Ο «πανούργος τραπεζίτης» Μιχάλης Σάλας, έγραφαν πριν από ένα χρόνο οι New York Times, έχει ένα όνειρο: Να κάνει την τράπεζά του «too big to fail (πολύ μεγάλη για να  καταρρεύσει)» ώστε να εξασφαλίσει την παρέμβαση της Ε.Ε για τη διάσωσή της. Υπήρχε μόνο ένα εμπόδιο στο δρόμο του… οι νόμοι και το Σύνταγμα της Ελλάδας.  Γι’ αυτό όμως μπορούσε να φροντίσει ο Αντώνη Σαμαράς.

Κλίμα θριάμβου επικρατούσε σε αρκετά ενημερωτικά site (και λίγο αργότερα και στις περισσότερες εφημερίδες) όταν ανακοινώθηκαν, στα τέλη Οκτωβρίου, τα αποτελέσματα των περίφημων stress test των τραπεζών. Δίπλα στα διαφημιστικά banners της Πειραιώς έστεκαν πανηγυρικά τα δελτία Τύπου της τράπεζας. Τι κι αν το ίδρυμα του Μιχάλη Σάλα συγκαταλέγονταν στις 25 τράπεζες που απέτυχαν, τουλάχιστον στο τυπικό σκέλος της δοκιμασίας. Όπως έλεγε παλαιότερα και ένας γνωστός διευθυντής ειδήσεων: «Ας μην αφήνουμε την πραγματικότητα να χαλάει μια τόσο ωραία ιστορία». Για μια τράπεζα που απολαμβάνει εδώ και χρόνια την σκανδαλώδη εύνοια διαδοχικών κυβερνήσεων ακόμη και η επιτυχία στα τεστ αντοχής θα αποτελούσε ένα κάλπικο παράσημο.

Θα χρειαζόμασταν τόμους για να περιγράψουμε με λεπτομέρειες τα προκλητικά δώρα που έχει προσφέρει άμεσα ή έμμεσα το καθεστώς Σαμαρά – Βενιζέλου στην τράπεζα Πειραιώς. Τα 7,5 δις ευρώ, που ουσιαστικά χαρίστηκαν στον Σάλα μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, μιλούν από μόνα τους. Υπάρχει όμως μια ενδεικτική περίπτωση που φέρνει στο φως το μέγεθος της διαπλοκής της κυβέρνησης αλλά και των μεγάλων ΜΜΕ με τον τραπεζικό τομέα.

Η ιστορία μας ξεκινά το καλοκαίρι του 2014 όταν η κυβέρνηση καταθέτει μια φωτογραφική διάταξη με την οποία εξασφαλίζει ότι η τράπεζα Πειραιώς δεν θα χρειαστεί να πληρώσει ούτε ευρώ για την απορρόφηση των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών. Στόχος ήταν να απαλλαγεί όχι μόνο από τα χρέη που κουβαλούσαν αυτές οι τράπεζες απέναντι στους μετόχους και ομολογιούχους τους αλλά και από τους φόρους εκατομμυρίων που θα έπρεπε να καταβάλλει στο ελληνικό δημόσιο για την μεταβίβαση.  Σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις και μόνο η συγκεκριμένη φοροαπαλλαγή ξεπερνά τα 200 εκ. ευρώ.

Η κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να περάσει σχετικές φωτογραφικές τροπολογίες για την Πειραιώς μέσα σε άσχετους νόμους, τον Απρίλιο και το Δεκέμβριο του 2013, χωρίς επιτυχία. Ο Σάλας όμως συνέχισε να πιέζει και ο Σαμαράς έπρεπε να βρει επειγόντως έναν τρόπο να ικανοποιήσει τις εντολές των οικονομικών «προϊσταμένων» του. Το πρόβλημα ήταν ότι με βάσει τους υπάρχοντες νόμους κάθε σχετική προσπάθεια θα ήταν παράνομη αφού προσέκρουε σε τρεις βασικές αρχές του νομικού μας πολιτισμού: ότι απορροφώντας μιας επιχείρηση δέχεσαι και τα χρέη της, ότι για κάθε μεταβίβαση πληρώνεις κάποιο φόρο στο κράτος και πως όταν παίζεις με την περιουσία των άλλων οι νόμοι δεν μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ. Προφανώς για κάθε μια από αυτές τις αρχές η αστική δικαιοσύνη μπορεί αν ανοίξει όσα παράθυρα απαιτούν οι εκάστοτε ισχυροί. Το να τις καταργήσεις όμως και τις τρεις με μια διάταξη χρειάζεται θράσος που σπάνια συναντάται σε δημοκρατικά καθεστώτα.

Παρά το γεγονός ότι η διάταξη, που έφερε προς ψήφιση η κυβέρνηση, προκάλεσε την εντονότατη αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝ.ΕΛ, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τα μέσα ενημέρωσης. Το μέγεθος του δώρου που προσφέρθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς έγινε πλήρως κατανοητό μόνο όταν μεγάλα δικηγορικά γραφεία, που εκπροσωπούσαν ομολογιούχους κυπριακών τραπεζών, άρχισαν να εξετάζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φωτογραφικής διάταξης.

Σε σχέση με την φοροαπαλλαγή, το μυστικό ήταν ότι στον προηγούμενο νόμο (Ν. 4150/2013, άρθρο 68) υπήρχε σαφής αναφορά στο άρθρο 16 του Ν. 2515, σύμφωνα με το οποίο μια τράπεζα προκειμένου να έχει φοροαπαλλαγή μόνο αν είναι «καθολικός διάδοχος» – κάτι που φυσικά δεν ισχύει στην περίπτωση των κυπριακών τραπεζών.  Στο νέο νόμο που ψηφίστηκε, λοιπόν, απλώς αφαιρέθηκε κάθε αναφορά στο άρθρο 16 του Ν. 2515 και ως δια μαγείας ο Σάλας δεν χρειάστηκε να δώσει στο ελληνικό δημόσιο ούτε ευρώ.

