Φωτογραφία: Χριστούγεννα του 1935* στον Αη Στρατη. Εξόριστοι. Στη πρώτη σειρά οι Κώστας Βάρναλης, Δημήτρης Γληνός, Χρήστος Κανάκης (πηγή: @pankar29)

Τόπος εξορίας για χιλιάδες κομμουνιστές στα χρόνια του Βενιζέλου, του Μεταξά, της ναζιστικής κατοχής αλλά και του εμφυλίου ο Αη Στράτης πέρασε και πολλές γιορτές Χριστουγέννων.

Δημοσιεύουμε σήμερα απόσπασμα από το βιβλίο του Κώστα Μπόση: «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941»

Περνούμε τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων. Ζώα, πατάτες, σχέδια, ελπίδες, όλα κουρνιαχτός και στάχτη. Εκατόν τριάντα άνθρωποι στα χέρια δύο εγκληματιών, του καλόγηρου και του αστυνόμου. Δυο οκάδες κριθαρίσιο αλεύρι φτιάξαμε κουρκούτι τη μέρα πού γεννήθηκε η αγάπη για τους χριστιανούς και φάγαμε τόσοι άνθρωποι. Μια γραμμή από σκελετούς βαδίζουμε, άλλοι μπροστά κι άλλοι πίσω για το θάνατο. Κυλούσαμε μέσα σε μια κόλαση κι απ’ τον ένα κύκλο τον άσχημο περνούσαμε στον άλλο. Το χειρότερο! Έξω διαβολόκαιρος. Κρύο φαρμάκι. Οι αγέρηδες δυνατοί και τσουχτεροί πέφτανε με δύναμη πάνω στον ξερόβραχο σαν να ‘θελαν να τον ξεθεμελιώσουν.

Η θάλασσα ασπρογάλαζη, φοβερή μούγκριζε, έτρεχε σαν δαιμονισμένη απ’ τη Λήμνο προς τα ξερονήσια και τη Σκύρα. Χτυπούσε με λύσσα σ’ ένα κάβο, απέναντι απ’ το χωριό, στη γωνιά του Λένιν (έτσι βγάλανε τον κάβο οι εξόριστοι), το νερό σηκωνότανε οργιές στον αέρα. Γινότανε αχνός, έκρυβε τη γη. Νόμιζες πως το υγρό στοιχείο βάλθηκε να τον ξεριζώσει. Να σαρώσει εκείνο το εμπόδιο και ύστερα λεύτερο να παίξει, να τρέξει προς το νοτιά. Λεπτούτσικα, μολυβένια σύννεφα τρέχανε στον απέραντο ουρανό, λες και παίζανε κυνηγητό με τα κύματα. Κουβαράκια-κουβαράκια μαζεμένοι κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Η σκέψη ξεπερνούσε την πείνα. Τρυπάνι μυτερό πού έφερνε πόνο, απογοήτευση. Έτρεχε, γύριζε, έκλωθε στο ίδιο πρόβλημα. «Τι θα γίνουμε; Θα πεθάνουμε, αλλά πότε και με τι μαρτύρια;»

Ψάχνουμε μ’ ανήσυχο μάτι να συμπεράνουμε ποιος θ’ ανοίξει τη σκηνή! Ποιος θα ‘σερνε πρώτος το χορό. Έψαχνε ο καθένας να βρει τη σειρά του, τη θέση του. «Ο Καντήλας… ο Καλές… ο… ο… είναι πιο εξαντλημένοι από μένα. Αυτοί θα πεθάνουν πρώτοι, κι αφού αυτοί δεν πέθαναν… εγώ…» Έτσι σκεφτότανε ο καθένας, κι έπαιρνε κουράγιο. Την ίδια σκέψη θα ‘κανε κι ο Καντήλας κι ο Καλές, και τόσοι άλλοι. Ο καθένας έβλεπε τον άλλο και φοβότανε. Η σκέψη δεν έφευγε απ’ τα φαγιά. Τούτο καλό, τ’ άλλο καλύτερο και κανένα άσχημο. Και τη χελώνα, και τα βατράχια, και τα φίδια, και τα χορτάρια, και τα πίτουρα. Ό,τι μπορούσε να μασηθεί, ό,τι μπορούσε να περάσει στο στομάχι ήταν «αμβροσία και νέκταρ». Ο νους γύριζε στα περασμένα. Σε μέρες πού είχαμε ψωμί. Σε μέρες πού είχαμε κρέας. Κι ένα παράπονο και γινάτι με τον εαυτό μας φύτρωνε γιατί κάποτε χύσαμε κάτι αποφάγια, γιατί δε φάγαμε ένα φαΐ. Γιατί σ’ ένα φιλικό σπίτι μας είπανε να φάμε κι εμείς δε φάγαμε. Πόσο κουτοί ήμασταν τότε! Ε, και να ήταν τώρα;

