5 Ιούλη: ‘We don’t forget, but something vacant settles in us’ ((Roland Barthes,  Mourning Diary))

Στο έργο «Πεθαίνοντας στα τριάντα» ο αφηγητής κάποια στιγμή τονίζει σχετικά με την εμπειρία του Μάη του ’68 ότι καμιά φορά, οι πιο πολιτικοποιημένοι, επειδή οι ίδιοι/ες συνεχίζουν να κάνουν αυτά που θα έκαναν ούτως ή άλλως κάθε μέρα (να συζητάνε πολιτικά, να συμμετέχουν σε συνελεύσεις, να πηγαίνουν σε διαδηλώσεις κ.ο.κ) μπορεί να μην καταλάβουν τη μεταβολή και την ιστορική σημασία που σηματοδοτείται όταν εκατοντάδες χιλιάδες εμπλέκονται σε τέτοιες διαδικασίες. Αυτή είναι μια σκέψη που πρωτοδιατυπώσαμε σε ένα κοινό κείμενο τον περσινό Ιούλη. Πολλά ξημερώματα μας βρήκαν τη φετινή χρονιά να συζητάμε ξανά και ξανά τι κάναμε αυτές τις μέρες της φωτιάς. Με κάθε λεπτομέρεια, σαν ένα ημερολόγιο που έχουμε την ανάγκη να το μοιραστούμε.

Στις 3 Ιούλη του 2015 ξύπνησα στις 8.30 κι ευτυχώς δε δούλευα. Έξω απ’ το παράθυρο ο τοίχος απέναντι έγραφε: «ΌΧΙ, 5 Ιούλη λαέ μη φοβηθείς». Μέχρι τις 11 έπρεπε να ολοκληρωθούν δυο κείμενα, ένα για την εφημερίδα κι ένα για το σάιτ. Στις 11 εξόρμηση στη λαϊκή και στις ουρές έξω απ’ τις τράπεζες. Στις 14.00 αιφνιδιαστικός αποκλεισμός της ΓΣΕΕ του «Ναι» και ρίψη πανό απ’ την ταράτσα. Στις 17.00 μοτοπορεία μέχρι το μοναστηράκι και πορεία μέσω της Ερμού. Απ’ όπου περνάμε αντηχεί το «Όχι – Όχι ταξικό σε τρόικα, μνημόνια και κάθε αφεντικό». Στο σύνταγμα έχει ήδη χιλιάδες κόσμου. Η πορεία καταλήγει στα γραφεία του ΣΕΒ, όπου πετιούνται μπογιές στο στρατηγείο της εργοδοτικής τρομοκρατίας. Επίθεση από ομάδες ΔΙΑΣ κατά την επιστροφή. Ξύλο, δακρυγόνα, κρότου λάμψης και μια σύλληψη δίπλα στην πλατεία. Πλέον δεν ξέρω τι ώρα είναι. Θυμάμαι μόνο πόσο χρόνο χρειάστηκα για να πάω απ’ τη μια πλευρά της πλατείας στην άλλη. Έχει όσο κόσμο δεν έχω ξαναδεί. Βρίσκω επιτέλους το πανό που έψαχνα. Βόλτες υπερέντασης μέχρι τα Προπύλαια, γρήγορες πολιτικές εκτιμήσεις και πάλι πίσω. Το βράδυ στη ΓΑΔΑ για νομική βοήθεια. Με μια βερμούδα, μια μπλούζα που μυρίζει δακρυγόνα και μια τσαλακωμένη δικηγορική ταυτότητα. Κανείς δε δίνει σημασία μια τέτοια νύχτα. Δε θα ξεχάσω ποτέ τον συλληφθέντα. Μας ζήτησε, πρώτον, να ενημερώσουμε την οικογένεια του ότι είναι καλά. Και, δεύτερον, να φροντίσουμε ότι δε θα κρατηθεί με το άγχος μη και δε μπορέσει να ψηφίσει «όχι». …

