Σπύρος Μαρκέτος
Πηγή: Λέσχη

H ανακοίνωση που ακολουθεί δεν εστιάζει στις ενδεχόμενες χρήσεις του Γκράμσι σήμερα, μολονότι παρεμπιπτόντως εξυπονοεί κάποιες από αυτές. Θέλει απλώς να αναπλάσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο συγκροτείται η γκραμσιανή σκέψη, ώστε ν’ αναδείξει μέσα από ένα είδος αρχαιολογίας κάποιες σχέσεις της μ’ αυτό. Αναμφίβολα η ανάγκη κατανόησης κι αντιμετώπισης του φασισμού καθοδηγεί βασικές προβληματικές αυτής της σκέψης· μάλιστα αρκετές γκραμσιανές έννοιες, από την ηγεμονία ως τον πόλεμο θέσεων, διαμορφώνονται ακριβώς στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας. Ο Γκράμσι δεν είναι ενατενιστικός στοχαστής· αναπτύσσει μια φιλοσοφία της πράξης με στοχεύσεις κατεξοχήν πολιτικές. Η σκέψη του αναπτύσσεται με βάση τα δεδομένα του καιρού του· αν αργότερα, την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, γίνεται μια εξαιρετικά γόνιμη διανοητική μήτρα για την ανάπτυξη του “δυτικού μαρξισμού”, πάντως ο ίδιος ο Γκράμσι ανήκει σ’ αυτό που χαρακτηρίστηκε “μια ήδη μακρινή εποχή της ευρωπαϊκής σκέψης”.[2] Το έργο του απαντά στα πολιτικά και διανοητικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι σοσιαλιστές της Δεύτερης Διεθνούς, κεντρικό από τα οποία είναι η προσαρμογή του μαρξιστικού corpus ιδεών σε κοινωνίες που εν πολλοίς παραμένουν αγροτικές, και από αυτή την άποψη συμπορεύεται σε μεγάλο βαθμό με κείνο του Λένιν. Ωστόσο η Ιταλία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εξελίσσεται εντελώς διαφορετικά από τη Ρωσία· φιλοξενεί ένα νέο πολιτικό φαινόμενο, τον φασισμό, κι εδώ ο λίγο μεγαλύτερος του Γκράμσι, Μουσσολίνι, επιβάλλει το πρώτο φασιστικό καθεστώς της ιστορίας.

Στη συνέχεια λοιπόν θα δούμε συνοπτικά πώς αντιμετωπίζει την άνοδο του φασισμού ο Γκράμσι ως το 1926, οπότε ο ίδιος φυλακίζεται και η σκυτάλη της ανάλυσης του φασισμού περνά στον φίλο του Τολιάττι. Πρώτα όμως θα επισκοπήσουμε το πλαίσιο, και ιδίως τη στάση της αριστεράς απέναντι στο φασισμό.

Η αριστερά είναι ο πρώτος πολιτικός χώρος που αντιλαμβάνεται τον φασισμό ως κίνδυνο και αναζητά τρόπους για την καταπολέμησή του, ενώ οι μαρξιστές πρωτοστατούν στην κριτική μελέτη του φασισμού τον Μεσοπόλεμο[3]. Μεταξύ του 1920 και του 1928 αναπτύσσεται μια πλούσια κριτική σκέψη από στοχαστές πολλών ευρωπαϊκών χωρών, συνδεδεμένους τόσο με τη Δεύτερη όσο και με την Τρίτη Διεθνή, καθώς και με διάφορες τάσεις της αριστερής αντιπολίτευσης. Μετά το 1928 αυτή η σκέψη περιθωριοποιείται από τη σταλινική ορθοδοξία και αποτυχαίνει ν’ αποτρέψει την άνοδο του ναζισμού, αλλά δεν παύει να εξελίσσεται[4]. Οι σοσιαλιστικές θεωρίες για το φασιστικό φαινόμενο τονίζουν τη διασύνδεσή του με τον καπιταλισμό και απομυθοποιούν τη δήθεν επαναστατική και ‘αντιπλουτοκρατική’ ρητορεία των φασιστών –όλα αυτά ισχύουν βέβαια και για τη σκέψη του Γκράμσι. Ισχυρό τους σημείο ήταν ότι εντόπισαν τον φασισμό στο ευρύτερο πλαίσιο των κοινωνικών αγώνων του εικοστού αιώνα, κι έδωσαν έμφαση στις αιτίες και τις λειτουργίες του μάλλον, καθώς και στα αποτελέσματά του, παρά στην τυπολογία του, όπως κάνουν οι μεταπολεμικές θεωρίες ιδεοτύπων, ή στις πολιτισμικές του όψεις τις οποίες προβάλλουν οι κουλτουραλιστικές προσεγγίσεις. Το ότι ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου η αντιμετώπισή του τις βοήθησε να συγκεντρωθούν στα ουσιώδη, με διάφορους βαθμούς επιτυχίας.