Παράλληλα όμως ορίστηκε ότι «στη συγκεκριμένη μεταβίβαση δεν εφαρμόζεται το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα», που σημαίνει ότι η Πειραιώς απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις της προς τρίτους, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται σε εξέλιξη σχετικές δικαστικές ενέργειες αποζημίωσης από την πλευρά των μετόχων της Τράπεζας Κύπρου.

Και τι σημασία έχει, θα αναρωτηθεί κάποιος, αν χαρίσαμε στον Σάλα άλλα 200 εκατομμύρια ευρώ και αφήσαμε εκτεθειμένους και μερικούς ομολογιούχους, όταν του έχουμε δώσει τουλάχιστον 7,5 δις; Το πραγματικό πρόβλημα ήταν ότι η κυβέρνηση έδωσε στη διάταξη αναδρομική ισχύ προκειμένου να καλύψει την περίοδο των εξαγορών – απορροφήσεων των περιουσιακών στοιχείων των κυπριακών τραπεζών. Με άλλο νομικό καθεστώς έγιναν δηλαδή οι απορροφήσεις και με άλλο (δεν)φορολογήθηκαν.

Αν και η έννοια της αναδρομικότητας παρεισφρέει όλο και συχνότερα στη νομοθεσία της μνημονιακής Ελλάδας η συγκεκριμένη περίπτωση καταπατά κάθε έννοια συνταγματικής τάξης. Κι αυτό γιατί ο νομοθέτης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δώσει αναδρομική ισχύ σε νόμο ο οποίος ανατρέπει δικαιώματα που προστατεύονται από το Σύνταγμα, όπως είναι το δίκαιο της ιδιοκτησίας ή άλλα εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα – ακριβώς δηλαδή το αντίθετο απ’ ότι συνέβη στην περίπτωση της Πειραιώς.

«Η διάταξη δεν είναι απλώς εξωφρενική αλλά φαίνεται να έχει γραφτεί από άνθρωπο που δεν γνωρίζει ή κάνει ότι δεν γνωρίζει βασικές αρχές της νομικής επιστήμης» μας έλεγε στέλεχος μεγάλου δικηγορικού γραφείου που παρακολουθεί εδώ και μήνες την υπόθεση.

Ενώ λοιπόν όταν τέθηκε στο παρελθόν θέμα αναδρομικής φορολόγησης των πολιτών ξεσηκώθηκε (δικαίως) και το σύμπαν, όταν η κυβέρνηση νομοθέτησε για την αναδρομική απαλλαγή της Πειραιώς από φόρους και υποχρεώσεις που της αναλογούσαν, τα μεγαλύτερα ΜΜΕ προτίμησαν να σιωπήσουν.  Ίσως γιατί όπως μας θύμιζαν στο σχετικό άρθρο τους και οι New York Times «η τράπεζα Πειραιώς είναι ένας από τους μεγαλύτερους διαφημιζόμενους στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης» και ως γνωστών όταν τρώμε… δεν μιλάμε.

Παρενθετικά να θυμίσουμε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που τα ελληνικά ΜΜΕ κατάφεραν να αποσιωπήσουν μια υπόθεση της Πειραιώς, με τρόπο που παραπέμπει στη λειτουργία των media στη Βόρεια Κορέα. Όταν το πρακτορείο Reuters κατηγόρησε την οικογένεια Σάλα για ύποπτες δοσοληψίες οι μεγαλύτερες εφημερίδες και τα κανάλια αποσιώπησαν το γεγονός (υποθέτοντας προφανώς ότι κανένας στην Ελλάδα δεν ξέρει αγγλικά για να διαβάσει το πρωτότυπο άρθρο). Όταν όμως τράπεζα Πειραιώς επιχείρησε να διαψεύσει το δημοσίευμα, οι Έλληνες αναγνώστες και τηλεθεατές πληροφορήθηκαν ότι αυτό που ΔΕΝ είχαν διαβάσει την  προηγούμενη ημέρα ήταν αβάσιμο. Ήταν ίσως η πρώτη διάψευση, μιας ανύπαρκτης είδησης που έχει καταγραφεί στην παγκόσμια ιστορία των ΜΜΕ.

Η περίπτωση των φωτογραφικών και αντισυνταγματικών νόμων που πέρασε η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου δεν είναι ίσως το μεγαλύτερο δώρο που έχουν κάνει τα κόμματα εξουσίας στον Σάλα. Επιβεβαιώνει όμως, με ένα απόλυτα διεστραμμένο τρόπο, την πεποίθηση ορισμένων ότι ζούμε στην «τελευταία σοβιετική δημοκρατία». Μια κυβέρνηση όχι μόνο καταπατά την πεμπτουσία του αστικού συντάγματος, το οποίο φτιάχτηκε για να προασπίζεται την ατομική ιδιοκτησία, αλλά το κάνει για να προστατεύσει τράπεζες οι οποίες αν αφήνονταν να λειτουργήσουν με τους όρους της αγοράς ίσως να είχαν καταρρεύσει εδώ και χρόνια. Για άλλη μια φορά οι ζημιές κοινωνικοποιήθηκαν, τα κέρδη ιδιωτικοποιήθηκαν και όλοι έζησαν ευτυχισμένοι σε μια χώρα με «εθνικοποιημένες» τράπεζες που λειτουργούν υπό ιδιωτικό management

 

Άρης Χατζηστεφάνου

Unfollow Νοέμβριος 2014

 

CLOSE
CLOSE