Το βράδυ εκείνο στο Σύνταγμα η λαϊκή Αθήνα ήταν εκεί και ήταν έτοιμη για όλα. Δεν είναι υπερβολή. Κυριολεκτικά έτοιμη για όλα. Όταν κάποιος πήρε το μικρόφωνο και κάλεσε σε πορεία στο «Μέγκα» την επομένη ενάντια στη μιντιακή τρομοκρατία, επικράτησε παραλήρημα. Το ίδιο επικράτησε όταν ο Αποστολάκης απ’ τους Χαΐνηδες μιλούσε για την άμεση δημοκρατία κι έλεγε να αλλάξουμε συνολικά τρόπο ζωής. Την είχα ξανακούσει την προτροπή του σε δεκάδες νεολαιίστικα φεστιβάλ, αλλά εδώ ήταν αλλιώς. Οι πιο ενθουσιώδεις ακροάτριες/ες μάλλον τον άκουγαν πρώτη φορά. Κι αυτό είναι που μετράει. Δεν υποτιμώ ότι το κύριο είναι η αδυναμία μας να αποτρέψουμε όσα ακολούθησαν μετά την 5η Ιούλη. Δεν υποτιμώ ότι αυτή η αδυναμία σχετίζεται με μια θεμελιακή πλάνη. Ο λαός, εν πολλοίς, αυτοσυγκροτήθηκε γύρω από την κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό, άρα γύρω από τον Δούρειο Ίππο για τη συνέχιση των μνημονίων και της λιτότητας. Γι’ αυτό με τις εξελίξεις μετά τις 5 Ιουλίου παροπλίστηκε και αποσυγκροτήθηκε πιο απότομα και καθοριστικά απ’ όσο νομίζαμε. Για όσους υποστηρίζαμε τη θέση ότι η «ακύρωση των μνημονίων και της λιτότητας εντός Ευρώ και ΕΕ» είναι πλάνη εν τη γενέσει της και πάει χέρι-χέρι με τη «συνέχεια του κράτους» και τον ταξικό συμβιβασμό, η εξέλιξη για την πορεία του ίδιου του Σύριζα ήταν αναμενόμενη. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο και με την πορεία των πραγμάτων. Ο λαϊκός παράγοντας και οι προσδοκίες που έδωσαν και την εκλογική πρωτιά στο Σύριζα ήλθαν σε ευθεία αντίθεση με την πολιτική πρακτική του Σύριζα. Αυτή την αντίφαση επιχείρησε να διαχειριστεί η κίνηση του δημοψηφίσματος.

Το τέχνασμα, ο δόλος και η πονηρία έγκειτο στην επιδίωξη ενός αμφίρροπου αποτελέσματος 50-50 (αν όχι ήττα του «όχι») και μια μνημονιακή συνθηκολόγηση με δημοκρατικοφανή άλλοθι, όπου η ευθύνη θα φορτώνονταν στο λαό που δεν εξουσιοδότησε για «να πάει αλλιώς». Απ’ αυτή την άποψη το 62% δημιούργησε μια ασύμμετρη απειλή. Κανείς δε μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι η ψήφος δεν είχε συμπεριλάβει την πιθανότητα της ρήξης και των αχαρτογράφητων νερών. Κανείς δε μπορεί αυτή τη φορά να υπεκφύγει ων ιστορικών ευθυνών του με την εύκολη προσφυγή στο «λαό που δεν ήθελε». Η πρακτική του Σύριζα μετά τις 5 Ιούλη μπορεί να ήταν απόρροια του προγράμματός του, της 20ης Φλεβάρη, της ανάθεσης κτλ. κτλ. Όμως, απέναντι στη λαϊκή ετυμηγορία του δημοψηφίσματος, είναι προδοσία, ιστορική στρεψοδικία και ύβρις. Κι ο λογαριασμός αργά ή γρήγορα θα πληρωθεί.

