Γιώργος Τσιάκαλος*
Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Νέοι άνθρωποι. Πήραν την άδειά τους μέσα στον χειμώνα και ήρθαν στην Ελλάδα. Δεν ανήκουν σ’ εκείνους που κάνουν τη Μύκονο διάσημη.

Ανήκουν σ’ αυτούς που βοηθούν την Ελλάδα να μη θρηνεί και «νεκρούς από την πείνα πρόσφυγες», φτάνουν αυτοί στη θάλασσα. Εγκαταστάθηκαν σ’ ένα χωριό πολύ κοντά στα σύνορα της Ειδομένης.

Και μήνες τώρα προσφέρουν καθημερινά πολλές χιλιάδες μερίδες ζεστό φαγητό στους/στις πρόσφυγες.

Δεν ανήκουν σε καμιά ΜΚΟ. Δεν θέλουν «πιστοποιημένη» την αλληλεγγύη τους, τη θέλουν αυτονόητη, καθημερινή πράξη, όπως συμβαίνει με τα ψώνια που κάνουν για την ηλικιωμένη γειτόνισσά τους.

«Ανήμπορη είναι, δεν θα της συμπαρασταθείς;» αναρωτιούνται, «και πρέπει γι’ αυτό να ζητήσεις έγκριση και να καταγραφείς;» απορούν.

Ετσι αισθάνονται, έτσι σκέφτονται κι έτσι λειτουργούν. Και βλέποντας την ανθρώπινη τραγωδία στην Ελλάδα, οργάνωσαν τις άδειές τους με τέτοιο τρόπο ώστε η ομάδα τους να έχει πάντα τριάντα άτομα που είναι απαραίτητα για να ανταποκρίνεται στις ανάγκες.

Νέοι άνθρωποι, με αντικομφορμιστική ενδυματολογική εμφάνιση, κι αυτοί χωρίς γραβάτα. Αποδεκτοί στο χωριό, η δουλειά τους, αντικείμενο θαυμασμού.

«Οργανωμένη η κουζίνα τους με ευρωπαϊκό τρόπο», θαυμάζουν οι κάτοικοι. Καθόλου τυχαίο, βέβαια.

Στο μικρό χωριό έχει εγκατασταθεί η συσσωρευμένη πολυετής πείρα και γνώση της «Κοινωνικής Κουζίνας του Φράιμπουργκ» και των αντίστοιχων του Βερολίνου, του Αμβούργου, του Αμστερνταμ και άλλων αυτόνομων κοινωνικών δομών αλληλεγγύης ευρωπαϊκών χωρών.

Είναι δομές που στις χώρες τους απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αυτή είναι η «διαπίστευσή» τους.

Αλλου είδους διαπίστευση δεν απαιτήθηκε ποτέ από το κράτος τους (που, σε αντίθεση μ’ εμάς, τυχαίνει να έχει και δομές κράτους πρόνοιας).

Τη Δευτέρα το πρωί άκουσαν να χτυπούν κάποιοι την πόρτα τους επιτακτικά και με δύναμη. Δεν πρόλαβαν καλά καλά να ανοίξουν και αγριωποί άνδρες μπούκαραν απαιτώντας «να βγουν όλοι έξω».

Αστυνομικοί με πολιτικά. Αργότερα έφτασαν και αστυνομικοί με στολή, συνοδευόμενοι από εισαγγελέα. Εκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό.

Το ίδιο και τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα στον δρόμο. Υπέβαλαν όλα τα άτομα σε σωματικό έλεγχο. Δεν βρήκαν τίποτε το επιλήψιμο. Εφυγαν μετά από τρεις ώρες.

Εξαιτίας της καθυστέρησης, η ομάδα βρέθηκε κοντά στους/ις πρόσφυγες «μόνο» με τέσσερις χιλιάδες μερίδες φαγητό.

Αποδείχτηκαν λίγες, καθώς, μαζί με τις χίλιες εννιακόσιες που πρόσφερε η Οικόπολις, δεν έφτασαν για να σιτίσουν επαρκώς τις οκτώμισι χιλιάδες άτομα που είχαν κατακλύσει τον καταυλισμό στο βενζινάδικο, είκοσι χιλιόμετρα πριν από τα σύνορα.

Ετσι, το βράδυ της Δευτέρας μερικές χιλιάδες πρόσφυγες κοιμήθηκαν νηστικοί.

Την ίδια ώρα, τα κοινωνικά δίκτυα στο εξωτερικό γέμισαν με την είδηση για «νέα επιχείρηση εκφοβισμού της ελληνικής αστυνομίας σε βάρος των αλλοδαπών αλληλέγγυων».

Ο υπουργός μας με υπερηφάνεια αποκαλεί αυτές τις επιχειρήσεις «επανακτούμε το κράτος».

Ομως πόσο υπερήφανοι μπορούν να είναι οι πολίτες για ένα κράτος όπου ισχύει το ρητό «Οταν το πρωί χτυπούν την πόρτα σου κι εσύ είσαι αλλοδαπός αλληλέγγυος, ασφαλώς δεν είναι ο γαλατάς»;

 

*ομότιμος καθηγητής Παιδαγωγικής στο ΑΠΘ

CLOSE
CLOSE