Και θυμούμαστε τις χελώνες του χωριού μας παυ τρέχανε το καλοκαίρι, τρώγανε τα φασόλια κι εμείς τις κυλούσαμε στον κατήφορο. Πόσο χαζοί ήμασταν τότε. Γιατί να μην… τις φάμε… και θυμόμαστε όταν οι δικοί μας μας δίνανε ξερό ψωμί και δε μας άρεσε… ε, τι ξύλο θέλαμε! Πόσο πικραίναμε τους δικούς μας. Κι αμέσως αγαπημένα πρόσωπα ξεπετιόνταν στο μυαλό μας. Γριούλες μ’ αγαθή όψη, ζαρωμένο απ’ τούς πόνους και τα χρόνια και τις στερήσεις πρόσωπο, καμπουριασμένη απ’ τη δουλειά ράχη, γεροντάκια, παιδόπουλα, νεαρές κοπέλες, γλυκιές συντρόφισσες. Κι οι σκελετοί ψελίζανε σα να παραμιλούσαν: «παιδάκια μου… γυναικούλα μου…» κι η σκέψη ξανά στο φαΐ. Δίπλα-δίπλα, από κρεβάτι σε κρεβάτι, παρέες-παρέες πάνω από μια χούφτα κάρβουνα συζητούσαμε κι όλο συζητούσαμε το ίδιο θέμα.

– Βρε σύντροφοι, να βγούμε ζωντανοί από τούτη δα την κόλαση. Άμα βγούμε έξω θα πάρω μια οκά αλεύρι και θα φτιάξω ένα κουρκούτι που θα χαλάει ο κόσμος, Θα χορτάσω, έλεγε ένας.
– Που να δείτε τι φαΐ είναι οι χελώνες! έλεγε δεύτερος.
– Καλά! έφαγες; Και πώς μαγειρεύεται; ρωτούσε τρίτος.
– Αν έφαγα, λες; ‘Εχει ένα άσπρο κρέας! Σαν κατόπουλο. Άμα τη ζεματίσεις με χοχλαστό νερό βγαίνει όλα το καύκαλο και η εξωτερική πέτσα και μένει κάτασπρο κρέας, λαχταριστό-λαχταριστό, ύστερα το βράζεις.
– Άντε καημένε! Θέλει και βράσιμο.
– Ε! και να μη φάω!! αναστέναζε ο Γιωργόπουλος. Ας βγω από δω και βλέπετε. Στο χωριό μου είναι ένα προσήλιο, σκεπασμένο με πουρνάρια. Μια πλαγιά γεμάτη χελώνες. Ας βγω και θα δείτε γλέντι, αλλά ας βγούμε πρώτα.
– Για να δείτε, βρε παιδιά, έλεγε ο Δροσόπουλος. Κάποτε ήμουνα άνεργος, γνώριζα ένα μάγειρα στου κ. Μπενάκη. Με φώναξε να τον βοηθήσω, λίγες μέρες, κι αν δεχόντουσαν τ’ αφεντικά να μείνω. Τι είδανε τα μάτια μου δε λέγεται. Σαν τα θυμάμαι με πιάνει μίσος και παράπονο μαζί. Μια συναγρίδα ολάκαιρη πήγαινε μ’ ένα «συνδαιτημόνα» -έτσι δεν τούς λένε;- εκείνος έπαιρνε μια μπουκιά. Σας ορκίζομαι, σύντροφοι, στην επανάσταση – μόνο μια, και το γύριζε. Ο μάγειρας το ‘ριχνε στα σκουπίδια.
– Θέλεις; μου έκαμε νόημα, άρπα την και μου πάσαρε μια πιατέλα γεμάτη. Σε δυο λεπτά δεν έμεινε τίποτα. Και συνέχεια άρπαζα πιατέλες και τις καθάριζα. Ο μάγερας όλο και μου ‘δινε και γέλαγε. Ύστερα από καμιά ώρα με τσάκισε μετός.
– Ωχ! φώναξαν πολλοί μαζί. Πάει το φαΐ χαμένο!
Κείνο, το «ωχ» έδειχνε ένα πόνο, λες και ήταν αυτοί οι ίδιοι, λες και ήταν εκείνη τη στιγμή.
– Σήμερα ο Κόκκινος Στρατός πολεμάει μέσα στα χιόνια και τούς αγέρηδες… άρχιζε κάποιος.
Δεν προχωρούσε λίγο η συζήτηση και γύριζε σ’ άλλα κανάλια.
– Αυτοί έχουν και τρώνε. Για φανταστείτε, λαρδί, λουκάνικα, μπορς… έπαιρνε πάλι τον παλιό γνωστό δρόμο. Ο δρόμος αυτός λεγότανε δρόμος «φαΐ». Αυτό βάσταξε χρόνια, βάσταξε ως τη μέρα πού χορτάσαμε. Οποιαδήποτε συζήτηση κι αν αρχίζαμε, ύστερα απ’ τις πρώτες λέξεις γύριζε στο ίδιο θέμα. Ένα μαρτύριο περισσότερο. ‘Όταν βγάζαμε τα μαυράδια απ’ τα κουκιά, στρώναμε από κάτω ένα πανί ή μαντήλι, ό,τι είχε ο καθένας, για να μη φύγουν όξω. Τα μαζεύαμε με προσοχή, σαν άγιο μύρος κι ύστερα τα ροκανίζαμε. Κι οι άλλοι ζηλεύανε τούς τυχερούς, τρέχανε τα σάλια τους, απλώνανε το χέρι και γυρεύανε. Και κείνοι δε δίνανε. Κάποτε, δίνοντας ρούχα κι άλλα πράγματα, πήραμε από κάποιο μαυραγορίτη λίγες ελιές γίνονταν αγώνας για τα κουκούτσια κι άκουγες κρουπ, κρατς. Δεν έμενε τίποτα.