Το 62% σήμερα μας αφήνει μια παραδοχή και μια πρόκληση. Οι συνθήκες από μια άποψη θα είναι πάντα ανώριμες. Οι διαχωριστικές γραμμές το περσινό καλοκαίρι ήταν πρώτον ανάμεσα στις δυνάμεις που μέσα στη φωτιά της αναμέτρησης συνειδητά πέρασαν στο στρατόπεδο του αντιπάλου, δεύτερον σε αυτές που θεώρησαν ότι αυτή είναι μια μάχη που δεν πρέπει να δοθεί είτε γιατί είναι εξαρχής υπονομευμένη είτε γιατί δεν έχουμε τις δυνάμεις για κάτι τέτοιο, και τρίτον σε αυτές που ήταν διατεθειμένες να σηκώσουν το γάντι και να προκρίνουν το «εργατικό – λαϊκό Γκρέξιτ» κι ένα άμεσο πρόγραμμα αντικαπιταλιστικών τομών στο κράτος και την οικονομία. Όχι σε κάποιο χρονικό και χωρικό επιθυμητό επέκεινα, αλλά τότε ακριβώς, στο χρόνο και το χώρο που οι μάζες ξεπέρασαν τους φόβους και δημιούργησαν μια σοβαρότατη ρωγμή στο τείχος άμυνας του συστήματος. Δεν πρέπει να υποτιμάμε το συσχετισμό με τον οποίο μπήκαμε σε αυτή τη μάχη. Ο Σύριζα με γραμμή «ούτε ρήξη, ούτε υποταγή» τη στιγμή που η συστημική ηγεσία του προετοίμαζε συνειδητά την υποταγή. Το ΚΚΕ με γραμμή «είτε Γκρέξιτ, είτε μνημόνιο τα ίδια δεινά για το λαό». Και οι δυνάμεις της ευρύτερης αντικαπιταλιστικής – αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς (ακόμη κι αυτές όχι όλες, και όχι χωρίς ταλαντεύσεις) να είναι πολύ λίγες για να μπορέσουν να αλλάξουν τη φορά των πραγμάτων. Το δε εργατικό κίνημα, εκτός από πολύ μικρές ταξικές δυνάμεις που έσωσαν την τιμή, στάθηκε ανίκανο να απαντήσει στην εργοδοτική τρομοκρατία και να φτιάξει το αντίπαλο δέος που την επομένη θα υπερασπιζόταν τη λαϊκή θέληση μέχρι τέλους ενάντια σε θεούς και δαίμονες.

Αφού αυτή ήταν η αριστερά και αυτό το εργατικό κίνημα, μήπως οι δυνατότητες εναλλακτικού δρόμου στην τότε δοσμένη συγκυρία ήταν πράγματι ανύπαρκτες και δικαιώνεται εκ των υστέρων η γραμμή για άκυρο – αποχή ή από άλλη αφετηρία η ίδια η συνηθκολόγηση; Κατηγορηματικά όχι! Αυτό που φαίνεται ακατανόητος βολονταρισμός ή χυδαίος οπορτουνισμός στις «καθαρές ψυχές» και τον ανυπόφορο μανιχαϊσμό τους, είναι αυτό που συμβαίνει πολλές φορές στην ιστορία μέσα στη θύελλα των εξελίξεων. Ο συσχετισμός αλλάζει απότομα και ραγδαία. Υπάρχει μια ανώριμη τάση ο λαός τη μια να αποθεώνεται, να εξιδανικεύεται ως μέγας, γίγαντας κ.ο.κ. και την άλλη να χλευάζεται ως ηλίθιος, παραπλανημένος και νωθρός. Νομίζω ότι και οι δύο προσεγγίσεις χάνονται στον ιδεαλισμό τους και αυτό που χάνουν είναι ότι ένας λαός σε κίνηση είναι που ανακαλύπτει εναλλακτικές επιλογές μέσα στην ίδια την πραγματικότητα. Και τα κόμματα και οι ηγεσίες κρίνονται τότε ως πρωτοπορίες μέσα σε στιγμές που οι αποφάσεις βαραίνουν σαν ιστορία. Είναι οι ίδιες οι υλικές συνθήκες και η συμπύκνωση των αντιθέσεων που μπορούν να μετασχηματίσουν τους ίδιους ανθρώπους σε έτοιμους να κάνουν τα’ αδύνατα δυνατά. Ή όπως το γραφε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, είναι «μέσα στην επαναστατική θύελλα που ένας προλετάριος μεταμορφώνεται από έναν πάτερ-φαμίλια που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το πώς θα εξοφλήσει το δάνειο, σ’ έναν «ρομαντικό επαναστάτη» για τον οποίο το ίδιο το υπέρτατο αγαθό – η ζωή του – και φυσικά ακόμα περισσότερο τα υλικά αγαθά, έχουν μικρή αξία σε σχέση με το μεγάλο ιδανικό του αγώνα» σ.2.

