Ο Τραμπ δοκιμάζει την παλιά συνταγή του φασισμού με στόχο τη δημιουργία ενός ακροδεξιού, εθνικιστικού μπλοκ, ενώ η Κλίντον παίζει το χαρτί του πολέμου υποσχόμενη κέρδη στις βιομηχανίες και συσπείρωση της εκλογικής βάσης απέναντι σε έναν κοινό εχθρό.

Αποκρουστικές! Με αυτή τη λέξη χαρακτήρισε το 82% των ερωτηθέντων τις προεκλογικές εκστρατείες του Τραμπ και της Κλίντον, σε έρευνα που πραγματοποίησε η αμερικανική εφημερίδα Νιου Γιορκ Τάιμς και το δίκτυο CBS. Η αποξένωση των δυο κομμάτων από την εκλογική βάση δεν έχει προηγούμενο στην πρόσφατη ιστορία των αμερικανικών εκλογών. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι μεγάλη μερίδα σχετικά προοδευτικών δυνάμεων (που σε παλαιότερες αναμετρήσεις έκαναν την καρδιά τους πέτρα και ψήφιζαν τον υποψήφιο των Δημοκρατικών) έστω και την τελευταία στιγμή συνειδητοποιούν ότι δεν υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ των υποψηφίων.

«Δεν πρόκειται να ψηφίσω με το αιδοίο μου», είπε η ηθοποιός Σούζαν Σάραντον στο BBC απαντώντας στην ερώτηση αν θα ήθελε να δει μια γυναίκα για πρώτη φορά στην προεδρία των ΗΠΑ. Η ίδια διευκρίνισε πως σε ό,τι αφορά τον πόλεμο στη Συρία, το περιβάλλον και τις διατλαντικές συμφωνίες εμπορίου δεν υπάρχει η παραμικρή διαφορά στις θέσεις των δυο κομμάτων και συνεπώς δεν θα ψηφίσει την Κλίντον ακολουθώντας την καταστροφική λογική του «μικρότερου κακού». Άγνωστο παραμένει εάν ένα τμήμα των δυσαρεστημένων υποψηφίων των Δημοκρατικών θα ψηφίσει το κόμμα των Πρασίνων εκφράζοντας έτσι την αγανάκτησή του για τις επιλογές και τη στάση της Χίλαρι Κλίντον.

Όσο μεγάλωνε όμως η απάθεια των ψηφοφόρων, τόσο οξυνόταν η αντιπαράθεση τμημάτων του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου που βρήκαν στις εκλογές μια ευκαιρία για να εκδηλώσουν παλιές και νέες αντιπαραθέσεις. Η βαθιά κρίση του αμερικανικού πολιτικού συστήματος φέρνει στην επιφάνεια συγκρούσεις ισχυρότατων παικτών που διεκδικούν μια ολοένα συρρικνούμενη «πίτα», τόσο στον τομέα της πολιτικής κυριαρχίας, όσο και της επιχειρηματικής κερδοφορίας.

Η παρέμβαση του διευθυντή του FBI, ο οποίος ανακίνησε την υπόθεση της ηλεκτρονικής επικοινωνίας της Κλίντον όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών, αποτελεί ένα θεσμικό «πραξικόπημα» που αμφισβητεί την πάγια πρακτική των μυστικών υπηρεσιών και του υπουργείου Δικαιοσύνης να μην παρεμβαίνουν (τουλάχιστον δημόσια) σε θέματα που αφορούν τους υποψήφιους, για διάστημα έξι μηνών πριν από τις εκλογές. Η κίνηση αυτή προκάλεσε πραγματικό εμφύλιο μέσα στο FBI με τουλάχιστον 100 υψηλόβαθμα στελέχη του γραφείου να απειλούν ότι θα παραιτηθούν εάν ο διευθυντής δεν αναιρούσε άμεσα τις καταγγελίες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ αλλά και το δίκτυο Fox, τα οποία ελέγχονται από τον Ρούμπερτ Μέρντοχ, επικαλούνταν αυτή την εβδομάδα ανώνυμες πηγές σύμφωνα με τις οποίες οι διωκτικές αρχές βρίσκονται πολύ κοντά στην ποινική δίωξη της υποψήφιας των Δημοκρατικών για τις οικονομικές δοσοληψίες του Ιδρύματος Κλίντον.