Λιμάξαμε. Κάναμε στα μάτια πότε να φτάσει η ώρα τον φαγητού. Κι όταν έφτανε ο καθένας -οι περισσότεροι- κοιτάζαμε να μείνουμε τελευταίοι, με την πονηρή σκέψη μην περισσέψει φαΐ να μας δώσει ο μάγειρας λίγο παραπάνω. ‘Όταν περνούσαμε αφήναμε ένα λόγο, ένα πείραγμα, κάποια κουβέντα για ν’ ακούσει ο μάγειρας ποιος είναι, μη τυχόν και δώσει γεμάτη την κουτάλα. Κι αν έλειπε λίγο, χαλούσε ο κόσμος. Παράπονα, γκρίνιες, φωνές κουνούσαμε το πιάτο να χυθεί λίγο. Πέρναμε αντί πιάτο ένα κύπελο, για να χυθεί λιγάκι, για να μας δώσει άλλο, που Θα ήταν περισσότερο απ’ ό,τι χύθηκε. Καθόμαστε -όσοι μπορούσαμε να κινηθούμε- έξω απ’ το μαγειρειό ή τη διαχείριση σαν παραπονεμένα γυφτόπουλα. Μόνο που δεν απλώναμε τα χέρια για ζητιανιά. Γλείφαμε τα πιάτα, ενάμισυ χρόνο δεν παράλειψα ούτε μια μέρα που να μην το γλείψω. Κι όλοι έτσι κάνανε. Δε θυμάμαι κανένα που να μην έκανε αυτή τη δουλειά. Αν έπεφτε κάτω μια κουταλιά στο τραπέζι τη γλείφαμε.

Πολλοί θα παραξενευτούν μ’ αυτά τα πράματα. Εξόριστοι και να κάνουν κατεργαριές για μια κουταλιά φαΐ, να γλείφουν τα πιάτα, να παίρνουν το φαΐ από καταγής… Να συζητάνε για χελώνες, φίδια κτλ. Θα χάσουν τη ρομαντική αντίληψη που είχανε για τούς εξόριστους. Καλά θα ήτανε βέβαια, την ώρα που πεθαίνει κανένας απ’ την πείνα, να στέκεται περήφανος μπροστά σε μια κουταλιά φαΐ που πέφτει, να συζητάει για την πολιτικοστρατιωτική κατάσταση, για το δαρβινισμό και τη θεωρία της σχετικότητας. Αλλά τέτοια πράματα στα παραμύθια γίνονται. Η ζωή είναι πιο πεζή. Αλλά ας μην απογοητεύουνται. Έγλειφε κανένας το πιάτο, βαδίζοντας αγέρωχα στον τάφο. Έκαναν πονηριές για λίγο φαΐ παραπάνω, αλλά πιο κάτω ήτανε κήποι με λάχανα, στο μαγειριό και γύρω κυκλοφορούσανε κότες, γάτες, σκυλιά, αργότερα περνούσανε αρνιά, κατσίκια κι όμως κανένα δεν χάθηκε, τίποτα δεν πειράχτηκε, κανένας δεν άπλωσε χέρι να κλέψει ή και να ζητιανέψει. Μαζεμένος, κουκουλωμένος σκεφτόμούνα. Ένα γλυκό υγρό -έτσι μου ‘ρχότανε- ανέβαινε στο λαιμό. Κι όλο κατάπινα-κατάπινα. Αυτό πιστεύω Θα νιώθανε και πολλοί άλλοι. Κι αυτό ήταν άλλο μαρτύριο.

