Οργισμένα σχόλια σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκαλεί από το απόγευμα η προσπάθεια του δημοσιογράφου του ΣΚΑΙ, Γ.Πιτταρά να συγκρίνει τη διαδικασία τηλεοπτικής αδειοδότησης με τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Μακρόνησο.

Πολύ σωστά επισημάνθηκε ότι η παράταξη της δεξιάς εθνικοφροσύνης, που παραδοσιακά υποστηρίζει ο ΣΚΑΙ (όταν δεν έδινε βήμα στη ναζιστική Χρυσή Αυγή) ανέφερε ότι «Στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων».

Εμείς θα προτιμήσουμε αντί άλλου σχολίου να παραθέσουμε τη διήγηση της Ζωζώς Νικηφοριδη για τον αδελφό της Νίκο, που βασανίστηκε στη Μακρόνησο και εκτελέστηκε το 1951 επειδή μάζευε υπογραφές για την παγκόσμια ειρήνη. Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο και την ελληνική αριστερά» (Εκδόσεις Εστία).

«Τώρα ποια είναι η Μακρόνησος και τι είναι η Μακρόνησος, ιδέα δεν είχαμε. Και μαθαίναμε κρυφά ότι τους δέρνουν, τους ταλαιπωρούν, τους κακοποιούν, ότι τους σκοτώνουν μέσα στη χαράδρα, κι έκλαιγε η μάνα μου και κλαίγαμε κι εμείς, χωρίς να ξέρουμε τι συμβαίνει ακριβώς. Σιγά σιγά βέβαια μαθεύονταν αυτά, γιατί πολλοί απολύθηκαν. Γιατί έκαναν δήλωση, γιατί έτσι, γιατί αλλιώς… και μαθαίναμε από αυτούς τι συμβαίνει στη Μακρόνησο. Τρομερά πράγματα δηλαδή. Στην κυριολεξία τρομερά πράγματα. Και πολλοί απ’ αυτούς έγραψαν βιβλία μετά.

Λοιπόν, όταν πέρασε αρκετός καιρός, γέννησα την Όλγα μου και ήταν η Όλγα δύο χρονών περίπου όταν τον άφησαν. Δηλαδή, σε χρονολογίες, ’48 παντρεύτηκα, αρχές του ’50 θα τον άφησαν. Αλλά πώς τον άφησαν; Ξέρεις πώς τον έφεραν όταν πήγαν και τον πήραν από το Λαύριο η μάνα μου κι ο πατέρας μου; Τον κρατούσαν και τον έφεραν σέρνοντας κουτσό.

Ο Θεόφιλος ο Φατσέας, αργότερα δήμαρχος του Βύρωνα, ήταν μαζί με τον Νίκο στο Μακρονήσι και, όπως μας είπε, είχε φάει κι αυτός πολύ ξύλο… όχι σαν τον Νίκο αλλά πολύ. Ήταν στο κεφάλι του Νίκου επάνω και τον πρόσεχε γιατί ο Νίκος ήταν σχεδόν αναίσθητος, ούτε έτρωγε κι ούτε μπορούσε να πηγαίνει για τις ανάγκες του. Ήταν λοιπόν ο Θεόφιλος ο Φατσέας, ο Βαγγέλης ο Γκρόζος ο οποίος πέθανε δυστυχώς, και ο Μακρής ο Παναγιώτης, ο δήμαρχος Καισαριανής, ο οποίος είναι ο μόνος που ζει, και άλλα παιδιά που εγώ δεν τα ξέρω. Λοιπόν, ο Φατσέας και ο Γκρόζος ο Βαγγέλης τον τάιζαν κουταλάκι κουταλάκι για να μην πεθάνει από την πείνα. Του άνοιγαν το στόμα και του έριχναν μέσα λίγο γάλα και οτιδήποτε άλλο. Και τον έγδυναν, έπαιρναν τα ρουχαλάκια του και τα έπλεναν στη θάλασσα, γιατί στη θάλασσα έπλεναν τα ρούχα τους εκεί πέρα. Τα μαρτύρια που πέρασε στη Μακρόνησο μου τα έλεγε και έλεγα ότι αυτά είναι απίστευτα. «Κοίταξε, γράψτε τα να μην ξεχαστούν. Εγώ δεν θα τα γράψω, είναι τόσοι άλλοι που θα τα γράψουν», έλεγε. Και πράγματι, βγήκαν βιβλία πολλά. Φοβερά πράγματα τα οποία δεν τα λέει μόνο ο Νίκος, τα λένε όλοι.

