Κώστας Γούσης

Πηγή: K-Lab

«Το τέλος της προοδευτικής ηγεμονίας και η αντιδραστική στροφή στη Λατινική Αμερική. Το τέλος ενός κύκλου;»

Έτσι τιτλοφορείται πρόσφατο άρθρο του καθηγητή κοινωνιολογίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού (UNAM) Massimo Modonesi. Ο Modonesi αναλύει τον πολιτικό κύκλο που έχει ανοίξει στη Λατινική Αμερική τον 21ο αιώνα ανατρέχοντας στις γκραμσιανές έννοιες της παθητικής επανάστασης και του καισαρισμού και κάνει λόγο για έναν προοδευτικό και αντιιμπεριαλιστικό «καισαρισμό». Σε αυτά τα πλαίσια, προσπαθεί να προβληματοποιήσει την υπόθεση του «τέλους ενός κύκλου» στην τωρινή συγκυρία όχι με τους όρους ενός οριστικού τέλους, αλλά με την έννοια του τέλους μιας ηγεμονικής προοδευτικής φάσης του κύκλου αυτού. Το σημείο καμπής τοποθετείται, σε αυτή την οπτική, στο έτος του 2013 όπου γίνεται αισθητή η μετάβαση από ένα προοδευτικό σε ένα όλο και πιο αντιδραστικό προφίλ. Αυτή η στροφή αποτυπώνεται πρώτα και κύρια στην οικονομία με δημοσιονομικές πολιτικές που ευνοούν το κεφάλαιο εις βάρος της εργασίας και του περιβάλλοντος, αλλά και τη σχέση των κυβερνήσεων με τα κοινωνικά κινήματα με όλο και πιο συχνή προσφυγή σε κατασταλτικές πρακτικές.

Βέβαια, ο αρθρογράφος σημειώνει ότι υπάρχουν χρονικές και τυπικές αποκλίσεις ως προς τη στροφή των διάφορων χωρών διακρίνοντας από τη μια την Αργεντινή, τη Βραζιλία και το Εκουαδόρ και από την άλλη τη Βενεζουέλα, τη Βολιβία και την Ουρουγουάη. Όσο σημαντικό λάθος είναι η υποτίμηση του ευρύτερου πλαισίου και των συνολικών κοινωνικών-πολιτικών εξελίξεων και διεθνών σχέσεων στην υπο-ήπειρο, άλλο τόσο είναι οι αφηρημένες γενικεύσεις που χάνουν τις ιδιαιτερότητες του κάθε κοινωνικού σχηματισμού και του τρόπου εκτύλιξης της ταξικής πάλης και του πολιτικού αγώνα. Όπως χαρακτηριστικά σημείωνε παλιότερα ο Ντανιέλ Μπενσαϊντ η «ολίσθηση προς τα αριστερά» στην πραγματικότητα μεταφράζεται από αποκλίνοντες προσανατολισμούς, που ξεκινούν από τη δυναμική της ρήξης με το δεσποτισμό των αγορών (Βενεζουέλα) και φτάνουν μέχρι την αναγγελθείσα συνέχιση των φιλελεύθερων πολιτικών (Χιλή), περνώντας από μια ειδική μορφή «σοσιαλ-φιλελευθερισμού», που συγγενεύει με τον «τρίτο δρόμο» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας Η Βενεζουέλα και η Βολιβία ξεχωρίζουν, καθώς συγκροτούν το πιο δυναμικό πεδίο αντιφατικής (άλλοτε δημιουργικής και άλλοτε συγκρουσιακής) αλληλεπίδρασης μεταξύ κινημάτων και κυβέρνησης, όπως τεκμηριώνει ο Ben Dangl στο πολύ χρήσιμο έργο «Χορεύοντας με το δυναμίτη. Κοινωνικά κινήματα και κράτη», όπου συγκεντρώνει πλούσιο συγκριτικό εμπειρικό υλικό από 11 λατινοαμερικάνικες χώρες με αριστερές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις.