27 του Δεκέμβρη. Δεν έκλεισα μάτι καθόλου όλη τη νύχτα. Ο βοριάς λυσσομανούσε. Βββς-βοούσε. Χτύπαγε εκνευριστικά μια παλιόπορτα σ’ ένα χαλασμένο στάβλο, σφύριζε στις καμινάδες και κύματα-κύματα χανότανε στα άπειρα. Η θάλασσα στέναζε. Κατά τα ξημερώματα ο αέρας έκοψε κάπως, ανάλαμψε μια ελπίδα. Ίσως να καλυτερέψει ο καιρός, ίσως να ‘ρθει κανένα καΐκι, ίσως να μας έρθει, ίσως… ίσως… ίσως… ίσως οι Ρώσοι να πήρανε τους Γερμανούς στα πόδια, που δεν θα σταματούσανε παρά στο Βερολίνο πόσο έξω πέφταμε μ’ αυτόν τον πόλεμο! Κρίναμε χωρίς στοιχεία, κρίναμε όπως μας σύμφερε. Στην αρχή λέγαμε πως σε τρεις μήνες οι Γερμανοί θα γίνονταν κουρνιαχτός, ύστερα περιμέναμε το χειμώνα. Αργότερα το πρώτο πισωδρόμισμα. Με την υποχώρηση δεν θα σταματούσαν πουθενά. Κάναμε μια παρομοίωση με τη Μικρασιατική εκστρατεία, με την κατάρρευση της Γαλλίας κτλ.

Δεν είχε ξημερώσει χαλά σαν ήρθε ο Μπάμπης. Ξάπλωσε δίπλα μου. ‘Ένιωσα ένα χέρι να τραβάει τα σκεπάσματα. Μια αδύνατη, ζεστή ανάσα ένιωσα κοντά μου στο πρόσωπο.
– Τι θέλεις; τον ρώτησα.
– Κουβέντα, μου είπε. Δεν έκλεισα μάτι. Όλο στο φαΐ ο νους μου. Μ’ αυτό ανακατευότανε η κατάσταση, τα παιδιά, η άμοιρη γυναίκα. Σκεφτόμουνα πως προχωράμε πολύ γρήγορα. Από προχτές τα Χριστούγεννα ξάπλωσαν μερικοί. Σε τρεις μέρες πάνω από δέκα. Αριθμός μεγάλος για τόσες μέρες. Εκείνο το χτύπημα του βρικόλακα πολύ μας στοίχισε. Αν εξακολουθήσει αυτή η κατάσταση πολύ γρήγορα δε θα βρίσκεται κανένας ορθός. Δεν θα ‘χουμε ποιος να μας συγυρίσει. Θα βρομίσουμε.
– Άσε αυτή τη συζήτηση για πείνα και θάνατο, Θα τρελαθούμε. Άλλη συζήτηση, υπάρχούν τόσα θέματα. Έπειτα υπάρχουν και ελπίδες. Ο καιρός φαίνεται θα στρώσει, μπορεί να ‘ρθει κανένα καΐκι. Αναστατώσαμε όλον τον κόσμο, κάτι θα βγει, ύστερα οι Ρώσοι…
– Αν μου τα λες για να μου δώσεις κουράγιο, άκου! «Εχω αρκετό απ’ αυτό. Έχω το κουράγιο του ανθρώπου που πιστεύει 100% πως θα πεθάνει κι είναι αποφασισμένος γι’ αυτό. Κι ύστερα μη νομίζεις πως ο χάρος είναι τόσο τρομαχτικός όπως τον δείχνουν τα εκκλησιαστικά βιβλία δε βαριέσαι… προχτές λιποθύμησα, όχι απότομα, σιγά-σιγά βυθιζόμουνα σε μια νάρκη γλυκιά, σ’ ένα βαθύ ύπνο. Αλάφρωνα. Έπαυαν οι πόνοι, ώσπου έχασα τις αισθήσεις. Σαν συνήρθα, στενοχωρέθηκα, όπως όταν κοιμάσαι βαθιά και σε αγουροξυπνήσουν. Ο θάνατος είναι μια μικρούλα καμπή. Από δω η ζωή. Έγειρες λίγο; αλλάζεις υπόσταση. Από ζωντανή ύλη γίνεσαι νεκρή, τίποτα το τρομακτικό, τίποτα το δύσκολο. Αλλαγή μιας εικόνας κινηματογράφου.