Παρόλα αυτά, η υποψήφια των Δημοκρατικών παραμένει φαινομενικά η εκλεκτή τόσο του μιντιακού όσο και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, στο οποίο η ίδια υπόσχεται να συνεχίσει την πολιτική του προκατόχου της Μπαράκ Ομπάμα: ουσιαστικά δηλαδή να διατηρήσει την τρομακτική αναδιανομή κεφαλαίου από τους κάτω προς τους επάνω. Αυτή η στήριξη όμως που απολαμβάνει η Κλίντον στην κορυφή δεν μεταφράζεται πάντα σε ψήφους στη βάση.

Η παράταξη των Δημοκρατικών βλέποντας την ψαλίδα με τον Τραμπ να κλείνει απειλητικά έπαιξε το βρώμικο χαρτί των καταγγελιών σεξουαλικής παρενόχλησης από την πλευρά του υποψηφίου των Ρεπουμπλικάνων προς υφιστάμενες του. Παράλληλα συνέχιζε να παρουσιάζει, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, τον Τραμπ σαν άνθρωπο της Ρωσίας και να αναζητά δάκτυλο του Κρεμλίνου στις διαρροές των Wikileaks, που συνεχίστηκαν και αυτή την εβδομάδα. Τέσσερις ημέρες πριν από τις εκλογές οι συνεργάτες του Τζούλιαν Ασάνζ είχαν δημοσιεύει σχεδόν το σύνολο των 50.000 μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που είχαν υποσχεθεί αποκαλύπτοντας τους στενούς δεσμούς της Χίλαρι Κλίντον με τράπεζες όπως η Γκόλντμαν Σακς, αλλά και μεγαθήρια της ψηφιακής τεχνολογίας, όπως η Apple και η Google. Σε τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε μάλιστα αυτή την εβδομάδα ο ιδρυτής των Wikileaks, υποστήριξε ότι η Κλίντον λαμβάνει χρηματοδότηση από τα ίδια οικονομικά κέντρα που δημιούργησαν και τον ISIS.

Εν τέλει, αν υπάρχει μια μάχη που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες στις ΗΠΑ δεν είναι η αντιπαράθεση των δυο κομμάτων του αμερικανικού κεφαλαίου, αλλά η σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας που εκδηλώνεται με τη μορφή απεργιακών κινητοποιήσεων σε ολόκληρη τη χώρα. Από τους 5.000 απεργούς στα μέσα μεταφοράς της Φιλαδέλφειας μέχρι τους 300 προγραμματιστές ηλεκτρονικών παιχνιδιών στο Λος Άντζελες και από τους 700 εργάτες σε χημικές βιομηχανίες στο Οχάιο μέχρι τους μουσικούς στη συμφωνική ορχήστρα του Πίτσμπουργκ, εργαζόμενοι προβάλλουν τις διεκδικήσεις τους μακριά από τις κορόνες της προεκλογικής εκστρατείας.

Αν συνυπολογίσει κανείς και τη ριζοσπαστικοποίηση τεράστιου τμήματος του πληθυσμού που εκφράστηκε μέσω του Μπέρνι Σάντερς (ασχέτως της στήριξης που αυτός παρείχε τελικά στην Κλίντον), συνειδητοποιεί εύκολα ποιες ανάγκες του συστήματος εκπροσωπούν οι δυο υποψήφιοι. Ο Τραμπ δοκιμάζει την παλιά συνταγή του φασισμού με στόχο τη δημιουργία ενός ακροδεξιού, εθνικιστικού μπλοκ που θα αναχαιτίσει ένα μαζικό προοδευτικό κίνημα, ενώ η Κλίντον παίζει το χαρτί του πολέμου υποσχόμενη κέρδη στις βιομηχανίες και συσπείρωση της εκλογικής βάσης απέναντι σε έναν κοινό εχθρό.

Οι δυο υποψήφιοι εκτελούν δύο απολύτως απαραίτητες λειτουργίες για τη διάσωση του συστήματος. Ποτέ άλλοτε στην αμερικανική ιστορία όμως δεν βρίσκονταν τόσο μακριά από την επίτευξη του στόχου τους.

 

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα Πριν – 5/11/2016

CLOSE
CLOSE