Από πολιτική άποψη, οι σημαντικότερες αναλύσεις ήταν αυτές που επεξεργάστηκε η Τρίτη Διεθνής, στις οποίες, ας σημειώσουμε, η επίδραση του Γκράμσι ήταν μικρή στη διάρκεια της ζωής του, αλλά σημαντική, μέσω του Τολιάτι, μετά το 1935. Στο Τέταρτο Συνέδριό της, που συνέρχεται στη Μόσχα το 1922, λίγο μετά την Πορεία προς τη Ρώμη του Μουσσολίνι, η Κομμουνιστική Διεθνής διατυπώνει μια εντελώς στοιχειώδη ανάλυση του φασισμού[5]. Στο Πέμπτο της Συνέδριο, το 1924, με βάση μια ανάλυση που διαπίστωνε την υποτιθέμενη φασιστικοποίηση όλων των αστικών κομμάτων, αποκλείει τη συνεργασία με τους σοσιαλδημοκράτες για την αντιμετώπιση των φασιστών· και την ίδια πρακτική κατεύθυνση υιοθετούν οι απόψεις του Γκράμσι την περίοδο που θα εξετάσουμε[6]. Το επόμενο συνέδριο, του 1928, δέχεται μια ακραία ετερονομική θεωρία: ο φασισμός είναι απλό μέσο επικράτησης των αστών στη λεγόμενη ‘τρίτη περίοδο’ της οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού και της ανάπτυξης επαναστατικών κινημάτων. Οι διοράσεις του Γκράμσι και του Τολιάτι για το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι μικροαστοί στο φασισμό εγκαταλείπονται, οι δημιουργοί τους σιωπούν, και η θεωρία του ‘σοσιαλφασισμού’, η οποία διέκρινε στη σοσιαλδημοκρατία μια μετριοπαθέστερη εκδοχή του φασισμού και συντέλεσε στην απομόνωση κι εντέλει, στη Γερμανία, στην καταστροφή των αριστερών οργανώσεων, κυριαρχεί ως το Έβδομο Συνέδριο του 1935[7], οπότε εγκαταλείπεται για χάρη μιας αντίθετης ανάλυσης η οποία καθυστερημένα δικαιολογεί την πολιτική του ενιαίου μετώπου με αστικές δυνάμεις για την απόκρουση του φασισμού. Ο ορισμός του φασισμού που δίνεται τότε,[8] στηριγμένος στις απόψεις του Τολιάτι και του Δημητρώφ, αποτελεί τη βάση των σοβιετικών αναλύσεων για πολλές δεκαετίες. Είναι πιο οξυδερκής από τις απολογητικές του που συζητιούνται την ίδια εποχή σε ακαδημαϊκούς κύκλους[9], αλλά η ακραία ετερονομική του αντίληψη, που αντιμετωπίζει τον φασισμό σαν απλό όργανο ορισμένων αστών, αφήνει κρίσιμα κενά, καθώς αποδίδει την άνοδό του σε μια ορισμένη κοινωνική ελίτ και δεν εξετάζει ποιές αιτίες τόν τροφοδοτούν ‘από τα κάτω’.

Ο Γκράμσι, τώρα, επικεφαλής του κομμουνιστικού κόμματος στη μόνη χώρα στην οποία επικρατεί το πρώτο κύμα του φασισμού, επωφελείται από τα περιθώρια που αφήνει τότε η Τρίτη Διεθνής, η οποία δεν έχει ακόμη περάσει στον έλεγχο του Στάλιν, για να αναπτύξει πρωτότυπες αναλύσεις. Διατυπώνει λαμπρές διαισθήσεις σχετικά με το φασισμό, διάσπαρτες σε διάφορα σημεία του έργου του πριν και μετά τη φυλάκισή του, αλλά δεν αναπτύσσει πουθενά καμιά συστηματική του θεωρία. Αποτέλεσμα, η σχετική του αδυναμία ν’ αντιμετωπίσει το φασισμό, ο οποίος ωστόσο αποτελεί πρωταρχικό πολιτικό δεδομένο της Ιταλίας. Αυτή η αποτυχία παρακάμπτεται από κάποιους αγιογραφικούς μελετητές του έργου του,[10] ενώ από άλλους έχει αποδοθεί, μεταξύ άλλων, στο ότι δεν εξετάζει τον εθνικισμό πέρα από το επίπεδο της ηγεμονικής ταξικής συμμαχίας, και στην αδιαφορία του για ζητήματα οικονομίας.[11] Ωστόσο σημαντική είναι επίσης μια πολιτικής φύσης αιτία. Στα πρώτα χρόνια του φασισμού, που είναι και τα χρόνια που o Γκράμσι συγκρούεται με τους σοσιαλιστές κι εντέλει τούς εγκαταλείπει για να πρωτοστατήσει στην ίδρυση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τού είναι δύσκολο ν’ αναπτύξει μια ανάλυση που θα τόνιζε την ανάγκη ενότητας της αριστεράς μπροστά στον φασιστικό κίνδυνο.[12]

Την επαύριο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου ο Γκράμσι είναι απορροφημένος κυρίως από τις οργανωτικές ανάγκες του κινήματος των εργατικών συμβουλίων στη βόρεια Ιταλία και τις εσωτερικές διαμάχες των σοσιαλιστών, ενώ σιγά σιγά προσανατολίζεται προς την Τρίτη Διεθνή και προς αυτό που θεωρεί σκέψη του Λένιν, χωρίς στ’ αλήθεια να τά γνωρίζει.[13] Πρωτοσυζητά το φασισμό στα τέλη του 1920, αλλά δεν τον θεωρεί σοβαρό κίνδυνο· γενικά αργεί να δει πράγματα που εμείς, με την εύκολη εκ των υστέρων γνώση μας, άνετα διακρίνουμε.[14] Από την άλλη μεριά με οξυδέρκεια επισημαίνει συχνά τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις του φασιστικού κινήματος και υποδεικνύει ν’ αξιοποιηθούν για τη διάσπασή του, χωρίς ωστόσο να προσαρμόζει πάντοτε την πολιτική του σ’ αυτό το σκοπό. Στην πραγματικότητα, νεαρός και άπειρος ακόμη, συχνά υποστηρίζει αντιφατικές θέσεις.