Η παραδοχή, λοιπόν, ενάντια σε όλους τους συνειδητούς ή ασυνείδητους θιασώτες της ομαλότητας, είναι ότι στην Ελλάδα της κρίσης, στο δημοψήφισμα και πιο πριν μέσα σε απεργιακούς σπασμούς και τεράστιες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, είδαμε όψεις αυτής της μεταμόρφωσης, ακόμη κι αν έμειναν ανολοκλήρωτες. Κι αυτή η συσσωρευμένη πείρα είναι μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον. Τόσο πολύτιμη όσο το χαμόγελο στις 5 Ιούλη όταν η Σταδίου αντηχούσε «Όσο νυχτώνει το Όχι μεγαλώνει, έξω η Ελλάδα από την Ευρωζώνη». Πράγματι, αυτό που κάθε φορά γίνεται, συνήθως νικάει τις εναλλακτικές αφηγήσεις του τι θα μπορούσε να έχει γίνει. Ακόμη κι αν το 62% αξιοποιήθηκε για την εμπέδωση του δόγματος ΤΙΝΑ (δεν υπάρχει εναλλακτική) και τη συνέχιση των μνημονίων και της λιτότητας, όποιος έμεινε μόνο στην ήττα και δεν κράτησε τον παλμό, την ένταση και τις πολλαπλές ενεργές δυνατότητες αυτής της τόσο πολωμένης ταξικής αναμέτρησης, θυμίζει αυτό που λέγανε παλιά για όσους «πέρασε έναν ποτάμι από μπροστά τους και δε βρέξανε καν τα χέρια τους».

Κι αν αυτή είναι η παραδοχή, ποια είναι η πρόκληση; Στο ίδιο κοινό κείμενο του περσινού Ιούλη, που αναφέρθηκε στην αρχή, καταθέταμε την αγωνία – προτροπή – πρόταση για την επίμονη ανακατασκευή του «εμείς» της ρήξης. Την ανάγκη μέσα στο δύσκολο τοπίο της ήττας να αναδυθεί ένας κοινός (ου)τόπος, μια πλατιά πρωτοπορία σε πολιτικό, κοινωνικό και κινηματικό επίπεδο που θα προετοιμάσει και θα προετοιμαστεί για τις νέες μάχες και θα αναμετρηθεί «με το πώς θα πετύχουμε στις καθοριστικές στρατηγικές πλευρές των προηγούμενων αποτυχιών και όχι πως θα διαχειριστούμε καλύτερα την ίδια πάνω-κάτω στρατηγική». Ένα χρόνο μετά, χρειάζεται ελάχιστη σχέση να έχει κανείς με την πραγματική πραγματικότητα για να αναγνωρίσει την αδυναμία, την αμηχανία, την ασφυξία. Αυτή είναι μια δύσκολη συζήτηση και δεν ξεπετιέται σε δυο σελίδες. Άλλωστε, παραφράζοντας τον ποιητή, τα λόγια σήμερα, όσο μεγαλοπρεπή κι αν είναι, δεν ανατρέπουν καθεστώτα και πολύ δύσκολα κινητοποιούν τις μάζες. Ούτε, βέβαια, η στροφή στον κινηματισμό αποτελεί διέξοδο. Η υπόθεση της ανακατασκευής της ελπίδας και της προσδοκίας με όρους δικαίωσης και νίκης είναι πολυσύνθετη. Όπως έγραφε ο Λένιν: «Το να επαναλαμβάνουμε απλά τα λόγια του Κ. Μαρξ: «κάθε βήμα ενός πραγματικού κινήματος είναι σημαντικότερο από μία ντουζίνα προγράμματα» σε μια εποχή πλήρους θεωρητικής σύγχυσης, είναι το ίδιο με το να φωνάζουμε στη θέα μιας κηδείας: «πέντε δέκα την ημέρα κι εκατό την εβδομάδα!».