Στη σκέψη του θανάτου στενοχωριόμαστε. Ξέρεις γιατί; Δε μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μας πως θα πεθάνουμε εμείς κι ο κόσμος θα μείνει ο ίδιος, θα κινιέται η γης, θα λουλουδιάζει, θα στολίζεται, θα καρπίζει, θα ‘χει ήλιο και θάλασσα, αγάπες, φιλίες, έρωτες, μίση, κακίες, έχτρητες. Όλα τα πάθη της γης, τις χαρές του κόσμού. Μας είναι πιο υποφερτή η σκέψη πως μαζί μας θα χαθεί κι όλος ο κόσμος, υποφέρουμε γιατί νομίζουμε πως θα βλέπουμε όλες τις ομορφιές, θα τις νιώθουμε και δε θα μπορούμε να τις χορτάσουμε, να τις χαρούμε. Αυτό είναι ανυπόφορο. Κι όμως αυτό δε γίνεται. Άμα τα τινάξουμε… τίποτα απ’ αυτά. Άλλωστε αυτό είναι θάνατος. Άμα πεθάνουμε ούτε θα βλέπουμε, ούτε θα νιώθουμε.
– Άσε αυτές τις σκέψεις.
– Φοβάσαι μη λυγίσω; Άκου, φίλε μου, να κάνω δήλωση γιατί; Να κερδίσω τι: δυο μήνες ζωή κι ύστερα; πάλι θα πεθάνω. Κι αν ζήσω χίλια χρόνια μήπως θα χορτάσω; Θα πω νυσάφι; όχι! Δεν έχει σημασία πόσο θα ζήσει κανένας, μα πώς θα ζήσει. Η ποσότητα δε βαραίνει, αλλά η ποιότητα. Αξία έχει το πώς θα πεθάνεις. Με το κεφάλι ψηλά, περήφανα ή μίζερα, κακομοίρικα. Ο χάρος τι θα πάρει: πτώμα ή αγωνιστή; Ακόμα αξία έχει αν θα πας σαν το σκυλί στ’ αμπέλι ή ο θάνατός σου θα ‘ναι έστω ένα μικρούτσικο αστράκι πού θα δείχνει στους άλλους το δρόμο του καθήκοντος, της θυσίας, του αγώνα. ‘Έχω σαράντα χρόνια και δεν είδα άσπρη μέρα, οι γονιοί μου με φέρανε στη ζωή χωρίς κι αυτοί να το θέλουν. Σκέβρωσα και δε χόρτασα, παντρεύτηκα γι’ αποκατάσταση και λάσπωσα περισσότερο, πήρα στο λαιμό μου γυναίκα και παιδιά. Έσερνα τη μίζερη ζωή μου, ώσπου κάποτε είπα:

«Αυτά δεν είναι ζωή, αυτός ο δρόμος βγάζει στην καταστροφή, άλλος δρόμος χρειάζεται». Κι από τότε άλλαξα στράτα, από ανάγκη, ακούς; από στυγνή ανάγκη. Με τους άλλους, τ’ αδέρφια μου -σκέφτηκα- ή στη σωτηρία ή στο χαμό. Και γύρισμα δεν έχει, δε μπορώ. Κέρδος δεν έχει. Θα προχωρήσω, κι ο θάνατός μου θα βοηθήσει…

(Απόσπασμα από το βιβλίο του ΚΩΣΤΑ ΜΠΟΣΗ: «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξόριστων στα 1941»)

Πηγή:kostasbosis.blogspot.gr/

* Ο Νίκος Σαραντάκος εντόπισε το μαργαριτάρι μας. Η φωτογραφία δεν είναι του 1948, όπως είχαμε αρχικά αναφέρει, αλλά του 1935. Ζητάμε συγγνώμη και τον ευχαριστούμε.

CLOSE
CLOSE