Έτσι, για παράδειγμα, από τις αρχές του 1921 επισημαίνει τη σύνδεση του φασισμού με τους μικροαστούς και τη βία: τόν βλέπει σαν ένα διεθνές φαινόμενο, που έχει παρουσιαστεί νωρίτερα και στην Ισπανία, δηλαδή την προσπάθεια των μικρών και μεσαίων μικροαστών να λύσουν τα «γιγάντια προβλήματα» της μεταπολεμικής κρίσης του καπιταλισμού με «πολυβόλα και πιστολιές», επειδή «δεν γνωρίζουν ιστορία και αγνοούν την ιστορική εμπειρία».[15] Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου όμως εκτιμά, αντίθετα, πως ο φασισμός κατευθύνεται από το στρατιωτικό Γενικό Επιτελείο.[16] Λίγο αργότερα μιλά για «δυο φασισμούς» έτοιμους να χωρίσουν· έναν κοινοβουλευτικό των μικροαστών των πόλεων κι έναν αδιάλλακτο που κατευθύνεται από τους γαιοκτήμονες στην επαρχία.[17] Στα άρθρα του στην Ordine Nuovo σαφέστατα υποτιμά τον Μουσσολίνι και τον κίνδυνο που αυτός αντιπροσωπεύει, κι έτσι οδηγείται σε εντυπωσιακά λανθασμένες εκτιμήσεις, όπως όταν νομίζει ότι θα τηρηθεί η ανακωχή μεταξύ σοσιαλιστών και φασιστών τον Ιούλιο του 1921, ή όταν προφητεύει κάθε τόσο τη χρεωκοπία του φασισμού.[18] Η αμηχανία του μπροστά στο φαινόμενο αποτυπώνεται στην ιδέα ότι ο φασισμός είναι «ένας αυθόρμητος παλμός λογιών λογιών αντιδραστικής ενεργητικότητας, που άλλοτε συσσωματώνονται, άλλοτε διαλύονται και άλλοτε συγκλίνουν ξανά, ακολουθώντας τους επίσημους ηγέτες τους μόνον όταν οι εντολές των τελευταίων αντιστοιχούν στην εσώτερη φύση του [φασιστικού] κινήματος».[19] Προτού περάσει πολύς καιρός ο φασισμός γίνεται εργαλείο με το οποίο ο φιλελεύθερος Τζιολίττι εκβιάζει τους σοσιαλιστές.[20]

Δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε την απαρίθμηση αυτών των παλινδρομήσεων, απλώς ας προσθέσω πως μάλλον δεν ευσταθεί η άποψη, που διατυπώθηκε λόγου χάρη από τον Άνταμσον, ότι οι θέσεις του Γκράμσι άλλαζαν καθώς εκδηλώνονταν νέες όψεις του φασιστικού φαινομένου· η μορφή του φασισμού δεν άλλαξε μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1921. Ορθότερα θα λέγαμε πως ο Γκράμσι αναγκάζεται, καθώς ο φασισμός παρ’ όλες τις προβλέψεις του δυναμώνει, ν’ αναζητήσει νέες εξηγήσεις, αλλά η θεωρητική του σκευή ακόμη δεν αρκεί για κάτι τέτοιο, ενώ και οι πολιτικές του προτεραιότητες το αντιστρατεύονται. Οι ανακολουθίες του απηχούν τη γενικότερη αδυναμία των ιταλών κομμουνιστών να εξηγήσουν το φασισμό, η οποία βεβαίως συμβάλλει στη γοργή επικράτησή του. Στην πραγματικότητα, οι πρώτες συστηματικές αναλύσεις του φασισμού έρχονται από μεταρρυθμιστές σοσιαλιστές, όπως ο Τζιοβάννι Ζιμπόρντι, ο οποίος το 1922 εκδίδει τη Σοσιαλιστική κριτική του φασισμού, ή από το εξωτερικό.[21]