Τι έγινε όμως τα τελευταία χρόνια και γίνεται λόγος παντού για τέλος ενός κύκλου, έστω με χρονικές ποσοτικές και ποιοτικές διαφορές; Παρά την προσπάθεια των πιο ένθερμων υποστηρικτών να θεωρήσουν υπερβολικές τις αιτιάσεις περί τέλους ή να τις αποδώσουν σε υπεραριστερές θέσεις όσων «ποτέ δεν αναγνώρισαν ότι αυτός ο κύκλος υπήρξε», τα πραγματολογικά δεδομένα είναι αμείλικτα. Στις πρώτες του δηλώσεις μετά τις εκλογές στην Αργεντινή, ο πολυεκατομμυριούχος νεοφιλελεύθερος επιχειρηματίας Μαουρίτσιο Μάκρι χαρακτήρισε τη νίκη του ως «αλλαγή μιας εποχής». Η φράση, κατά ειρωνικό τρόπο, θύμιζε την αντίστοιχη του Ραφαέλ Κορέα το 2007 ότι δεν πρόκειται για «μια εποχή αλλαγών, αλλά την αλλαγή μιας εποχής», μόνο που πλέον αντιστρέφεται εκ νέου το βέλος. Η νεοφιλελεύθερη νίκη στην Αργεντινή ήλθε λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές της 6ης Δεκέμβρη και η βενεζολάνικη αντιπολίτευση ήταν η πρώτη που τη χαιρέτισε ένθερμα. Ο Μάκρι έσπευσε να απειλήσει το Μαδούρο ότι θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να διώξει τη Βενεζουέλα από την κοινή αγορά (Μερκοσούρ) κατηγορώντας την κυβέρνηση για παραβίαση της «ρήτρας περί δημοκρατίας». Η Λίλιαν Τιντόρι ηγετική μορφή της προεκλογικής καμπάνιας του MUD και σύζυγος του, πρόσφατα καταδικασθέντος σε 14ετή κάθειρξη για τα αιματηρά επεισόδια του 2014, Λεοπόλδου Λόπεζ (πρόσωπο κλειδί για τις εξελίξεις) σ.1 τουιτάρει στις 22 Νοέμβρη ότι η ελπίδα νίκησε, η Αργεντινή έκανε το αδύνατο δυνατό κι επόμενη στάση θα είναι η Βενεζουέλα.

Πώς βλέπει ο Economist τις μετεκλογικές εξελίξεις; Μαθαίνοντας από τους φόβους της «άλλης πλευράς».

Δυστυχώς η 6η Δεκέμβρη ήλθε κι επιβεβαίωσε τη Λίλιαν Τιντόρι! Σε αυτές τις περιπτώσεις ο άνθρωπος έχει αυθόρμητα την τάση να κατηγοριοποιεί τις αντιδράσεις απέναντι στα γεγονότα προσφεύγοντας στη χαρά και τη λύπη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι νεοφιλελεύθεροι απανταχού της γης πανηγύρισαν με τις εξελίξεις, ενώ καθεμιά και καθένας που αγωνίζεται ενάντια στην εκμετάλλευση και την αδικία, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης ή κριτικής απέναντι στη μπολιβαριανή διαδικασία, κυριεύτηκε από λύπη. Η προσφυγή όμως στα συναισθήματα, όσο σημαντική κι αν είναι για την κοινωνική και πολιτική δράση, άλλο τόσο παραλυτική μπορεί να καταστεί ως μοναδικό αναλυτικό εργαλείο μιας αντιφατικής κατάστασης με πολλαπλές δυναμικές. Επιλέγουμε, λοιπόν, να ακολουθήσουμε εκείνη την παλιά σπινοζική ρήση: «να μην κλαίμε, να μην γελάμε, αλλά να καταλαβαίνουμε». Κι αν έχουμε να μάθουμε κάτι απ’ το πώς σκέφτεται και γράφει το βαρύ πυροβολικό της «άλλης πλευράς», το δίδαγμα είναι ότι τηρεί κατά γράμμα τις προτροπές του Σπινόζα.

