Μισός αιώνας δοκιμών σε Παλαιστίνιους και συνεργασίας με φιλοφασιστικά καθεστώτα για την πολεμική βιομηχανία του Ισραήλ

Ένας μεγάλος βιντεοπροβολέας παρουσιάζει εικόνες από τις επιδρομές που έχουν πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις εναντίον του άμαχου πληθυσμού της Γάζας. Από κάτω άνδρες και γυναίκες διαφορετικών εθνοτήτων με πολιτικά αλλά και με στρατιωτικές και αστυνομικές στολές κρατούν σημειώσεις και ανταλλάσσουν τις επιχειρηματικές τους κάρτες κλείνοντας συμφωνίες εκατομμυρίων δολαρίων. Η συγκεκριμένη σκηνή επαναλαμβάνεται μονότονα σε κάθε έκθεση οπλικών συστημάτων που πραγματοποιείται στο Ισραήλ και σε χώρες της Ευρώπης ή της βόρειας Αμερικής. Για την ισραηλινή πολεμική βιομηχανία κάθε επιδρομή στη Γάζα είναι ένα πεδίο δοκιμής νέων συστημάτων ελέγχου ή εξόντωσης του πληθυσμού αλλά και μια βιτρίνα για τα επιτεύγματα της ισραηλινής στρατιωτικής βιομηχανίας.

Το μήνυμα «δοκιμάστηκε με επιτυχία στη Γάζα», το οποίο άλλωστε υπονοείται και άλλοτε δηλώνεται ρητά στους υποψήφιους πελάτες, αποτελεί το σύγχρονο σλόγκαν μιας βιομηχανίας που σύντομα θα κλείσει μισό αιώνα παρουσίας. Η ισραηλινή πολεμική βιομηχανία κάνει τα πρώτα της βήματα μετά την κατάκτηση των παλαιστινιακών εδαφών του 1967 όταν η Γαλλία, που μέχρι τότε αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή όπλων για το εβραϊκό κράτος, απειλεί το Ισραήλ με κυρώσεις εάν δεν εγκαταλείψει την επεκτατική του πολιτική. Το Τελ Αβίβ λαμβάνει τότε την στρατηγική απόφαση να στρέψει ένα τεράστιο τμήμα της εθνικής οικονομίας προς την πολεμική βιομηχανία με στόχο την επίτευξη όσο το δυνατόν μεγαλύτερης αυτάρκειας.

Έξι χρόνια αργότερα και ενώ είναι σαφές ότι ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί απόλυτα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντικαθιστούν την Γαλλία στο ρόλο του βασικού προμηθευτή οπλικών συστημάτων, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν εναντίον όλων ανεξαιρέτως των γειτονικών χωρών του Ισραήλ και φυσικά εναντίον του Παλαιστινιακού πληθυσμού. Η πρόσδεση της ισραηλινής βιομηχανίας όπλων στο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ δημιουργεί ταυτόχρονα τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης αλλά θέτει και ορισμένους απρόσμενους περιορισμούς. Παρά την φαινομενικά αγαστή συνεργασία, η Ουάσινγκτον αντιδρά ακαριαία και με ιδιαίτερη επιθετικότητα κάθε φορά που η ισραηλινή πολεμική βιομηχανία διεκδικεί με αξιώσεις ένα κομμάτι από την πίτα των μεγάλων πελατών της. Όπως εξηγούσε πρόσφατα ο αναλυτής Σιρ Χεβέρ, που παρακολουθεί εδώ και χρόνια την στρατιωτικοποιημένη οικονομία του Ισραήλ, κάθε φορά που μια ισραηλινή εταιρεία προσπαθούσε να ανταγωνιστεί μια αμερικανική στην παραγωγή μαχητικών αεροσκαφών ή άλλων αναπτυγμένων οπλικών συστημάτων, ο Λευκός Οίκος έστελνε μήνυμα διακόπτοντας την πολιτική συνεργασία ή ασκώντας πιέσεις, με πρόσχημα την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα όμως το Τελ Αβίβ και οι ισραηλινή πολεμική βιομηχανία κατάφερναν να λειτουργούν σαν μεσάζοντας των ΗΠΑ για κολοσσιαίες στρατιωτικές συμφωνίες με αυταρχικά καθεστώτα στα οποία το αμερικανικό κογκρέσο ή ΟΗΕ δεν επέτρεπαν τις πωλήσεις όπλων.

Η περίπτωση του φιλοφασιστικού καθεστώτος της Νότιας Αφρικής, το οποίο βρισκόταν υπό διεθνή αποκλεισμό στα χρόνια του Απαρτχάιντ, είναι χαρακτηριστικό της αμοραλιστικής πολιτικής του ισραηλινού κράτους η οποία του επέτρεπε να παρουσιάζεται σαν «πλασιέ» αμερικανικής πολεμικής τεχνολογίας σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Η Κολομβία, η Ονδούρα, η πρώην Ροδεσία, η Γουατεμάλα, η Χιλή του δικτάτορα Πινοσέτ αλλά και αρκετές ακόμη περιοχές όπου δρούσαν παραστρατιωτικά τάγματα θανάτου, που συνεργάζονταν με τον εθνικό στρατό, είναι ορισμένα μόνο από τα παραδείγματα στα οποία η ισραηλινή βιομηχανία θριάμβευσε καθώς λειτουργούσε σε καθεστώς ελάχιστου ανταγωνισμού. Παρενθετικά να σημειώσουμε ότι στις ίδιες περιοχές έφταναν συχνά και ομάδες βετεράνων του ισραηλινού στρατού με τη μορφή ιδιωτικών εταιρειών μισθοφόρων που αναλάμβαναν να εκπαιδεύουν στρατιωτικές αλλά και παραστρατιωτικές ομάδες σε τεχνικές ανορθόδοξου πολέμου. Δεν έλειψαν μάλιστα και περιπτώσεις όπου οι ισραηλινοί πρώην στρατιωτικοί προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε εμπόρους ναρκωτικών της Κολομβίας. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αποκαλύφθηκε από την ισραηλινή εφημερίδα Haaretz, σύμφωνα με την οποία ομάδες βετεράνων του ισραηλινού στρατού τέθηκαν υπό τις εντολές του ουκρανικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος Σβόμποντα και έδρασαν στα επεισόδια του Κιέβου, που οδήγησαν στην πραξικοπηματική ανατροπή του προέδρου Γιανουκόβιτς.