Οι ιταλοί κομμουνιστές, μεταξύ τους και ο Γκράμσι, αυτή την εποχή είναι προσανατολισμένοι στην προοπτική της επανάστασης. Αποκρούουν πολιτικές συνεργασίες με αστούς ή σοσιαλιστές για την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας, και ποντάρουν στην αποσύνθεση του φασισμού εξαιτίας των εσωτερικών του αντιθέσεων και στην ανατροπή του στην κατεύθυνση ενός κομμουνιστικού καθεστώτος. Αλλά τότε πρώτα πρώτα πρέπει να έρθει ο φασισμός. «Είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επανάσταση», εξηγεί ο Γκράμσι αρχές του 1922, «να καταλυθεί εντελώς η κοινοβουλευτική δημοκρατία και στην Ιταλία».[22] Παρόμοια ο Αμεντέο Μπορντίγκα, επικεφαλής της αντίθετης μερίδας του ΚΚΙ από τον Γκράμσι, δίνει προτεραιότητα στην πάλη εναντίον των σοσιαλιστών και όχι του φασισμού·[23] ακόμη και μετά την Πορεία προς τη Ρώμη του Μουσσολίνι δεν βλέπει ουσιαστική διαφορά μεταξύ φασισμού και αστικής δημοκρατίας, και κατορθώνει να επιβάλει μάλιστα αυτήν τη θέση στο Πέμπτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1924.[24] Ο Γκράμσι, πάλι, που τόν διαδέχεται στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, επιμένοντας στους ευσεβείς του πόθους, οργανώνει μυστικές συναντήσεις με τον ντ’ Αννούντσιο, στις οποίες ο τελευταίος δεν εμφανίζεται.[25] Τον Αύγουστο διακηρύσσει ότι «ο φασισμός τώρα εξαντλείται και πεθαίνει, ακριβώς επειδή δεν κράτησε καμιά από τις υποσχέσεις του» και αντίθετα επιτάχυνε την κρίση των μεσαίων τάξεων.[26] Την ίδια εποχή δημοσιεύει μια εντυπωσιακά οξυδερκή ανάλυση ορισμένων όψεων του φασισμού, την οποία ωστόσο συνοδεύουν καταστροφικά πολιτικά λάθη:

Σε τι συνίσταται η κρίση του φασισμού; Για να το κατανοήσουμε πρέπει πρώτα να ορίσουμε την ουσία του φασισμού. Αλλά η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει καμιά ουσία του φασισμού καθαυτή. Η ουσία του φασισμού το 1922-23 δόθηκε από ένα ορισμένο σύστημα συσχετισμών δύναμης που υπήρχε τότε στην ιταλική κοινωνία. Σήμερα αυτό το σύστημα έχει αλλάξει βαθιά, και η ‘ουσία’ έχει σ’ ένα βαθμό εξατμιστεί. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του φασισμού συνίσταται στο γεγονός ότι κατόρθωσε να δημιουργήσει μια μαζική οργάνωση των μικροαστών. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που συνέβη κάτι τέτοιο. Η πρωτοτυπία του φασισμού συνίσταται στο ότι βρήκε τη σωστή μορφή οργάνωσης για μια κοινωνική τάξη που ήταν πάντοτε ανίκανη να έχει συνοχή ή ενοποιητική ιδεολογία: αυτή η μορφή οργάνωσης είναι ο στρατός στο πεδίο της μάχης. Η πολιτοφυλακή είναι λοιπόν ο κριός του εθνικού φασιστικού κόμματος. Δεν μπορεί κανείς να διαλύσει την πολιτοφυλακή χωρίς να διαλύσει και ολόκληρο το κόμμα.[27]

Τονίζει λοιπόν το πρωτεϊκό στοιχείο της ιδεολογικής σκευής του φασισμού, την κοινωνιολογική του στήριξη στους μικροαστούς και το στρατιωτικό οργανωτικό του στοιχείο. Ωστόσο και αυτή η ανάλυση έχει ημερομηνία λήξης. Ως τα τέλη του 1924 ο Γκράμσι αποσύρει το Κόμμα από το κοινό μέτωπο της αντιπολίτευσης· τορπιλλίζοντας κάθε προσπάθεια κοινής δράσης για την ανατροπή του φασισμού προβάλλει τώρα μια ακραία εργαλειακή κι ετερονομική του σύλληψη:

Με δυο λόγια, η ‘δημοκρατία’ οργάνωσε το φασισμό όταν αισθάνθηκε ότι δεν μπορούσε πλέον ν’ αντισταθεί στην πίεση της εργατικής τάξης σε συνθήκες ακόμη και απλώς τυπικής ελευθερίας. Ο φασισμός, συντρίβοντας την εργατική τάξη, επέστρεψε στη ‘δημοκρατία’ το δικαίωμα της ύπαρξης. Η μπουρζουαζία θα ήθελε αυτός ο καταμερισμός εργασίας να λειτουργεί τέλεια, ώστε η εναλλαγή φασισμού και δημοκρατίας ν’ αποκλείσει για πάντα κάθε δυνατότητα ανάκαμψης της εργατικής τάξης.[28]

Λίγο αργότερα ο Γκράμσι μιλά γι’ αυτονόμηση του φασισμού: είναι “ένα κίνημα που η μπουρζουαζία νόμιζε πως θα γινόταν απλό ‘εργαλείο’ αντίδρασης στα χέρια της, αλλά από τη στιγμή που κλήθηκε κι εξαπολύθηκε έγινε χειρότερο και από το διάβολο, παύοντας ν’ αφήνει άλλους να τό κυριαρχούν και προχωρώντας από μόνο του”.[29] Kαι πάλι όμως αρνείται να συναγάγει τα προφανή πολιτικά συμπεράσματα, και ποντάρει στην ανατροπή του φασισμού από μια προλεταριακή εξέγερση. Όταν ο Μουσσολίνι κηρύσσει την κατάργηση των τελευταίων υπολειμμάτων της δημοκρατίας, στις 3 Ιανουαρίου του 1925, ο Γκράμσι φαντάζεται πως ο δικτάτορας ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το φασισμό και να στήσει ένα συντηρητικό κόμμα. Έτσι, ζητά από το Κομμουνιστικό Κόμμα ν’ αρχίσει να ψάχνει για όπλα για να ξεκινήσει την ένοπλη πάλη και κατακεραυνώνει τον Τρότσκι, που είχε αρχίσει ν’ αμφιβάλλει για το αν επίκειται η επανάσταση στην Ευρώπη, σαν αναβλητικό και ηττοπαθή.[30]