O Economist, λόγου χάριν, στο κεντρικό άρθρο της 7ης Δεκεμβρίου σπεύδει να μην περιοριστεί σε ανέξοδους πανηγυρισμούς αλλά να στοχαστεί γύρω απ’ το ότι η νίκη της αντιπολίτευσης δεν παρέχει κανέναν οδικό χάρτη για τη Βενεζουέλα. Στην πραγματικότητα, σημειώνει, η χώρα δεν έχει μία αλλά δύο κυβερνήσεις: μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία της αντιπολίτευσης και ένα καθεστώς που ακόμη ελέγχεται από τους τσαβίστας. Τόσο το καθεστώς όσο και η αντιπολίτευση είναι εσωτερικά διχασμένες. Το ερώτημα για το MUD είναι η εξισορρόπηση της αποφασιστικότητας του να τελειώνει με τον τσαβισμό, που είναι και η αιτία γύρω από την οποία ενοποιείται η αντιπολίτευση. Το MUD, μπορεί να προτιμήσει η παρούσα κυβέρνηση,να υποστεί το πολιτικό κόστος οικονομικών μεταρρυθμίσεων, πόσο μάλλον στο βαθμό που στερείται ενός δικού της πλήρως μελετημένου οικονομικού προγράμματος. Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, βέβαια, αναγκαία σημαίνουν το «undoing», όπως το ονομάζει, της Μπολιβαριανής Επανάστασης, προς όφελος των συμβιβασμών και αβεβαιοτήτων μιας συνηθισμένης δημοκρατίας και μεικτής οικονομίας. Στο MUD θα υπάρξουν φωνές που θα σπρώχνουν στην επίσπευση του «undoing” με σπασμωδικές και βίαιες κινήσεις, ενώ στο τσαβικό μπλοκ θα προταθεί μια σκληρή γραμμή για να διατηρηθεί η επανάσταση. Ο Economist φαίνεται να προκρίνει μια μεταβατική κυβέρνηση τεχνοκρατών με συνεργασία ήπιων τσαβιστών και μετριοπαθούς αντιπολίτευσης που θα φέρει εις πέρας βραχυπρόθεσμα επώδυνες αλλά αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Κι αν αναρωτιέστε γιατί δίνουμε τόση σημασία στο τι γράφει ο Εconomist για τη Βενεζουέλα, αρκεί να θυμίσουμε ότι ο Μαρξ συνήθιζε να λέει ότι στις σελίδες του Economist η άρχουσα τάξη «μιλά στον εαυτό της». Ο Economist παρακολουθεί τις πρώτες κινήσεις του τσαβικού μπλοκ τις μέρες μετά τις εκλογές και, με γνωστή πλέον και την πλειοψηφία 2/3 του MUD στην Εθνοσυνέλευση, στις 10 του μηνός η γραμμή φαίνεται να έχει αλλάξει. Αν και το άρθρο τιτλοφορείται «Λόγοι για να πανηγυρίζεις», το βάρος πέφτει και πάλι στην κατανόηση των εξελίξεων γύρω από το κεντρικό ερώτημα αν είναι εφικτή μια κυβέρνηση συνεργασίας. Τι ξεχωρίζει ως ιδιαιτέρως αρνητικά σημάδια; Ότι ο Μαδούρο διαμήνυσε ότι δε θα αποδεχθεί την παροχή αμνηστίας σε 70 κρατούμενους που σχετίζονται με την αντιπολίτευση, ανάμεσα στους οποίους ο Λεοπόλδος Λόπεζ. Το άρθρο εκφράζει φόβους ότι η τωρινή Βουλή μπορεί να εξουσιοδοτήσει τον Πρόεδρο να περνάει νόμους με διατάγματα για αόριστο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, η αισιοδοξία για τις δυνατότητες που δίνει η αυξημένη πλειοψηφία είναι συγκρατημένη. Αν και τυπικά μπορεί να ανακαλέσει και να διορίσει νέους δικαστές, ουσιαστικά η διαδικασία της ανάκλησης έχει διαδικαστικές λεπτομέρειες που δεν ξεπερνιούνται εύκολα. Εν τω μεταξύ, ο απερχόμενος Πρόεδρος της Βουλής ανακοίνωσε ότι πριν διαλυθεί η Βουλή στα τέλη του Δεκέμβρη θα διοριστούν 12 νέοι δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, η Βουλή μπορεί να καθαιρέσει υπουργούς αλλά η κυβέρνηση ορίζει αντικαταστάτριες/τες. Και η κυβέρνηση μέχρι το 2018 θα είναι ούτως ή άλλως τσαβική ανεξάρτητα απ’ την πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση. Εκτός κι αν αξιοποιηθεί η δυνατότητα της αυξημένης πλειοψηφίας για διεξαγωγή δημοψηφίσματος ανάκλησης του Προέδρου και νέες προεδρικές εκλογές. Ο Economist φαίνεται να προκρίνει πλέον τη λύση αυτή κάνοντας λόγο για «μια δημοκρατική αντεπανάσταση» όπου οι ψηφοφόροι που τιμώρησαν το καταπιεστικό καθεστώς πρέπει να αδράξουν την ευκαιρία και να ανακαλέσουν τον Πρόεδρο. Ίσως ο Μαδούρο να θεωρηθεί υπεύθυνος της κατάστασης και να μην αντισταθούν οι τσαβιστές στην ανάκλησή του. Και τότε όμως. καταλήγει υπαινικτικά, τι μπορεί να εγγυηθεί ότι η αντιπολίτευση δε θα αντιμετωπίσει στις νέες προεδρικές εκλογές κάποιον ακόμη πιο σκληροπυρηνικό αντικαταστάτη του Μαδούρο;

