Οι διαδηλωτές φώναζαν «επιστράτευση ίσον θάνατος» και «Θάνατος στον Πάγκαλο». Η απειλή της πολιτικής επιστράτευσης, για την εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της Γερμανίας, αντιμετωπίστηκε με οργή από τον πληθυσμό και η κινητοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων ανάγκασε την κυβέρνηση να ακυρώσει τα σχέδιά της.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι το ημερολόγιο έγραφε 1943. Οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις ζητούσαν άμισθους εργάτες (περίπου ότι πρότεινε πρόσφατα ο Πέτρος Δούκας) αλλά βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα λαϊκό κίνημα που τολμούσε να αμφισβητήσει ακόμη και τα στρατεύματα κατοχής.

Προφανώς οι εποχές δεν μπορούν και δεν πρέπει να συγκριθούν μεταξύ τους. Ακριβώς όμως επειδή δεν μπορούν να συγκριθούν μήπως πρέπει να σκεφτούμε διαφορετικά; Εάν κάποιοι κατάφεραν να σταματήσουν μια απόφαση που λαμβάνονταν υπό την απειλή των όπλων μήπως σήμερα θα μπορούσαμε τουλάχιστον να στείλουν ένα μήνυμα ανυπακοής στην οικονομική κατοχή;

Η συνέχεια αποτελεί κείμενο του Γιάννη Γκλαρνέτατζη που δημοσιεύτηκε στο alterthess.gr

«Καθώς οι μήνες του πολέμου περνούσαν κι η Βέρμαχτ χρειαζόταν όλο και περισσότερους στρατιώτες στο Ανατολικό Μέτωπο, «άνοιγαν» πολλές θέσεις εργασίας στις παραγωγικές μονάδες στην ίδια τη Γερμανία. Αυτές τις θέσεις κλήθηκαν να καλύψουν εργάτες από τις κατεχόμενες χώρες. Με το δέλεαρ μιας καλύτερης ζωής στην αρχή. Έτσι, σε «ρεπορτάζ» του –ελεγχόμενου από τις αρχές κατοχής– ραδιοφωνικού σταθμού στα τέλη του 1941, ακούγεται κάποιος ανώνυμος Έλληνας εργάτης στη Γερμανία να λέει: «Τρώμε… ψωμί, μαργαρίνη, αυγά, μαρμελάδα, μακαρόνια… Δεν μας λείπει τίποτα», για να έρθει ο εκφωνητής να προσθέσει: «Εσείς δηλαδή έχετε πολλά περισσότερα απ’ όσα έχουμε εμείς».[1] Παρόμοιας υφής δημοσιεύματα βρίσκουμε και στον Τύπο: «Οι ξένοι εργάται εν Γερμανία επωφελούνται των κοιν. ασφαλίσεων», τιτλοφορείται σχετικό εκτενές άρθρο που μεταξύ άλλων τονίζει ότι «αι κοινωνικαί ασφαλίσεις μάλιστα δεν περιορίζονται μόνον εις τον εργαζόμενον, αλλ’ επεκτείνονται και εις ολόκληρον την οικογένειάν του».[2] Στη Θεσσαλονίκη (η οποία βρισκόταν από την αρχή υπό γερμανική κατοχική διοίκηση αντίθετα από την Αθήνα και το μεγαλύτερο κομμάτι της χώρας που ήταν υπό ιταλική) συγκροτήθηκε, μάλιστα, τον Ιανουάριο του 1942 η «Επιτροπή Στρατολόγησης Ελλήνων Εργατών για Εργασία στην Αλλοδαπή».[3]

«Στις αρχές του 1943», πάντως, όπως γράφει ο Mazower, «το εθελοντικό πρόγραμμα εργασίας των Γερμανών είχε σαφώς αποτύχει. Στο μεταξύ, οι εργάτες που είχαν επιστρέψει από το Ράιχ για τα Χριστούγεννα διέδιδαν φοβερές ιστορίες στους γνωστούς τους, περιγράφοντας απαίσιες συνθήκες ζωής, συχνούς ξυλοδαρμούς και περιπτώσεις εκτελέσεων από τους Γερμανούς επιστάτες και την αστυνομία».[4] Αφού λοιπόν δεν έπιανε τόπο η εξαπάτηση οι αρχές κατοχής και η δωσιλογική κυβέρνηση Λογοθετόπουλου στράφηκαν προς την υποχρεωτική πολιτική επιστράτευση. Και απέτυχαν παταγωδώς. «Επιστράτευση ίσον θάνατος – Όλοι αντάρτες» κραύγαζε το ΕΑΜ με μεγάλα κόκκινα γράμματα στους τοίχους. Το πρώτο τρίμηνο του 1943 συγκεντρώσεις κι απεργίες ήταν εξαιρετικά συχνές στις μεγάλες πόλεις. Ειδικά στην Αθήνα υπήρξε η μεγαλειώδης κηδεία του Κωστή Παλαμά στις 27.2. Λίγες μέρες αργότερα, στις 5.3, θα γίνει η μαζικότερη διαδήλωση ενάντια στην πολιτική επιστράτευση. Παρά το τσουχτερό κρύο τουλάχιστον 7.000 δημόσιοι υπάλληλοι, εργάτες κλπ. με επικεφαλής ανάπηρους στρατιώτες και φοιτητές, βγήκαν στους δρόμους φωνάζοντας «Κάτω η επιστράτευση!», «Θάνατος στον Λογοθετόπουλο!» και «Θάνατος στον Πάγκαλο!». Η κατάσταση εκτραχύνθηκε. Δίπλα στο υπουργείο Εργασίας (οδός Πανεπιστημίου) το πλήθος συγκρούστηκε με την αστυνομία που πυροβόλησε σκοτώνοντας πέντε και τραυματίζοντας περίπου πενήντα άτομα. Ακολούθησε μια άλλη σύντομη οδομαχία στα Εξάρχεια, ενώ διαδηλωτές εισέβαλαν στο δημαρχείο θέλοντας να κάψουν τους εκλογικούς καταλόγους για να μην χρησιμοποιηθούν στην επιστράτευση. Την επομένη ο πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος ανακοίνωνε ότι δεν θα γινόταν πολιτική επιστράτευση.[5] Ακόμα και τα πιο αυταρχικά καθεστώτα χρειάζονται κάποιο βαθμό κοινωνικής συναίνεσης για να λειτουργήσουν».

CLOSE
CLOSE