Στο διάστημα που μεσολαβεί ως τη φυλάκισή του η ανάλυση του Γκράμσι για το φασισμό αποκτά μεγαλύτερη συνοχή κι εκλέπτυνση. Στις «Θέσεις της Λυών», τις οποίες διατυπώνει μαζί με τον Τολιάττι τέλη του 1925 -υιοθετούνται με συντριπτική πλειοψηφία από το Kόμμα τον Ιανουάριο του 1926- στηρίζει τις ελπίδες του στην εκτίμηση πως η επανάσταση μπορεί να μην πραγματοποιηθεί στις πιο ανεπτυγμένες χώρες, αλλά στους «αδύνατους κρίκους» όπου το καπιταλιστικό σύστημα προσφέρει μικρότερη αντίσταση· δηλαδή, στην Ιταλία μετά τη Ρωσία, και ακριβώς στην επανάσταση μπορεί να συμβάλει ο φασισμός οξύνοντας τις αντιθέσεις.[31] O τελευταίος τώρα παρουσιάζεται σαν ένα «κίνημα ένοπλης αντίδρασης», το οποίο ευνοήθηκε στη γέννησή του απ’ όλες ανεξαιρέτως τις παλιές άρχουσες ομάδες, αλλά ιδίως από τους γαιοκτήμονες, και στηρίχθηκε κοινωνικά στους μικροαστούς των πόλεων και σε μια νέα αγροτική αστική τάξη ορισμένων περιοχών. Συσπείρωσε γύρω του νέες κοινωνικές κατηγορίες, οι οποίες αντλούσαν από τις πρόσφατες καταβολές τους μια ομοιογένεια και μια κοινή νοοτροπία ‘γεννώμενου καπιταλισμού’. Οργανώθηκε όμως με βάση τους στρατιωτικούς σχηματισμούς και, αρπάζοντας το κράτος από τα παλιά κυρίαρχα στρώματα, συγκρούστηκε με τις παραδοσιακές θεωρίες γι’ αυτό και για τις σχέσεις του με τους πολίτες. Αντικατέστησε λοιπόν την τακτική των συμβιβασμών με το σχέδιο της οργανικής ενότητας όλων των αστικών δυνάμεων σ’ έναν ενιαίο πολιτικό οργανισμό υπό τον έλεγχο ενός και μόνου κέντρου, που θα διεύθυνε συγχρόνως κόμμα, κυβέρνηση και κράτος, αποσπώντας στην πορεία την υποστήριξη «του πιο αποφασιστικά αντιδραστικού κομματιού της βιομηχανικής μπουρζουαζίας και των γαιοκτημόνων» (Θέση 15). Έτσι όμως καταλύει εντελώς την κοινωνική συνοχή και την πολιτική υπερδομή, προετοιμάζοντας άθελά του την επανάσταση. Στο οικονομικό πεδίο δρα ως όργανο της βιομηχανικής και γαιοκτημονικής ολιγαρχίας και συγκεντρώνει τον πλούτο στα χέρια τους, δυσαρεστώντας τους μικροαστούς που τόν είχαν αρχικά υποστηρίξει. Στο εξωτερικό τείνει στον ιμπεριαλισμό και προετοιμάζει «έναν πόλεμο που επιφανειακά θα επιδιώκει την ιταλική επέκταση, αλλά στην πραγματικότητα η Ιταλία θα γίνει όργανο της μιας ή της άλλης από τις ιμπεριαλιστικές ομάδες που αγωνίζονται για την παγκόσμια κυριαρχία» (Θέση 16). Οι πολιτικές του επιλογές προκαλούν βαθιές αντιδράσεις στις μάζες, και κυρίως απομακρύνουν από τις κυρίαρχες δυνάμεις τους αγρότες του νότου και των νησιών και ριζοσπαστικοποιούν τους μικροαστούς (Θέση 17· εξ ού και η ευκαιρία της προλεταριακής ηγεμονίας). Η στρατιωτική επιβολή, η καταστολή και η νομοθεσία με τις οποίες ο φασισμός θέλει να παγιώσει το σύστημά του θα διαρραγούν όμως και θα συντριβούν απότομα (Θέση 18). Τη λύση θα δώσει μια εξέγερση των χωρικών συμμάχων του προλεταριάτου εναντίον των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων, ενώ η δημοκρατική αστική αντιπολίτευση δεν θα παίξει ρόλο· απλώς εμποδίζει την αναδιοργάνωση της εργατικής τάξης και την πραγμάτωση του ταξικού της προγράμματος (Θέσεις 17, 18β, 21).