Υπάρχει ζωή μετά τις 6 Δεκέμβρη; Το ξέσπασμα του μετεκλογικού ριζοσπαστισμού στη βουλή και το λαό

Όσα φοβάται ο Economist, αν αντιστραφεί το ταξικό πρόσημο, αποτελούν τις δυνατότητες μιας άλλης κοινωνικής και πολιτικής πορείας της Βενεζουέλας. Σε κάθε περίπτωση, δε θεωρούμε ότι η υπόθεση έχει κλείσει όπως μια ορισμένη αριστερή νοοτροπία που την ίδια στιγμή που είναι η πιο αντι-εκλογική και αντι–κρατική, όλως παραδόξως θεωρεί τις εκλογές ως το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της μπολιβαριανής διαδικασίας. Ποια στοιχεία συνηγορούν στη δυνατότητα μιας σκληροπυρηνικής, όπως την ξορκίζει ο Economist, στροφής; Ήδη στο πρώτο μέρος κάναμε σχετικές αναφορές στο λαϊκό κοινοβούλιο δρόμου. Σχεδόν κάθε μέρα μετά τις 6 Δεκέμβρη επιβεβαιώνει ότι η βενεζολάνικη εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα θα παλέψουν σκληρά για τις κατακτήσεις τους. Στις 15 Δεκεμβρίου το ΚΚ Βενεζουέλας και πολλά συνδικάτα ζήτησαν από το Μαδούρο να προχωρήσει στην έγκριση νόμου για τον εργατικό έλεγχο πριν από τις 5 Γενάρη. Το σχέδιο νόμου είχε υποβληθεί στην Εθνοσυνέλευση με λαϊκή πρωτοβουλία το 2007 αλλά μπλοκαρίστηκε από τη γραφειοκρατία και ποτέ δεν τέθηκε προς ψήφιση. Αν και στο νόμο για την Εργασία και τους Εργαζομένους (LOTTT), που ανακοινώθηκε από τον Τσάβες την Πρωτομαγιά του 2012, τα εργατικά συμβούλια αναγνωρίστηκαν ως οργανωτικές δομές, εξακολουθούν εντούτοις να στερούνται μιας νομοθετικής βάσης ακριβούς περιγραφής αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων. Το σχέδιο νόμου που προτείνουν τώρα το ΚΚ και τα συνδικάτα περιλαμβάνει 17 άρθρα και θέτει τις βάσεις για να τεθούν βασικοί τομείς της οικονομίας υπό εργατικό έλεγχο. Τα συμβούλια, μεταξύ άλλων, εξουσιοδοτούνται να συνδιαμορφώνουν με την κυβέρνηση τις κατευθύνσεις της εθνικής παραγωγής και να ελέγχουν τη χρήση των διαθέσιμων πόρων. Το ΚΚΒ χαρακτηρίζει το νόμο αυτό δομικό στοιχείο ενός σχεδίου μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Επίσης, θα αποτελέσει ασπίδα απέναντι στις επιθέσεις της νέας πλειοψηφίας της Εθνοσυνέλευσης που διακηρύσσει ότι θα καταργήσει τον ίδιο το νόμο για την Εργασία και τους Εργαζομένους (LOTTT) σε αγαστή συνεργασία με το σύνδεσμο εργοδοτών FEDECAMARAS που τη χρηματοδοτεί.

