Ελάχιστες πόλεις έχουν συνδέσει το όνομά τους με ένα χορό. Και ελάχιστοι χοροί έχουν αποτυπώσει με τόσο πάθος και θλίψη την πολιτική, οικονομική και πολιτισμική ιστορία μιας ολόκληρης χώρας. Το τάνγο ανήκει στο Μπουένος Άιρες. Ή μήπως το αντίστροφο;

Βράδυ Σαββάτου στο Puerto Madero. Το παλιό λιμάνι του Μπουένος Άιρες, με τις γιγαντιαίες πορτοκαλί αποθήκες του τελωνείου έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα στέκια της αργεντίνικης πρωτεύουσας. Πολυτελή εστιατόρια παρατάσσονται στα ίδια σημεία όπου κάποτε αποβιβάζονταν καραβιές μεταναστών από την Ευρώπη. Δεκάδες χιλιάδες σκωτσέζοι, Ιταλοί, ισπανοί και Ιρλανδοί, αφού ενώθηκαν με τον τοπικό πληθυσμό, μετέτρεψαν μέσα σε λίγα χρόνια το χωριό Μπουένος Άιρες σε μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Νότιας Αμερικής.

Αυτό το ετερόκλιτο μίγμα ευρωπαίων μεταναστών, απελευθερωμένων σκλάβων από την Αφρική και γηγενών από την ηπειρωτική Αμερική αλλά και την Καραϊβική θα γεννήσει τον χορό τάνγκο κάπου μεταξύ του 1880 και του 1890. Η κουβανέζικη μουσική habanera, συναντά την ουρουγουανή και αργεντίνικη milonga ενώ δένεται με αφρικανικούς ρυθμούς και ευρωπαϊκές μελωδίες. O νέος χορός, που αναγκάζει το ζευγάρι να έρθει σε άμεση σωματική επαφή, είναι τόσο αναίσχυντα ερωτικός όσο επαναστατικά αισθησιακό ήταν κάποτε το βαλς. Και όπως και το βαλς, το τάνγκο θα χρειαστεί χρόνια για να περάσει από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας.

Αναζητώντας τις συνθήκες που γέννησαν την χορευτική επανάσταση κατευθύνομαι προς την περίφημη γειτονιά της Boca – την Τρούμπα του Μπουένος Άιρες. Εδώ κατέληξαν τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα μεγάλες ομάδες Ιταλών μεταναστών, που σύμφωνα με μια εκδοχή έδωσαν και το όνομα της περιοχής – από την γενοβέζικη συνοικία του Boccadasse. Οι μετανάστες, ως επί το πλείστον νεαροί άντρες, αναζητούσαν τη γυναικεία παρουσία στους δεκάδες οίκους ανοχής που ξεφύτρωναν στις πιο κακόφημες περιοχές και φυσικά στη Boca. Σύμφωνα μάλιστα με μια εκδοχή το Τάνγκο ανδρώθηκε σε αυτά τα χαμαιτυπεία σαν ένα μέσο προσέλκυσης πελατών.

Στη σημερινή Boca, ή τουλάχιστον στο κεντρικότερο σημείο της, η ανέχεια του παρελθόντος έχει μετατραπεί σε μια «Disneyland της φτώχειας». Δεκάδες μαγαζάκια προσφέρουν στους τουρίστες αναμνηστικά ενώ χορευτές και χορεύτριες φωτογραφίζονται με τους επισκέπτες. Ένα πολύχρωμο καρναβάλι που ελάχιστα διαφέρει από την τουριστική εξαθλίωση της Νέας Ορλεάνης ή τους τσολιάδες της Πλάκας. Παρόλα αυτά η ευρύτερη περιοχή της Boca κατάφερε να διατηρήσει το χρώμα της και τον άγριο και εγκληματικό πολιτισμό της. Αντί να μετατραπεί σε ένα είδος ζωολογικού κήπου για τουρίστες εγκλώβισε τους τουρίστες σε μια λωρίδα γης.

Αν απομακρυνθείς έστω και μερικά μέτρα από τον κεντρικό δρόμο (όπου πιθανότατα θα σε σταματήσει κάποιος αστυνομικός) βρίσκεσαι αυτομάτως στις πιο επικίνδυνες φτωχογειτονιές της πόλης. H Boca εξακολουθεί να τρομάζει το καθωσπρέπει Μπουένος Άιρες όχι μόνο λόγω της εγκληματικότητας αλλά γιατί σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές μετατρέπεται σε ένα πολιτικό εργαστήριο νέων ιδεών: εδώ δημιουργήθηκε το πρώτο κομμουνιστικό και αναρχικό συνδικάτο της χώρας, από εδώ εξελέγη το 1935 ο πρώτος σοσιαλιστής βουλευτής και εδώ ξεκίνησαν το 2001 ορισμένες από τις διαδηλώσεις και εξεγέρσεις που ανέτρεψαν δυο κυβερνήσεις σε διάστημα λίγων μηνών.