Η ίδια ανάλυση αναπτύσσεται στις θέσεις που υποβάλλει ο Γκράμσι στην Εκτελεστική Επιτροπή του ΙΚΚ αρχές Αυγούστου του 1926. Τονίζεται –και αυτό ισχύει γενικά για τις θέσεις του για το φασισμό- ότι πρόκειται για μια ανάλυση χονδρική, υπό συζήτηση και προσωρινή, η οποία είναι απαραίτητο να εκλεπτυνθεί περισσότερο. Σύμφωνα μ’ αυτήν πάντως οι εσωτερικές εντάσεις του φασισμού τείνουν να τόν διασπάσουν σε δυο πτέρυγες, μια κυρίαρχη μεγαλοαστική και συντηρητική και μια άλλη μικροαστική κι εστιασμένη στο φασιστικό κόμμα. Η τελευταία είναι πολυκεντρική και θολή, αλλά μπορεί να προκαλέσει στρατιωτική αδυναμία του φασισμού αν απομακρύνει απ’ αυτόν τους μικροαστούς, για παράδειγμα την επαύριο μιας οικονομικής κρίσης.[32] Στις χώρες τις οποίες ο Γκράμσι χαρακτηρίζει ‘περιφερειακές’ – Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνία, Βαλκάνια, κι εν μέρει Γαλλία και Τσεχοσλοβακία- οι μικροαστοί αποτελούν ένα ισχυρό στρώμα. Σε μεγάλο βαθμό επιβάλλουν τη δική τους πολιτική κι επηρεάζουν ιδεολογικά το προλεταριάτο, αλλά ιδίως τις αγροτικές μάζες, και την εποχή αυτή στρέφονται, τονίζει, προς τ’ αριστερά. Συγχρόνως ο Γκράμσι εκδηλώνει αμφιβολίες για το αν «το πέρασμα από το φασισμό στη δικτατορία του προλεταριάτου θα γίνει απευθείας», καθώς δεν μπορούν να προσελκυστούν στο επαναστατικό στρατόπεδο οι ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες τελικά θα κρίνουν τη σύγκρουση. Επομένως μια οικονομική κρίση θα μπορούσε να φέρει στην εξουσία έναν δημοκρατικό αντιβασιλικό συνασπισμό, στηριγμένο, εννοείται, σ’ αυτούς τους μικροαστούς. Τι πρέπει λοιπόν να κάνει το Κόμμα;

Πρέπει από σήμερα κιόλας να ελαχιστοποιήσουμε την επιρροή και την οργάνωση των κομμάτων που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν αυτό τον αριστερό συνασπισμό, ώστε να κάνουμε πιθανότερη την επαναστατική κατάρρευση του φασισμού […] Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να προσπαθήσουμε να συντομεύσουμε όσο μπορούμε το δημοκρατικό διάλειμμα, αρχίζοντας από σήμερα κιόλας να διευθετούμε όσο γίνεται πιο ευνοϊκές συνθήκες προς όφελός μας.[33]

Συνοψίζοντας, ενόσο βρίσκεται επικεφαλής των ιταλών κομμουνιστών ο Γκράμσι αναπτύσσει μια ανάλυση του φασισμού, ή μάλλον αλλεπάλληλες διαδοχικές αναλύσεις, πολύ πιο ευαίσθητες από εκείνες που πρόβαλλε την ίδια εποχή η Τρίτη Διεθνής, αλλά και πάλι ανεπαρκείς και πάντως προσαρμοσμένες στις ανάγκες μιας πολιτικής η οποία ματαίωνε τη συνεργασία με τις υπόλοιπες αντιφασιστικές δυνάμεις ποντάροντας στην προοπτική της επανάστασης. Οι τοτινές αστοχίες του βεβαίως δεν ακυρώνουν τις κατοπινές θεωρητικές του διοράσεις· απλώς, αναγνωρίζοντάς τες μπορούμε να δούμε τις τελευταίες πιο κριτικά. Η προσπάθεια να δικαιολογηθεί η πολιτική αυτή επιλογή τόν παρακινεί σε εξαιρετικά γόνιμες θεωρητικές αναζητήσεις, που καρποφορούν τον καιρό της φυλακής και απολήγουν στην επεξεργασία εννοιών όπως η ηγεμονία, οι οποίες ανανεώνουν τη σοσιαλιστική σκέψη και, όταν διαχέονται αργότερα στην αριστερά, συντελούν στην πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας του 1960. Το παράδοξο είναι όμως ότι τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ το πολιτισμικό πρόγραμμα της αριστεράς γίνεται ολοένα κι ευρύτερα αποδεκτό, αυτό δεν αρκεί για ν’ αποφύγουν οι πολιτικοί της φορείς μια σειρά από βαριές ήττες. Με αποτέλεσμα η σημερινή κατάσταση να παρουσιάζει σημαντικές διαφορές βέβαια αλλά και αναλογίες με την εποχή που οδήγησε στον φασισμό.

