμουνιστές που βρήκαν καταφύγιο στις βουλγαρικές πόλεις για να γλιτώσουν την εξορία, τις φυλακές και τις εκτελέσεις. Τους θυμάται ακόμη πως βούρκωσαν όταν έφτασαν σε αυτή την άκρη της Μαύρης Θάλασσας και βρήκαν να τους περιμένει ένα κοριτσάκι που μιλούσε ελληνικά.
Και για την μικρή Μίλκα όμως ήταν μια περίεργη στιγμή. Μέχρι τότε της μάθαιναν να κρύβει την ελληνική της ταυτότητα. Και τώρα η δεύτερη πατρίδα της, η Βουλγαρία, της ζητούσε να τραγουδήσει στα ελληνικά για κάποιους ανθρώπους που έφτασαν εξόριστοι από τη δική τους πατρίδα. Η Βουλγαρία που το 1906 οργάνωνε τους ανθελληνικούς διωγμούς (για να πάρει, όπως έλεγε ο Βάρναλης, “στα χέρια της την εκμετάλλευση του Βούλγαρου χωριάτη από τους Έλληνες εμπόρους”) τώρα υποδεχόταν με τιμές μια νέα φουρνιά Ελλήνων. Οι εξόριστοι έφθαναν συνήθως στον Πύργο και ορισμένοι συνέχιζαν μέχρι τις κοντινές πόλεις της Μεσημβρίας, της Αγχιάλου, της Σωζόπολη και της Αγαθούπολης.

Σήμερα η Μίλκα Τρένεβα ανήκει στην ευάριθμη ομάδα Ελλήνων που αποτελούν τον ελληνικό σύλλογο του Μπουργκάς. Αρκετά από τα μέλη είναι πρόσφυγες που δεν γύρισαν ποτέ στην Ελλάδα. Άλλοι ζούσαν πάντα εδώ. Είναι πλέον δύσκολο να μιλήσεις για αμιγώς ελληνικές οικογένειες στην περιοχή. Ούτε και οι ίδιοι οι Έλληνες της Βουλγαρίας όμως θέλουν να διακρίνονται κατ’αυτόν τον τρόπο. Η Βουλγαρία δεν είναι λιγότερο πατρίδα γι’ αυτούς, είτε τους υποδέχτηκε για να τους σώσει είτε τους περιφρονούσε για να τους αφομοιώσει

“Μέχρι και την αλλαγή του καθεστώτος” λέει η κόρη της Μίλα, η Βικτωρία “δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε να έχουμε ένα τέτοιο σύλλογο… Και τώρα η ζωή στη Βουλγαρία έχει γίνει τόσο δύσκολη που δυσκολευόμαστε να τον συντηρήσουμε”. Παρόλα αυτά ο σύλλογος φαίνεται να τα καταφέρνει μια χαρά. Κάθε Κυριακή παραδίδονται μαθήματα ελληνικών, και κάθε χρόνο πραγματοποιούνται εκδηλώσεις με τη συμμετοχή συλλόγων και από την Ελλάδα. “Έχουμε μια χορωδία που παίζει τραγούδια του Θεοδωράκη” λέει η Βικτωρία ενώ θυμάται μια από τις τελευταίες εκδηλώσεις στη μνήμη του Βάρναλη.

Η Βικτωρία είναι από τους λίγους Έλληνες της μαύρης Θάλασσας που ήρθαν να σπουδάσουν στην Ελλάδα, αφού πρώτα έζησαν τη μετάβαση της Βουλγαρίας από το ούτως καλούμενο κομμουνιστικό καθεστώς προς την οικονομία της αγοράς. Τα συναισθήματά της είναι ανάμικτα, όπως άλλωστε και των νέων ανθρώπων της Βουλγαρίας. Κανένας δεν θα ήθελε να επιστρέψει στο παρελθόν αλλά όλοι δηλώνουν απογοητευμένοι από το παρόν. “Τα παιδιά της ηλικίας μου αισθάνονται προδομένα από αυτό το κράτος” μας λέει. Είχαν συνηθίσει σε ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα και σε μια άλλη κουλτούρα. Τώρα συνηθίζουν σταδιακά στην ανεργία.


Αρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή, Ιούνιος 2007