Αυτά τα νεαρά επαναστατικά κινήματα των αρχών του 20ου αιώνα θα αγκαλιάσουν τον πολιτισμό του Τάνγκο αλλά δεν θα καταφέρουν ποτέ να τον κρατήσουν αποκλειστικά δικό τους. Το απλουστευτικό σχήμα που θέλει το τάνγκο να αναπτύσσεται μόνο στις φτωχογειτονιές και να προκαλεί αλλεργία στα ανώτερα στρώματα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μπορεί η παλιά αριστοκρατία της Αργεντινής να το απεχθανόταν με όλη τη δύναμη της ψυχής της δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με τη γενιά των νεαρών αξιωματικών του στρατού και των ανερχόμενων εμπόρων που ζητούσαν ένα κομμάτι από την πίτα της εξουσίας. Όπως συνέβη και στην Τουρκία του Κεμάλ Ατατούρκ οι νεαροί αξιωματικοί θα «στελεχώσουν» τη νεογέννητη αστική τάξη της Αργεντινής και σύντομα θα επιβάλουν και τον πολιτισμό τους.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αργεντινή γνωρίζει τρομακτική ανάπτυξη φτάνοντας να αποτελεί την 10η πλουσιότερη χώρα του πλανήτη και την οικονομική ατμομηχανή της Νότιας Αμερικής. Μπορείς να διαισθανθείς αυτό το μεγαλείο περνώντας ένα βράδυ στην Confiteria Ideal, το ιστορικότερο καφέ της πόλης. Στον πρώτο όροφο ο χρόνος φαίνεται να σταμάτησε πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ενώ στο υπόγειο οι θεατροποιημένες παραστάσεις τάνγκο μπορεί να απευθύνονται αποκλειστικά σε τουρίστες αλλά διατηρούν κάτι από τους ήχους του παρελθόντος. Μια αργεντίνικη όπερα της πεντάρας όπου οι ρόλοι του καλού και του κακού αντιστρέφονται.

Η θριαμβευτική πορεία της Αργεντινής, όμως, και μαζί η λαμπρή πορεία του τανγκο θα ανακοπεί απότομα με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του ‘30. Το δικτατορικό καθεστώς που εγκαθίσταται στη χώρα απαγορεύει τις συναθροίσεις πολιτών και μαζί τις παραστάσεις του τανγκο οι οποίες είχαν φτάσει να συνοδεύουν κάθε δημόσια δραστηριότητα– από γιορτές μέχρι προβολές ταινιών στους κινηματογράφους. Μόνο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’40, όταν αρχίζει να λάμπει το άστρο του στρατηγού και μετέπειτα προέδρου Χουάν Περόν, θα λάμψει και το αναγεννημένο Tango.

Μπορείς να πάρεις μια μακρινή γεύση εκείνης της εποχής περπατώντας στην ιστορική Plaza de Mayo και συγκεκριμένα μπροστά από το ροζ προεδρικό μέγαρο – το Casa Rosada. Ένα περίεργο μπαλκόνι σε κοιτάζει από την πίσω πλευρά του κτιρίου. Σου προκαλεί δέος πόσες ιστορικές φυσιογνωμίες και πολιτικά και οικονομικά δόγματα και ιδεολογίες χώρεσαν ένα τόσο μικρό χώρο: Από εδώ παρουσίαζαν το φιλοφασιστικό αλλά και κατά μια έννοια φιλολαϊκό προφίλ τους ο Χουάν Περόν και η Εβίτα. Από εδώ κραύγαζε τα πολεμικά του μηνύματα ο δικτάτορας Γκαλτιέρι, προετοιμάζοντας τους Αργεντινούς για τον πόλεμο των Φόκλαντς. Εδώ διαφήμισε την επίπλαστη επιτυχία της παγκοσμιοποίησης επιτυχία η Madonna, τραγουδώντας το Don’t Cry for me Argentina. Και ύστερα, μετά την κατάρρευση του νεοφιλελευθέρου μύθου το 2001, από το ίδιο μπαλκόνι προσπαθούσε ο πρόεδρος Κίρχνερ να αναστηλώσει το χαμένο ηθικό μιας ταπεινωμένης χώρας. Και όλα αυτά με τους μελαγχολικούς ρυθμούς του τάνγκο να δίνουν συνεχείς μάχες με δικτάτορες και λαοπλάνους ηγέτες.

Το βράδυ στον ίδιο δρόμο χαζεύω τους περίφημους Cartoneros που μαζεύουν χαρτονένιες κούτες και σκουπίδια για να τα πουλήσουν για ανακύκλωση. Μετά την κρίση του 2001 όταν η Αργεντινή, ακολουθώντας τις συμβουλές του ΔΝΤ, κατέρρευσε οικονομικά, στρατιές από Cartoneros πλημμύρισαν τους δρόμους του Μπουένος Αϊρες. Ήταν τα μεσαία στρώματα που εν μια νυκτί βρέθηκαν στο δρόμο. Το μόνο που κατάφερε να τους προσφέρει το κράτος ήταν το διαβόητο El Tren Blanco – ένα λευκό τρένο χωρίς καθίσματα και με στοιχειώδη θέρμανση που τους μετέφερε κάθε βράδυ από τα προάστια προς το κέντρο της πόλης και το πρωί τους επέστρεφε στις νέες παραγκουπόλεις της Αργεντινής. Ένα θλιμμένο αλλά πάντα ζωντανό κομμάτι της κοινωνίας. Ίσως οι γνησιότεροι απόγονοι της ερωτικής θλίψης του Τάνγκο.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Passport, Ιούνιος 2011

20
CLOSE
CLOSE