Τα σημερινά δεδομένα είναι ότι τα πολιτικά συστήματα στη Δύση αυταρχικοποιούνται σε βαθμό πρωτοφανή μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ το παγκόσμιο σύστημα βαδίζει προς τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση μετά το 1929. Το φάσμα των ενδεχόμενων απαντήσεων σ’ αυτές τις εξελίξεις εκτείνεται από την προώθηση ριψοκίνδυνων και δαπανηρών αλλ’ αναγκαίων μεταρρυθμίσεων για τη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων και την αποκατάσταση της δημοκρατίας και της οικολογικής ισορροπίας ως την εμπέδωση διαφόρων τύπων καθεστώτων έκτακτης ανάγκης. Η πολιτική κυριαρχία της άκρας δεξιάς στις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ και αρκετά χρόνια, η οποία είναι αμφίβολο αν μπορεί να τερματιστεί ομαλά, και οι αναιμικές ευρωπαϊκές αντιδράσεις απειλούν ν’ απονομιμοποιήσουν σ’ αυτήν τη χώρα κάθε ριζοσπαστική αμφισβήτηση, δημιουργούν το φόβο ότι το μοντέλο που τείνει να επικρατήσει είναι το δεύτερο. Τα χρόνια που έρχονται και η ευρωπαϊκή αριστερά ίσως βρεθεί μπροστά σε διλήμματα ανάλογα εκείνων που αντιμετώπισε ο Γκράμσι τη δεκαετία του 1920. Ορθά επιμένει στην αξιοποίηση των μεταγενέστερων θεωρητικών διοράσεων της σκέψης του, αλλά επείγει συνάμα να καλύψει τα τυφλά του σημεία και να διδαχτεί από τα πολιτικά σφάλματά του. Όσο δεν δημιουργεί κοινωνικές συμμαχίες ικανές ν’ αποκρούσουν σημείο προς σημείο το πρόγραμμα διεύρυνσης των ανισοτήτων, αέναου πολέμου και κατάλυσης των ελευθεριών που προωθεί σήμερα η άκρα δεξιά, κινδυνεύει να οδηγηθεί στο περιθώριο των εξελίξεων.

[1] Διαβάστηκε στο επιστημονικό συνέδριο που οργάνωσε το Κέντρο Πολιτικών Ερευνών, «Ο Αντόνιο Γκράμσι στις σημερινές Κοινωνικές Επιστήμες και τη Θεωρία», 30 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου του 2007, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

[2] Peter Ghosh, “Gramscian hegemony: an absolutely historicist approach”, History of European Ideas 27 [2001], σ. 14. Νομίζω ότι ευσταθούν οι θέσεις του Γκός για τις καίριες συγκρούσεις μεταξύ μαρξικής και γκραμσιανής σκέψης, που αναπτύσσονται σ’ αυτό το άρθρο.

[3] Η βασική μελέτη για το ζήτημα παραμένει το David Beetham, Marxists in Face of Fascism, Manchester University Press, Μάντσεστερ 1984, που περιέχει επίσης μια καλή σειρά μεταφράσεων σχετικών κειμένων όλων των μαρξιστικών τάσεων. Μια συνοπτική παρουσίαση της εξέλιξης των αντιλήψεων της Τρίτης Διεθνούς για τον φασισμό βλ. σε Martin Kitchen, Fascism, Macmillan, Λονδίνο 1976, σ. 1-11· για μια σύγχρονη οπτική, η οποία ωστόσο δεν προσθέτει πολλά στις δυο προηγούμενες μελέτες, βλ. ακόμη το Dave Renton, Fascism: Theory and Practice, Pluto Press, Λονδίνο 1999. Μια παλαιότερη, αλλά πάντοτε χρήσιμη χάρη στην ευρεία εποπτεία της, προσέγγιση από συγκριτική ιστορική σκοπιά βλ. στον πέμπτο τόμο της Ιστορίας της σοσιαλιστικής σκέψης ενός μεγάλου βρετανού ιστορικού του εργατικού κινήματος, οπαδού του δημοκρατικού σοσιαλισμού: G. D. H. Cole, Socialism and Fascism 1931-1939, Macmillan, Λονδίνο, Μελβούρνη, Τορόντο 1969 [1958]. Παρά τον τίτλο της, εστιάζει στα πολιτικά συγκείμενα μάλλον παρά στην ιδεολογική πλευρά της σύγκρουσης.

[4] David Beetham, Marxists in Face of Fascism, ό.π., σ. 1.

[5] Βλ. τις σχετικές συζητήσεις σε M. Kitchen, Fascism, ό.π., σ 2 κ.ε. Ως ‘ετερονομική θεωρία’ αποδίδω τον όρο ‘agency theory’.

[6] Βλ. τη σχετική απόφαση σε D. Beetham, Marxists in Face of Fascism, ό.π., σ. 152-153.

[7] Βλ. τις πηγές που παρατίθενται στο ίδιο, σ. 155 κ.ε. Aναλυτικά για την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς αυτή την περίοδο βλ. το εξαιρετικό έργο του Έντουαρντ Καρ, Εdward Hallet Carr, The Twilight of Comintern 1930-1935, Μacmillan, Λονδίνο 1982, σ. 45-103. Βλ. ακόμη το απαραίτητο έργο του Πουλαντζά, Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και δικτατορία. Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στο φασισμό, μετάφραση Χριστίνα Αγριαντώνη, Ολκός, Αθήνα 1975 [1970]. Η τότε στάση της Τρίτης Διεθνούς απέναντι στον φασισμό πήγαζε από τη γενικότερή της εκτίμηση πως ο καπιταλισμός είχε μπει στην περίοδο της τελικής του κρίσης, κι επομένως κύριοι εχθροί της επερχόμενης επανάστασης δεν ήταν οι φασίστες αλλά οι μεταρρυθμιστές που θα μπορούσαν, έστω και πρόσκαιρα, να σταθεροποιήσουν το αστικό σύστημα, και ιδίως οι σοσιαλδημοκράτες.

[8] ‘Ο φασισμός στην εξουσία είναι η απροκάλυπτη, τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σωβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού καπιταλισμού’· βλ. σχετικά στο ίδιο, σ. 179-186.

