Με αστραπιαία ταχύτητα εξαπλώνεται το λεγόμενο «κίνημα του δίκρανου» στην Ιταλία, το οποίο παρά την ιδιαίτερα χαλαρή οργανωτική του δομή κατάφερε να κατεβάσει εκατομμύρια πολίτες στους δρόμους.

Από το Τορίνο και το Μιλάνο στο Βορρά μέχρι τη Σικελία, στα νότια της χώρας, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές έκλειναν δρόμους, καταλάμβαναν πλατείες, ακινητοποιούσαν τα δημόσια μέσα μεταφοράς και κρατούσαν κλειστά τα καταστήματα.

Οι συγκρούσεις με την αστυνομία κυριάρχησαν στις περισσότερες περιπτώσεις – παρά την προνομιακή προβολή που έλαβε ένα συμβολικό περιστατικό, όταν αστυνομικοί έβγαλαν τα κράνη και κατέβασαν τις ασπίδες σε ένδειξη συμπαράστασης με τους διαδηλωτές.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κινητοποιήσεων, που τις διαφοροποιεί από προηγούμενες συγκεντρώσεις αλλά και από το κίνημα των πλατειών της Ισπανίας και της Ελλάδας, είναι ότι εκτός από την κυβέρνηση οι διαδηλωτές αμφισβητούν ευθέως την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της λειτουργίας της ευρωζώνης. Στα βόρεια της Ιταλίας αγρότες απέκλεισαν συνοριακά περάσματα προκειμένου να εμποδίσουν την είσοδο φορτηγών από το εξωτερικό και απαιτώντας την επιβολή νέων προστατευτικών μέτρων για τα ιταλικά προϊόντα.

Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από αγρότες, οδηγούς φορτηγών, ανέργους, φοιτητές αλλά και μικροκαταστηματάρχες από τα μεσαία στρώματα δηλαδή που βιώνουν πρώτα τις επιπτώσεις της κρίσης και της πολιτικής λιτότητας. Στην πορεία όμως έκαναν την εμφάνισή τους και μέλη ακροδεξιών οργανώσεων αλλά και οργανωμένοι οπαδοί ομάδων. «Για πρώτη φορά στην ιστορία είδαμε οπαδούς της Γιουβέντους και της Τορίνο να στέκονται ο ένας δίπλα στο άλλο» έγραφε η ιταλική εφημερίδα Λα Στάμπα αναζητώντας και αυτή την πολιτική ταυτότητα των διαδηλωτών.

Αυτό για το οποίο κανένας δεν αμφέβαλλε ήταν οι συνθήκες που ώθησαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στο δρόμο. Ένα στα δέκα παιδιά ζουν πλέον σε επίπεδα απόλυτης φτώχειας, λόγω της οικονομικής πολιτικής λιτότητας της κυβέρνησης και της ΕΕ, ενώ η ανεργία των νέων έφτασε το πρωτοφανές για τα ιταλικά δεδομένα ποσοστό του 40%.

Παρά το γεγονός ότι η Ιταλία βρίσκεται σε ύφεση τα τελευταία πέντε χρόνια, η κυβέρνηση Λέτα ετοιμάζεται να κλιμακώσει τη γνωστή, αποτυχημένη συνταγή της λιτότητας τκαι των ιδιωτικοποιήσεων. Ο προϋπολογισμός του 2014 προβλέπει περικοπές δημοσίων δαπανών της τάξης των 12 δις ευρώ, αύξηση της έμμεσης φορολογίας, που πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και πάγωμα μισθών αλλά και προσλήψεων στο δημόσιο τομέα. Παράλληλα η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ιδιωτικοποιήσει σειρά κρατικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων ναυπηγείων, των ταχυδρομείων αλλά και τμημάτων του εθνικού αερομεταφορέα και της πετρελαϊκής εταιρείας ENI.

Το πολιτικό κατεστημένο αδυνατεί ήδη να τιθασεύσει την oργή του πληθυσμού, η οποία θα κλιμακωθεί σε λίγους μήνες όταν θα γίνουν αισθητές οι συνέπειες των περικοπών και της ανεργίας. Ακόμη και το κίνημα των πέντε αστέρων, του πρώην κωμικού Πέπε Γκρίλο, φαίνεται ότι αδυνατεί να συνδεθεί πλέον με το κύμα αγανάκτησης που σαρώνει τη χώρα και το οποί φέρνει στην επιφάνεια τη μεγαλύτερη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης που έχει γνωρίσει η Ιταλία τις τελευταίες δεκαετίες.