Μου είπε το εξής που θυμάμαι: «Κοίταξε να δεις, μπορούσα όλα να τα ξαναπεράσω και εκείνο που δεν θέλω ποτέ να ξαναπεράσω είναι το τσουβάλι με τη γάτα». Δηλαδή τους έβαζαν σ’ ένα τσουβάλι με μια γάτα μέσα, έκλειναν το τσουβάλι και τους έριχναν στη θάλασσα. Αυτό ήταν το χειρότερο μαρτύριο. Επίσης η ρέγκα που τους έδιναν το βράδυ. Ένα κομμάτι ψωμί, ρέγκα και νερό καθόλου το καλοκαίρι. Λοιπόν η ρέγκα χωρίς νερό ήταν το χειρότερο, λέει, μαρτύριο μαζί με το τσουβάλι με τη γάτα.

Όπως μου είπαν, δεν έβλεπε καθόλου πρώτα. Έβλεπε λιγάκι όταν ήρθε στο σπίτι. Με τραύμα στον εγκέφαλο από το ξύλο με ρόπαλο του Ιωαννίδη. Πάθαινε κρίσεις επιληπτικές από το χτύπημα. Και πεταγόταν απάνω, ψηλά, χωρίς να έχει συναίσθηση, κι έλεγε: «Κρατήστε με άμα με πιάσει κρίση, γιατί μπορεί να πέσω πάνω στα τζάμια και να τα σπάσω… δεν ξέρω τι κάνω». Όταν τον έπιανε η κρίση, σηκωνόμασταν -ο μπαμπάς μου είχε το νου του ο καημένος- και πέφταμε επάνω του να τον κρατήσουμε. Κι εκεί ήταν που φώναζε: «Όχι, βρε… όχι, βρε πουλημένοι… όχι, δεν υπογράφω». Δεν τα θυμάμαι τι ακριβώς φώναζε. Φώναζε, φώναζε κι έβγαινε και λίγο άσπρο σαν αφρός στο στόμα του. Και μετά έπεφτε σαν σε κώμα και μετά συνερχόταν σιγά σιγά.

Εκείνη την περίοδο, ήρθαν δύο παιδιά αλφαμίτες(*) -ήταν με στολή-, να δουν εάν όντως είναι στο σπίτι ο Νίκος… μήπως τον φυγαδεύσαμε, μήπως δεν ξέρω τι. Εγώ καθόμουν στο κρεβάτι δίπλα του και μου λέει: «Πήγαινε έξω». Πήγα. Μίλησαν… τι είπαν, δεν ξέρω, δεν μου είπε. Ξανάρχεται τη δεύτερη φορά ο ένας απ’ αυτούς. Κάθισαν μόνοι τους μέσα και μιλούσαν… τι είπαν δεν ξέρω. Φεύγοντας ο αλφαμίτης τον βλέπω και σκούπιζε τα μάτια του. Βουρκωμένα ήταν τα μάτια του και τα σκούπιζε. Και μπαίνω μέσα και είχε ανασηκωθεί στο κρεβάτι και μου έλεγε: «Νίκη μεγάλη… νικήσαμε… μεγάλη νίκη έχουμε σήμερα». «Τι, βρε αγόρι μου;» «Τι να σου πω τώρα», μου λέει, «άμα σου λέω, νικήσαμε!». Και εκ των υστέρων μου είπε ότι αυτό το παιδί πριν έδερνε χωρίς να έχει συναίσθηση γιατί δέρνει, το είχαν βάλει να δέρνει το παιδί, και ότι αυτό το παιδί του ορκίστηκε πλέον ότι είναι στο πλευρό μας. Τόσο πολύ δηλαδή συγκινήθηκε με την κουβέντα που του έκανε ο Νίκος, τον έπεισε. Μάλιστα είχαμε λάβει και κάτι γράμματα από μερικά παιδιά τα οποία δεν ξέρω τι έγιναν, τα κρατούσε η μάνα μου σ’ ένα φάκελο κι όταν ήρθε η χούντα, φοβήθηκε κι έπιασε και τα έκαψε όλα. Είχαμε κι άλλα πράγματα τότε.

Οι κρίσεις κράτησαν κάμποσο καιρό. Τον πήγαμε στο Δαφνί τότε και του κάναμε ηλεκτροσόκ να επουλωθεί το τραύμα στον εγκέφαλο».

CLOSE
CLOSE