[9] Βλ. ορισμένες απ’ αυτές παρακάτω, στο σημείο όπου συζητούμε τη στάση των ελληνικών επιστημονικών περιοδικών απέναντι στον φασισμό. Για τις συγκαιρινές προσεγγίσεις του φασισμού βλ. ιδίως Pierre Aycoberry, La Question nazie. Les interpretations du national-socialisme 1922-1975. Seuil, Παρίσι 1979. Την οξυδέρκεια, για τα μέτρα της εποχής, των τριτοδιεθνιστικών αναλύσεων για τον φασισμό αναγνωρίζει και ο Άρνο Μάγιερ: Arno J. Mayer, Dynamics of Counterrevolution in Europe, 1870-1956. An Analytic Framework, Harper and Row, Νέα Υόρκη, Evanston, Λονδίνο 1971, σ. 14-20.

[10] Λόγου χάρη από τη Mazzocchi, ή από το κάπως αγιογραφικό Walter L. Adamson, “Gramsci’s Interpretation of Fascism”, Journal of the History of Ideas 41 [1980], σ. 615-633.

[11] Peter Ghosh, “Gramscian hegemony: an absolutely historicist approach”, History of European Ideas 27 [2001], σ. 40.

[12] Όπως παρατήρησε ο David Beetham, Marxists in Face of Fascism, Manchester University Press, Μάντσεστερ 1984, σ. 14.

[13] Alastair Davidson, «Gramsci and Lenin 1917-1922», The Socialist Register 1974, σ. 138.

[14] W. Adamson, “Gramsci’s Interpretation of Fascism”, ό.π., σ. 616.

[15] [Antonio Gramsci], “Italia e Spagna”, L’Ordine Nuovo, φ. της 11ης Μαρτίου 1921, όπως αναδημοσιεύεται στο David Beetham, Marxists in Face of Fascism, ό.π., σ. 82.

[16] [Antonio Gramsci], “Socialists and fascists”, L’Ordine Nuovo, φ. της 11ης Ιουνίου 1921, όπως αναδημοσιεύεται στο Quintin Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, Lawrence and Wishart, Λονδίνο 1978.

[17] [Antonio Gramsci], “The Two Fascisms”, L’Ordine Nuovo, φ. της 25ης Αυγούστου 1921, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[18] Βλ. λόγου χάρη [Antonio Gramsci], “Reactionary Subversiveness”, L’Ordine Nuovo, φ. της 22aς Ιουνίου 1921, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π.· «Leaders and masses», L’Ordine Nuovo, φ. της 3ης Ιουλίου 1921, στο ίδιο.

[19] [Antonio Gramsci], “The «arditi del popolo”», L’Ordine Nuovo, φ. της 22aς Ιουνίου 1921, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[20] [Antonio Gramsci], “Οne Year”», L’Ordine Nuovo, φ. της 15ης Ιανουαρίου 1922, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[21] Βλ. τις βασικές της όψεις στο D. Beetham, Marxists in Face of Fascism, ό.π., σ. 88-96. Ο Ζιμπόρντι, «ορθόδοξος» μαρξιστής, διέκρινε ως κοινωνικές βάσεις του φασισμού τους παλιούς πολεμιστές, τους μικροαστούς και τους μεγαλοαστούς και κτηματίες, κι επέρριπτε την ανάπτυξή του στην πρόωρη εξεγερσιακότητα των ιταλών σοσιαλιστών το 1919-1920, η οποία δεν ανταποκρινόταν στην καθυστέρηση του καπιταλισμού.

[22] [Antonio Gramsci], “Οne Year”, L’Ordine Nuovo, φ. της 15ης Ιανουαρίου 1922, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[23] Αυτήν τη γραμμή επέβαλε στο Συνέδριο της Ρώμης του ΚΚΙ, τον Μάρτιο του 1922. Βλ. D. Beetham, Marxists in Face of Fascism, ό.π., σ. 96-99.

[24] D. Beetham, Marxists in Face of Fascism, ό.π., σ. 6.

[25] Walter L. Adamson, “Gramsci’s Interpretation of Fascism”, Journal of the History of Ideas 41 [1980], σ. 618.

[26] Antonio Gramsci, “The Italian Crisis”, L’Ordine Nuovo, φ. της 1ης Σεπτεμβρίου 1924, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[27] Antonio Gramsci, “The Italian Crisis”, L’Ordine Nuovo, φ. της 1ης Σεπτεμβρίου 1924, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[28] [Antonio Gramsci], “Democracy and Fascism”, L’Ordine Nuovo, φ. της 1ης Νοεμβρίου 1924, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[29] [Antonio Gramsci], “Τhe Fall of Fascism”, L’Ordine Nuovo, φ. της 15ης Νοεμβρίου 1924, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[30] Antonio Gramsci, “Report to the Central Committee, 6 February 1925”, L’Ordine Nuovo, φ. της 1ης Νοεμβρίου 1924, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[31] Antonio Gramsci- Palmiro Togliatti, “The Italian Situation and the Tasks of the PCI – ‘The Lyons Theses’”, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[32] Antonio Gramsci, “Α Study of the Italian Situation. Report to the 2-3 August Meeting of the party’s Executive Committee”, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

[33] Antonio Gramsci, “Α Study of the Italian Situation. Report to the 2-3 August Meeting of the party’s Executive Committee”, όπως αναδημοσιεύεται στο Q. Hoare (επιμ. και μτφρ.), Antonio Gramsci, Selections from political writings (1921-1926)«, ό.π..

CLOSE
CLOSE