Ο Μαδούρο δεν ανταποκρίθηκε (τουλάχιστον ακόμη) στην πρόταση του ΚΚ, αλλά προώθησε ειδική νομοθεσία για να θωρακιστούν οι κοινωνικές κατακτήσεις και μέτρα για να αυξηθεί ο εργατικός και κοινοτικός έλεγχος, όπως το πέρασμα της κρατικής τηλεόρασης στα χέρια των εργαζομένων. Στο μεταξύ, δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι ξεσηκώθηκαν ενάντια στις απειλές της αντιπολίτευσης για ιδιωτικοποιήσεις. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα των εργαζομένων του κρατικού φορέα τηλεπικοινωνιών CANTV που είχε ιδιωτικοποιηθεί τη δεκαετία του ’90 και εθνικοποιήθηκε το 2007 από την τσαβική κυβέρνηση. Επίσης, ο Μαδούρο επανενεργοποίησε κι εγγυήθηκε τη θεσμική ισχύ διαφόρων Προεδρικών συμβουλίων που αποτελούν θεσμό αδιαμεσολάβητης επαφής του Προέδρου με εκπροσώπους κοινωνικών κινημάτων. Σε επαφή μάλιστα με τις LGBTQ κοινότητες της Βενεζουέλας εγκαινίασε το συμβούλιο για την προώθηση της σεξουαλικής διαφορετικότητας υπενθυμίζοντας τη ρήση του Τσάβες ότι «ματσό είναι μόνο ο καπιταλισμός». Στη συνεδρίαση της 23ης Δεκέμβρη, επιβεβαιώθηκε άλλος ένας φόβος του Economist. Όχι μόνον εγκρίθηκε ο διορισμός 13 δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά με την απλή πλειοψηφία του PSUV πέρασε ο νόμος ενάντια στη χρήση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών και απαγορεύτηκαν οι πατέντες ιδιωτικών εταιρειών στους σπόρους. Ο νόμος χαιρετίστηκε από τα περιβαλλοντικά κινήματα, ενώ το MUD, πιστός υπηρέτης των πολυεθνικών, αποκάλεσε τη νομοθεσία αντισυνταγματική και δεσμεύτηκε ότι θα αποκαταστήσει την τάξη από το νέο έτος. Εξ άλλου, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η απερχόμενη βουλή μπορεί να περάσει νόμους μέχρι και τις 5 Γενάρη. Τις προσεχείς ημέρες αναμένεται να εγκριθεί νομοσχέδιο για την προστασία των εργαζόμενων γυναικών κατά τη διάρκεια του τοκετού και βελτίωση της περίθαλψης, με βάση σχέδιο που έχει υποβληθεί ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης από γυναικίες και φεμινιστικές οργανώσεις.

Τελευταία, αλλά ιδιαιτέρως σημαντική εξέλιξη, ήταν η σύγκλιση στις 15 Δεκεμβρίου του Εθνικού Κοινοβουλίου Κοινοτικών Συμβουλίων. Με πάνω από 30.000 κοινοτικά συμβούλια που συγκροτούνται σε ευρύτερες συσσωματώσεις, τις κομμούνες, είναι η πρώτη φορά που συγκροτείται ένα πανεθνικό όργανο μιας δομής «από τα κάτω» που συγκεντρώνει κινηματικές, πολιτικές και διοικητικές λειτουργίες. Σύμφωνα με τον απερχόμενο Πρόεδρο της Βουλής Diosdado Cabello, με τη λειτουργία του κοινοβουλίου η εξουσία θα βρεθεί σε αυτόν που είναι κυρίαρχος να την ασκεί, το λαό. Στόχος είναι η δημιουργία ενός χώρου, μιας θεσμικής πλατφόρμας, που θα δίνει τη δυνατότητα στον οργανωμένο λαό να έχει πρόσβαση σε πόρους, διαδικασίες λήψης αποφάσεων κτλ., ελέγχοντας τη λειτουργία της Εθνοσυνέλευσης και προτείνοντας απευθείας σχέδια νόμου στον Πρόεδρο Μαδούρο. Σημειωτέον ότι ο νόμος για τα κοινοτικά συμβούλια δίνει δυνατότητες στην κυβέρνηση που δεν είχαν αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα. Η σύγκλιση ήταν απρόσμενη με αποτέλεσμα οι λεπτομέρειες για το ρόλο, την εξουσία, τη σύνθεση και τη λειτουργία του κοινοβουλίου να μην έχουν οριστεί επακριβώς και στην πρώτη συνεδρίαση να υπάρξουν καταγγελίες για τον τρόπο επιλογής των αντιπροσώπων, το χρόνο των ομιλητών κ.α.