Ο κίνδυνος για το κίνημα της δικράνας και κάθε άλλης μορφής αμφισβήτησης είναι να να εστιαστεί η οργή στους «διεφθαρμένους» πολιτικούς και όχι στα δομικά χαρακτηριστικά της κρίσης και τις ευθύνες της ΕΕ. Φαίνεται μάλιστα ότι ένα μεγάλο τμήμα των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης επιχειρεί να ωθήσει προς τα εκεί την αντιπαράθεση. Μια από τις πρώτες κινήσεις του πρωθυπουργού Ενρίκο Λέτα ήταν να μειώσει τις αποδοχές των Ιταλών βουλευτών στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Την ίδια στιγμή το Δημοκρατικό Κόμμα (PD) του Λέτα προχώρησε σε «ανακαίνιση» με την εκλογή στην ηγεσία του 38χρονου δημάρχου της Φλωρεντίας, Ματέο Ρένζι. Η πρώτη κίνηση του νέου προέδρου ήταν να δημιουργήσει μια 12μελή εκτελεστική επιτροπή αποτελούμενη, ως επί το πλείστον από πολιτικούς που δεν έχουν κλείσει τα 40 και από μεγάλο αριθμό γυναικών. Κρίνοντας και από τα θετικά σχόλια του ιταλικού Τύπου φαίνεται ότι ένα μεγάλο τμήμα της ιταλικής αστικής τάξης ετοιμάζεται να επενδύσει πολλά στη συγκεκριμένη ομάδα προσφέροντας την αυταπάτη ενός νέου ξεκινήματος για το πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Ο κυβερνητικός συνασπισμός κατάφερε να επιβιώσει της πρότασης μομφής με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπος από τη στιγμή που ο Μπερλουσκόνι απέσυρε τη στήριξη των βουλευτών του. Η σταθερότητα όμως αποτελεί ακόμη άπιαστο στόχο, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το ανώτατο δικαστήριο της Ιταλίας έκρινε αντισυνταγματικό το νέο εκλογικό νόμο ο οποίος θα έδινε μπόνους στο πρώτο κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων, προκειμένου να μπορεί αν σχηματίσει άνετη πλειοψηφία στην κάτω βουλή. Η μόνη προοπτική να περάσει τελικά το νομοσχέδιο, με μικρές τροποποιήσεις θα ήταν μια συμφωνία του Λέτα, με τον Μπερλουσκόνι και τον Πέπε Γκρίλο, η οποία όμως θα είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό αφού θα έδειχνε τη σύμπνοια του πολιτικού κατεστημένου απέναντι στους πολίτες.

Η αποπομπή από την ιταλική γερουσία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος εξέφραζε το αντι-ευρωπαϊκό και κυρίως αντιγερμανικό τμήμα της ιταλικής αστικής τάξης, δείχνει μια προσπάθεια ανασυγκρότησης των ευρωπαϊστών σε όλο το πολιτικό φάσμα της χώρας, με τη στήριξη και του Βερολίνου. «Τώρα δημιουργούνται οι συνθήκες για τη μεγάλη αναγέννηση της Ιταλίας» έγραφε χαιρέκακα η γερμανική εφημερίδα Σουντόιτσε Τσάιτουγκ. Ο ηττημένος αντιευρωπαϊσμός των ελίτ όμως δεν μπορεί να ανατρέψει τα αισθήματα εναντίον του ευρώ που αναπτύσσονται σε ολόκληρη την ιταλική κοινωνία.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα ΠΡΙΝ 15/12/2013

Σχετικά θέματα:
Ευρω-φόβοι στις Ιταλικές εκλογές
Αλήθεια, κοροϊδεύεις του Ιταλούς, Έλληνα ψηφοφόρε;
Ιταλία: Ο κώδικας Ντα Βίντσι των τραπεζών

CLOSE
CLOSE