«Φουσκάλες από ανθρακικό βαμμένες με αίμα» (“blood bubbles”): O τίτλος που επέλεξε ο διεθνής Τύπος για να περιγράψει τις τελευταίες περιπέτειες της ηθοποιού Σκάρλετ Γιόχανσον ίσως ξενίσει τον συνηθισμένο αναγνώστη ειδήσεων απ’ το Χόλιγουντ.

Όμως το σκάνδαλο στο οποίο ενεπλάκη τον Ιανουάριο η Αμερικανίδα σταρ έχει ασυνήθιστες πολιτικές διαστάσεις, καθώς σχετίζεται με μια υπερδύναμη στη Μέση Ανατολή, έναν επιχειρηματικό κολοσσό, μια διεθνή αναπτυξιακή μη κυβερνητική οργάνωση κι ίσως το ισχυρότερο φιλειρηνικό κίνημα αντίστασης σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Από το 2007, η Γιόχανσον αποτελούσε Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της Oxfam, μίας οργάνωσης που εργάζεται, μεταξύ άλλων, για την καταπολέμηση της φτώχειας στα παλαιστινιακά εδάφη. Η Oxfam καταδικάζει τη λειτουργία ισραηλινών επιχειρήσεων σε αυτά, θεωρώντας ότι εντείνουν την ανισότητα κατά των Παλαιστινίων. Μια τέτοια επιχείρηση είναι η SodaStream, που κατασκευάζει προϊόντα για να φτιάχνεις ανθρακούχα ποτά στο σπίτι, σε εργοστάσιό της στη Δυτική Όχθη. Η αντίφαση ήταν προφανής, όταν η Γιόχανσον ξεκίνησε να εργάζεται ως κεντρικό πρόσωπο της διαφημιστικής εκστρατείας της SodaStream. Υπό το βάρος της διεθνούς κατακραυγής, η ηθοποιός υποχρεώθηκε να επιλέξει ανάμεσα στον ανθρωπιστικό και τον επιχειρηματικό της ρόλο.

Το γεγονός ότι τελικά προτίμησε τα διαφημιστικά της έσοδα, αποχωρώντας από την Oxfam, εν τέλει απέκτησε δευτερεύουσα σημασία. Το βασικό είναι πως η υπόθεση καταγράφηκε ως μια ακόμη νίκη του ανερχόμενου κινήματος BDS, που υποκίνησε τις διαμαρτυρίες κατά της αντιφατικής της στάσης.

Τα τελευταία εννέα χρόνια, το κίνημα BDS (Boycott, Divestment and Sanctions) καλεί σε μποϊκοτάζ, απόσυρση επενδύσεων και κυρώσεις κατά της ισραηλινής κατοχής. Η επιρροή του αυξάνεται συνεχώς και η ισραηλινή κυβέρνηση το χαρακτήρισε πρόσφατα «στρατηγική απειλή». Στο κίνημα αποδίδεται η απόφαση του ολλανδικού συνταξιοδοτικού ταμείου PGGM να σταματήσει τη συνεργασία του με πέντε ισραηλινές τράπεζες, η αντίστοιχη απόφαση του νορβηγικού συνταξιοδοτικού ταμείου να διακόψει τη συνεργασία του με δύο ισραηλινές εταιρείες που εμπλέκονται στην κατασκευή οικισμών στα κατεχόμενα, καθώς και η απόσυρση της Danske Bank, της μεγαλύτερης τράπεζας της Δανίας, από τη συνεργασία της με τη μεγαλύτερη τράπεζα του Ισραήλ, την Bank Hapoalim.

«Το κίνημα BDS πλησιάζει ένα σημείο καμπής, στο οποίο η δράση από τα κάτω θα συναντήσει την επίσημη πολιτική των κυβερνήσεων και των κοινοβουλίων, και οι κυρώσεις κατά του Ισραήλ θα αναχθούν σε τετελεσμένο γεγονός», έγραφε πρόσφατα στην εφημερίδα Haaretz ο πρώην πρόεδρος του ισραηλινού κοινοβουλίου. «Το Ισραήλ θα μείνει αβοήθητο, εφόσον βρεθεί αντιμέτωπο με μια κίνηση πολιτών που θα μετακινήσει το επίκεντρο της συζήτησης από το ποιος είναι πιο ισχυρός κι ανθεκτικός σε θέματα δικαιωμάτων και αξιών».