Η διπλή σχέση υποταγής αλλά και συστράτευσης με το αμερικανικό στρατιωτικόβιομηχανικό σύμπλεγμα καθορίζει τα χαρακτηριστικά της ισραηλινής πολεμικής βιομηχανίας τις τελευταίες δεκαετίες. Ουσιαστικά το Ισραήλ περιορίζεται στην κατασκευή συμπληρωματικών οπλικών συστημάτων, όπως παραδείγματος χάριν μηχανισμούς πλοήγησης και επικοινωνίας για F-16, τα οποία πωλούνται σε χώρες οι οποίες έχουν ήδη κλείσει συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον αναλυτή Σιρ Χεβέρ το ιδιόμορφο αυτό καθεστώς επιτρέπει στο Ισραήλ να μετατραπεί στον υπ’αριθμό ένα πωλητή όπλων (αναλογικά με τον πληθυσμό) στον κόσμο αλλά και σε έναν από τους σημαντικότερους διακινητές στρατιωτικού εξοπλισμού (σε πραγματικούς αριθμούς) στις χώρες του Τρίτου Κόσμου.

Η πολεμική βιομηχανία του Ισραήλ θα φτάσει στο απόγειό της στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου και συγκεκριμένα στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν σχεδόν το 20% της βιομηχανικής παραγωγής της χώρας στρέφεται άμεσα ή έμμεσα στην κατασκευή, ανάπτυξη και πώληση οπλικών συστημάτων. Αντίθετα η δεκαετία του ‘90 χαρακτηρίζεται από απότομη στροφή στις επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και μια ελπίδα αρκετών επενδυτών για σταδιακή απεξάρτηση από την βιομηχανία των όπλων. Η περίοδος αυτή συμπίπτει με τη συνθήκη του Οσλο, που δημιουργεί ψευδείς υποσχέσεις ειρήνευσης, αλλά και με την έλευση στη χώρα χιλιάδων μεταναστών από την πρώην Σοβιετική Ένωση η οποία αλλάζει σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά του εργατικού δυναμικού, ειδικά στον κλάδο της υψηλή τεχνολογίας.

Το επόμενο κομβικό σημείο είναι η 11η Σεπτεμβρίου όταν η ισραηλινή πολεμική βιομηχανία στρέφεται πλέον σε αυτό που ορισμένοι αποκαλούν αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού». Καθώς ο ίδιος ο ισραηλινός στρατός δέχεται σειρά από ταπεινωτικές ήττες σε στρατιωτικές επιχειρήσεις όπως ο πόλεμος του Λιβάνου το 2006, το μόνο που έχει να επιδείξει είναι η δυνατότητα ελέγχου των Παλαιστινίων – ουσιαστικά δηλαδή η πρόληψη και αντιμετώπιση ταραχών μέσα σε αστικά και ημι-αστικά κέντρα. Μέσα σε λίγα χρόνια το Ισραήλ γίνεται ο μεγαλύτερος πωλητής συστημάτων για την αντιμετώπιση εξεγέρσεων αλλά και παρακολούθησης πολιτών. Όλοι γνωρίζουν, λόγου χάρη, ότι τα χημικά που χρησιμοποιούσε αφειδώς η ελληνική αστυνομία στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 αλλά και εναντίον του κινήματος των αγανακτισμένων, προέρχονταν από το Ισραήλ.

Από την ίδια χώρα προερχόταν όμως και ένα μεγάλο τμήμα του εξοπλισμού που χρησιμοποιούσαν οι ειδικές δυνάμεις της βραζιλιάνικης αστυνομίας στις αιματηρές συγκρούσεις που πραγματοποιήθηκαν στις φαβέλες πριν από την έναρξη του παγκοσμίου κυπέλλου ποδοσφαίρου. Οι μεγαλύτερες παραγγελίες αφορούν πλέον μη επανδρωμένα αεροσκάφη – UAV (τα οποία σύμφωνα με πληροφορίες ετοιμάζεται να αγοράσει και η ελληνική αστυνομία), συστήματα ελέγχου για την μετακίνηση πολιτών και εξοπλισμός για τις ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας. Ανάμεσα στους μεγαλύτερους αγοραστές αυτών των συστημάτων περιλαμβάνονταν τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι, όταν κήρυξε τον «πόλεμο» στους παράτυπους μετανάστες, αλλά και η Ινδία που χρησιμοποιεί ισραηλινό εξοπλισμό για τον έλεγχο του πληθυσμού στην περιοχή του Κασμίρ. Για όλες αυτές τις εμπορικές συμφωνίες οι εκατόμβες νεκρών στη Γάζα, ο καθημερινός έλεγχος των Παλαιστινίων στα συνοριακά περάσματα αλλά και τα συστήματα ασφαλείας που χρησιμοποιούνται στους παράνομους ισραηλινούς εποικισμούς, δεν είναι παρά εικόνες σε διαφημιστικά σποτάκια με τα οποία η ισραηλινή βιομηχανία πλασάρει τα προϊόντα της σε όλο τον κόσμο.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Ιούλιος 2014

20
CLOSE
CLOSE