Τα κοινοτικά συμβούλια έχουν μία αυτόνομη δυναμική που υπερβαίνει τους επικοινωνιακούς ελιγμούς της κυβέρνησης και σε πολλές περιπτώσεις έχουν έρθει σε κατά μέτωπο αντιπαράθεση με τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά. Για το λόγο αυτό, η κίνηση τρομοκράτησε την αντιπολίτευση, ενώ στελέχη της έκαναν λόγο για «κρατικό πραξικόπημα» και δημιουργία παράλληλου θεσμού ανταγωνιστικού προς την Εθνοσυνέλευση. Το Εθνικό Κοινοτικό Κοινοβούλιο τυπικά λειτουργεί ως συμπληρωματικό σώμα στην Εθνοσυνέλευση επιφορτισμένο με διακριτές αρμοδιότητες, που περιγράφονται με σαφήνεια στο σύνταγμα της χώρας. Προφανώς, η συγκυρία της σύγκλισης δεν είναι τυχαία. Όπως τονίστηκε στην εναρκτήρια συνεδρίαση, η θεσμοθέτηση πανεθνικού οργάνου είναι ασπίδα των «εκφράσεων της λαϊκής εξουσίας», που είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της μπολιβαριανής διαδικασίας, και προληπτικό χτύπημα απέναντι στη νέα πλειοψηφία που θα είναι στην υπηρεσία της αστικής τάξης χωρίς καμία ενασχόληση με τις ανάγκες του λαού. Είναι πιθανό η νέα Βουλή να επιχειρήσει να το καταργήσει μετά τις 5 Γενάρη.

384238_670924506344572_65467524159985977_n

Próxima Estación: Esperanza! Μίλησε κανείς για ελπίδα;

Για τον αριστερό εκδότη και διανοητή Luis Bilbao η σύγκλιση του Εθνικού Κοινοτικού Κοινοβουλίου σηματοδοτεί την έναρξη δυαδικής εξουσίας στη Βενεζουέλα. Οι μετεκλογικές εξελίξεις είναι σίγουρα ελπιδοφόρες αλλά η αισιοδοξία μας είναι σαφώς πιο συγκρατημένη. Πριν προχωρήσουμε στις επιφυλάξεις ας κάνουμε μια στάση στην ελπίδα. Άλλωστε από το 2015 η ρητορική της ελπίδας βγαίνει βαθιά τραυματισμένη, κορεσμένη, ματαιωμένη κι ανυπόφορη. Αν και συνιστά αυτοτελή και δύσκολη θεματική, ας περιοριστούμε σε τρεις κάπως αφοριστικές σύντομες σημειώσεις:

α) Ο Έρνστ Μαντέλ θεμελιώνει την ελπίδα ως κατηγορία του ιστορικού υλισμού υποστηρίζοντας ότι, μαζί με την εργασία και την ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης, η ελπίδα ανήκει στο σκληρό πυρήνα της ανθρωπολογικής μας ιδιαιτερότητας. Ο Γουλιέλμος ο Σιωπηλός ηγήθηκε μιας ολλανδικής εξέγερσης το 15ο αιώνα έχοντας ως γνώμονα το εξής: «Δε χρειάζεσαι την ελπίδα για να αναλάβεις μια υπόθεση, ούτε την επιτυχία της υπόθεσης για να επιμείνεις σ’ αυτή». Ένα τέτοιο όμορφο σύνθημα, γράφει ο Μαντέλ, μπορεί να βρίσκει εφαρμογή σε μικρές συνειδητές επαναστατικές μειοψηφίες, αλλά οι ευρύτερες λαϊκές μάζες, και πιο συγκεκριμένα οι κοινωνικές τάξεις, προσανατολίζουν τη δράση τους με κίνητρο την επίλυση άμεσων πρακτικών ζητημάτων του παρόντος. Η πολιτική λειτουργία και σημασία της ελπίδας δεν πρέπει να υποτιμάται καθόλου, καθώς είναι δύναμη μαζικής συλλογικής κινητοποίησης. Το θέμα είναι να διακρίνεται από τους ευσεβείς πόθους και τις ασκήσεις φαντασίας μέσω της τεκμηρίωσης των υλικών αντικειμενικών και υποκειμενικών προϋποθέσεων της πραγμάτωσής της.

β) «Η ελπίδα δεν είναι λαχνός που κάθεσαι στον καναπέ σου και τον τραβάς, νιώθοντας την εύνοια της τύχης, αλλά ένα τσεκούρι με το οποίο γκρεμίζεις πόρτες σε κατάσταση ανάγκης»- Rebecca Solnit

γ) Τέλος, δανειζόμαστε τα λόγια του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου πως η ελπίδα είναι το τελευταίο ναρκωτικό όσων πιστεύουν ότι η αξιοπρέπεια, ή έστω ένα ψίχουλο ζωής, χαρίζονται. Μια τέτοια ελπίδα πρέπει να πεθάνει πριν από μας για να σωθούμε ή να χαθούμε υπ’ ευθύνη μας. Κοινώς, όταν αναθέτεις ελπίδες, ξυπνάς με νεοφιλελευθερισμό.

Έχουμε, επομένως, ελπίδα για την επόμενη μέρα της Βενεζουέλας; Θα ολοκληρώσουμε αυτό το name-dropping της παρέκβασης για την ελπίδα, με μια ρήση του μαρξιστή ηγέτη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα Γουινέας και του Πράσινου Ακρωτηρίου Αμίλκαρ Καμπράλ «Οι ιδέες δεν ζουν μόνο στο κεφάλι μας. Ζούνε επίσης στην καρδιά και το στομάχι … Πρέπει να ακούμε τον κόσμο, να μαθαίνουμε από τον κόσμο. Μη λέτε ψέματα, μη βάζετε μάσκες στις δυσκολίες, τα σφάλματα, τις ήττες. Μη τραγουδάτε εύκολες νίκες». Στη Βενεζουέλα υπάρχουν δυσκολίες, σφάλματα και ήττες. Και αυτές αποτυπώθηκαν στις εκλογές αλλά προηγούνται κατά πολύ της 6ης Δεκέμβρη. Παροξύνθηκαν, όπως θα δούμε, τη διετία 2013-15 αλλά ξεκίνησαν από πιο πριν και θα λέγαμε ότι συνοδεύουν τις ανεπίλυτες αντιφάσεις που βρίσκονται στον πυρήνα της μπολιβαριανής διαδικασίας από την έναρξή της. Σε κάθε συγκυρία, η έκβαση της ταξικής πάλης και η διαλεκτική συνάρθρωση κυβέρνησης – κινημάτων έκριναν το βάθεμα ή πισωγύρισμα της διαδικασίας. Ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της κρίσης, όπως εκτιμήσαμε από την αρχή, η κατάσταση ή θα αντιμετωπίζονταν με μια επιθετική ριζοσπαστική «φυγή προς τα μπρος» ή με παραχωρήσεις προς το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό.