Πάντως, με όποιο ρυθμό κι αν ανασυγκροτηθούν τα λόγια και οι πράξεις, η πρόκληση που θα αντιμετωπίσουμε σε κάθε επόμενη μεγάλη καμπή και για την οποία πρέπει να προετοιμαζόμαστε σταθερά και μεθοδικά διατυπώθηκε με κυνική ακρίβεια από το Γιάννη Στουρνάρα: «Ο κ. Στουρνάρας επιβεβαίωσε ότι η ΤτΕ είχε πληροφόρηση για σχέδια εισβολής στο Νομισματοκοπείο και δημιουργίας ενός άτυπου διπλού νομίσματος: «Ναι, είχα τέτοια πληροφόρηση. Γι’ αυτό συγκάλεσα τους νομικούς συμβούλους της τράπεζας, παράγοντες του δημοσίου βίου που είχαν χρηματίσει πρωθυπουργοί. Μίλησα με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και φτιάξαμε έτσι, να το πω, ένα τείχος, μια άμυνα για εξελίξεις τέτοιου είδους» (Καθημερινή, 13/01/2016).

O Ερνστ Μπλοχ σε κάποια διάλεξή του αξιοποιεί και «μεταφράζει» μαρξιστικά μια έννοια θρησκευτικής προέλευσης, εν ονόματι «ibbur». «Ιbbur» σημαίνει εγκυμοσύνη της ψυχής. Αναφέρεται στο «μη-είναι-ακόμη», αυτό που δεν έχει ακόμη υπάρξει, αυτό που προσθέτει κάτι εντελώς νέο στο υπάρχον, μια καινούργια δυνατότητα, μια τάση διεύρυνσης, ανάπτυξης, ολοκλήρωσης. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι έναν πολιτικό και κοινωνικό επιταχυντή των εξελίξεων ικανό να «εμψυχώσει» το κίνημα, να μετασχηματίσει και να μετασχηματιστεί σε μια νέα ψυχή. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ούτε εύκολους ενθουσιασμούς ούτε εύκολες απογοητεύσεις. Θάρρος, θράσος κι επιμονή.

Η εποχή (και η κρίση του συστήματος) είναι τέτοια που θα ξαναδοθούν ευκαιρίες στην ανεξάντλητη δύναμη του κυρίαρχου λαού. Κάνουμε βέβαια και την υπόμνηση ότι μετά από πολλές χαμένες ευκαιρίες, η ιστορία δείχνει ότι η δύναμη αυτή μπορεί να πάρει και μια αυτοκαταστροφική διάσταση. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Ας είμαστε πάντως βέβαιοι/ες πως σε κάθε μελλοντική απόπειρα φιλολαϊκών εξελίξεων κάθε είδους, ένα αντίστοιχο τείχος – άμυνα του ιμπεριαλισμού, του ελληνικού κεφαλαίου και των μηχανισμών τους θα στηθεί απέναντί μας. Όποιο πολιτικό σχέδιο μπορέσει να σηκώσει αυτό το γάντι, αυτό θα είναι αντάξιο του μέλλοντος. Μπορούμε;

«Who can be a hero in a nuclear age? Or for that matter, who can’t be?»

Michelangelo Antonioni

CLOSE
CLOSE