Στους υποστηρικτές του κινήματος BDS περιλαμβάνονταν ήδη από καιρό εκατοντάδες καλλιτέχνες που ακύρωσαν συναυλίες στο Ισραήλ, η Ένωση Δασκάλων της Ιρλανδίας, η Ομοσπονδία γαλλόφωνων Βέλγων Φοιτητών με τα 100.000 μέλη, καθώς και η Ένωση Αμερικανο-ασιατικών Σπουδών, με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν όμως τον περασμένο Δεκέμβρη στους κόλπους του εντάχθηκε και η Ένωση Αμερικανικών Σπουδών των ΗΠΑ, που αποτελείται από 5.000 ακαδημαϊκούς και ειδικούς στον αμερικανικό πολιτισμό, η σταγόνα φαίνεται να ξεχείλισε το ποτήρι.

Ο πόλεμος μεταφέρθηκε στο «δυτικό» μέτωπο και δυο γερουσιαστές από το Ιλινόις -ένας Ρεπουμπλικάνος κι ένας Δημοκρατικός-κατέθεσαν σχέδιο νόμου που διακόπτει την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση σε αμερικανικά ακαδημαϊκά ιδρύματα τα οποία μποϊκοτάρουν το Ισραήλ. «Αυτά τα ιδρύματα είναι προφανώς ελεύθερα να κάνουν ό,τι θέλουν με βάση την πρώτη τροποποίηση του αμερικανικού συντάγματος», δήλωσε ο ένας εξ αυτών. «Όμως ο Αμερικανός φορολογούμενος δεν χρειάζεται να το επιδοτεί, δεν χρειάζεται να είναι συνένοχος και δεν χρειάζεται να παίζει κανένα ρόλο σε αυτό», πρόσθεσε διχάζοντας την κοινή γνώμη. Διότι, μπορεί μεν το νομοσχέδιο να έλαβε την υποστήριξη της ισραηλινής πρεσβείας την Ουάσινγκτον, του Κέντρου Σάιμον Βίζενταλ ή της Οργάνωσης Χριστιανοί Ενωμένοι για το Ισραήλ, όμως το βαρύ πυροβολικό του ισραηλινού λόμπι, όπως οι οργανώσεις AIPAC και Anti-Defamation League, δεν το στήριξαν, λόγω επιφυλάξεων ότι παραβιάζει την ελευθερία της γνώμης.

Το νομοσχέδιο κατατέθηκε σε μια περίοδο τριβής στις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις, ακριβώς εξαιτίας του μποϊκοτάζ. Λίγες βδομάδες νωρίτερα, μιλώντας σε Συνέδριο για την Ασφάλεια που είχε πραγματοποιηθεί στο Μόναχο, ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών είχε επισημάνει ότι, αν οι ειρηνευτικές συνομιλίες ανάμεσα στο Ισραήλ και τους Παλαιστίνιους αφεθούν σε αποτυχία, αυτό θα δώσει βορά στους επικριτές του πρώτου, συμπεριλαμβανομένου και του κινήματος BDS. «Μια εντεινόμενη εκστρατεία απονομιμοποίησης διεξάγεται αναφορικά με το Ισραήλ. Οι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι απέναντί της. Γίνεται λόγος για μποϊκοτάζ και για άλλα τέτοια μέτρα», σημείωσε ο Τζον Κέρι. Το σημερινό στάτους κβο είναι σίγουρο 100% ότι δεν μπορεί να διατηρηθεί. Δεν είναι βιώσιμο. Είναι επίπλαστο. Υπάρχει μια περιστασιακή ευημερία, μια στιγμιαία ειρήνη», πρόσθεσε, προκαλώντας την οργή του ισραηλινού υπουργού Οικονομικών, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι συνδέει την ειρήνη με τις οικονομικές κυρώσεις. «Καμιά πίεση δεν θα με αναγκάσει να εγκαταλείψω τα ζωτικά συμφέροντα του κράτους του Ισραήλ, και κυρίως την ασφάλεια των κατοίκων του», συμπλήρωσε ο πρωθυπουργός της χώρας Μπενζαμίν Νετανιάχου.

Για αρκετούς αναλυτές και μόνο το γεγονός ότι το Ισραήλ φτάνει να βρεθεί στο επίκεντρο τόσο σφοδρής κριτικής στο εσωτερικό των ΗΠΑ είναι απόδειξη της νέας εποχή που ανατέλει στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ ύστερα από την κατ’ αρχήν συμφωνία του Λευκού Οίκου με την Τεχεράνη. Έχωντας χάσει ένα σημαντικό ποσοστό της «αξίας χρήσης» του για το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ουσιαστικά το Ισραήλ μένει εκτεθειμένο σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που το κατηγορούν εδώ και δεκαδετίες για σειρά από εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Φεβρουάριος 2014

20
CLOSE
CLOSE