Πόσο εύκολο είναι σήμερα πλέον να οργανωθεί η δουλειά του εργατικού κινήματος ή των κοινοτικών συμβουλίων όταν στις λαϊκές συνοικίες ο κόσμος περνάει όλο του το χρόνο σε ουρές για φαϊ και όταν τα έσοδά εξανεμίζονται στο λεπτό λόγω του πληθωρισμού; Οι σχέσεις με τη βάση του τσαβισμού έχουν διαρραγεί σε σημαντικό βαθμό και οι ριζοσπαστικές διακηρύξεις αν δε μετουσιωθούν σε συγκεκριμένη πρακτική ξεπέφτουν σε ανούσια ρητορικά επικοινωνιακά τεχνάσματα. Η κυβέρνηση δρόμου πρωτοεγκαινιάστηκε από το Μαδούρο την άνοιξη του 2013 ως μια συλλογική ηγεσία για τη νέα φάση της μπολιβαριανής διαδικασίας, που θα συγκροτούνταν σπίτι – σπίτι. Οι εξελίξεις δεν επιβεβαίωσαν τις προσδοκίες. Σήμερα, η οικονομική κατάσταση είναι επείγουσα. Η ελπίδα, στην οποία αναφερόμαστε, μπορεί να πατήσει μόνο πάνω σε ένα ριζοσπαστικό μεταβατικό πλάνο και σε ένα υποκείμενο που θα το υλοποιήσει. Θα έλεγε κανείς ότι στο «αναζητώντας το χαμένο χρόνο» της μπολιβαριανής διαδικασίας δεν αρκεί μια ακόμη 4η Φλεβάρη ή μια 13η του Απρίλη, αλλά αποφασιστικότητα να φτάσει ο λαϊκός ριζοσπαστισμός μέχρι τις απώτατες συνέπειες του, τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Αλλιώς, υπάρχει ο κίνδυνος της επανάληψης του σεναρίου της Νικαράγουας, όπως εύστοχα επεσήμανε η Eva María. Μετά την εκλογική ήττα των Σαντινίστας στις αρχές του ’90, ο Ορτέγκα σε συγκέντρωση δεκάδων χιλιάδων ανακοινώνει την «κυβέρνηση από τα κάτω». Λίγο πριν παραδώσουν την εξουσία, οι Σαντινίστας έφεραν και ψήφισαν στη Βουλή το νόμο του Servicio Civil, ένα νόμο για την προστασία όσων εργάζονταν στο Δημόσιο τομέα, από τον «εκ του ρεβανσισμού» κίνδυνο των απολύσεων. Λίγες εβδομάδες μετά η Νικαράγουα συνταράσσεται από ένα κύμα απεργιών ενάντια στις αναδιαρθρώσεις της νέας κυβέρνησης. Η εργατική τάξη δεν εισάκουσε τις εκκλήσεις ενότητας για «ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας» και απάντησε με απεργίες, μάχες σώμα με σώμα στους δρόμους και αιτήματα για αυξήσεις 200%. Στην εθνική ενότητα τσίμπησε όμως η ηγεσία των Σαντινίστας για να μπορέσει να συνεχίσει να έχει μερίδιο στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής και να διατηρήσει την επιρροή της στις μεσαίες τάξεις. Έτσι κατέληξαν να μην υποστηρίξουν τις απεργίες όπου πρωταγωνιστούσε η βάση και τα μεσαία στελέχη των Σαντινίστας για να δείξουν «σοβαρότητα» και ο Ορτέγκα από την «κυβέρνηση των από τα κάτω» κατέληξε να μεταβιβάζει την εξουσία σε κλίμα εθνικής ομοψυχίας.

Πόσο πιθανή είναι μια τέτοια εξέλιξη στη Βενεζουέλα; Πόσο σοβαρά μπορούμε να πάρουμε την προτροπή του Μαδούρο να μετατρέψει ο λαός την κρίση σε επαναστατική κρίση; Κάτω από ποιες οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις μπορεί ο ριζοσπαστικός τσαβισμός να αποτελέσει σχέδιο σοσιαλιστικής μετάβασης; Πόσο απέχει η Ελλάδα απ’ τη Βενεζουέλα; Ποιο είναι το μάθημα τελικά της Βενεζουέλας για μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική;

Στα ερωτήματα αυτά θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε απαντήσεις στο τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος στρέφοντας πλέον την προσοχή μας στη σφαίρα των οικονομικών, όπου αποκρυπτογραφούνται και συγκεκριμενοποιούνται, σε τελική ανάλυση, τα διακυβεύματα και οι προοπτικές του πολιτικού αγώνα.

(συνεχίζεται…)

21
CLOSE
CLOSE