Δημήτρης Μπελαντής Μέλος Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ
rproject.gr

Με βάση μια λογική που λέει ότι το ΟΧΙ οδηγεί όχι σε μια επιστροφή στη διαπραγμάτευση -ή τουλάχιστον στη διαπραγμάτευση του τύπου που είχαμε ως την Πέμπτη- αλλά στην έναρξη μιας διαδικασίας ρήξης με τους δανειστές, πρέπει να οικοδομήσουμε επιτροπές και μετωπικές πρωτοβουλίες του ΟΧΙ σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χώρους εργασίας και σε όλους τους τόπους διαμονής. Πρέπει να αναδείξουμε την καταστροφική λογική και τον νέο Μεσαίωνα όπου μας οδηγεί η τρόικα και η ηγεσία των ΔΝΤ, Ε.Ε. και ευρωζώνης.

Η από­φα­ση της ηγε­σί­ας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και του Αλέξη Τσί­πρα να βάλει το σχέ­διο των δα­νει­στών σε δη­μο­ψή­φι­σμα απο­τε­λεί, ανε­ξάρ­τη­τα από κί­νη­τρα και προ­θέ­σεις, την πι­θα­νή έναρ­ξη της με­τά­βα­σης σε ένα απο­λύ­τως νέο και πολύ θε­τι­κό πο­λι­τι­κό σκη­νι­κό. Ο λαός με ηρε­μία και εμπι­στο­σύ­νη μέχρι τώρα αντα­πο­κρί­νε­ται σε αυτήν την πρό­κλη­ση. Η πρό­τα­ση δη­μο­ψη­φί­σμα­τος θέτει σε ενερ­γο­ποί­η­ση το λαϊκό πα­ρά­γο­ντα και την κοι­νω­νία, τη βγά­ζει από το ρόλο του θεατή και του πα­θη­τι­κού απο­δέ­κτη απο­φά­σε­ων μιας «φω­τι­σμέ­νης ηγε­σί­ας» και μιας «σοφής ομά­δας δια­πραγ­μά­τευ­σης». Βάζει τέλος, έστω προ­σω­ρι­νά, σε μια αδιέ­ξο­δη δια­δι­κα­σία δια­πραγ­μά­τευ­σης με τους δα­νει­στές, η οποία είχε κα­τα­ντή­σει ανέκ­δο­το και η οποία με­τα­τό­πι­ζε μια ασθε­νή και υπο­χω­ρη­τι­κή θέση της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης ολο­έ­να προς τις ιτα­μές και κοι­νω­νι­κά προ­κλη­τι­κές θέ­σεις των δα­νει­στών για την εξα­θλί­ω­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων και την κοι­νω­νι­κή κα­τα­στρο­φή της χώρας, ολο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο προς μια απο­λύ­τως επώ­δυ­νη και κα­τα­στρο­φι­κή συμ­φω­νία. Βάζει, δυ­νη­τι­κά του­λά­χι­στον, ένα πο­λι­τι­κό όριο, το οποίο μας επα­να­φέ­ρει στο προ­ε­κλο­γι­κό και συ­νε­δρια­κό μας πρό­γραμ­μα και μας απο­μα­κρύ­νει από τις απα­ρά­δε­κτες κυ­βερ­νη­τι­κές υπο­χω­ρή­σεις των τε­λευ­ταί­ων μηνών.

Ένα πολύ με­γά­λο ΟΧΙ πρέ­πει να κα­τα­γρα­φεί σε πο­σο­στά πάνω από το 60 και το 70% του εκλο­γι­κού σώ­μα­τος που θα με­τά­σχει στο δη­μο­ψή­φι­σμα. Όμως, αυτό το ΟΧΙ πρέ­πει τόσο η βάση και τα στε­λέ­χη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ όσο και οι με­τω­πι­κές πρω­το­βου­λί­ες της Αρι­στε­ράς -όλης κυ­ριο­λε­κτι­κά της Αρι­στε­ράς- να το νοη­μα­το­δο­τή­σουν με έναν τρόπο βαθιά ρι­ζο­σπα­στι­κό και ανα­τρε­πτι­κό και όχι ως έναν απλό ελιγ­μό για να «γυ­ρί­σου­με πε­ρή­φα­να στο τρα­πέ­ζι της δια­πραγ­μά­τευ­σης». Αυτό, άλ­λω­στε, δεν έχει κα­νέ­να απο­λύ­τως νόημα. Και με 99%, αν γυ­ρί­σου­με στο τρα­πέ­ζι αυτής της δια­πραγ­μά­τευ­σης, θα ει­σπρά­ξου­με ένα πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό «όχι», μια ρι­ζι­κή άρ­νη­ση από την τρόι­κα και τους δα­νει­στές. Συ­νε­πώς, κα­ταρ­χήν, πρέ­πει να «μη­δε­νί­σου­με το κο­ντέρ», όπως εύ­στο­χα το δια­τύ­πω­σε ο σ. Φίλης στη Βουλή το Σάβ­βα­το 27/6. Όλες οι πα­ρα­χω­ρή­σεις που έχου­με κάνει, από τη συμ­φω­νία της 20ής Φλε­βά­ρη και από τις 47 + σε­λί­δες ως την τε­λι­κή πρό­τα­ση, που δη­μο­σιεύ­θη­κε στην «Αυγή» την προη­γού­με­νη Τε­τάρ­τη, πρέ­πει να θε­ω­ρη­θούν άκυ­ρες και μη γε­γε­νη­μέ­νες. Δεν μπο­ρείς να ζητάς από το λαό να κα­τα­ψη­φί­σει τις ιτα­μές αξιώ­σεις των δα­νει­στών αντι­προ­τεί­νο­ντάς του το «ήπιο» ή το «καλό» μνη­μό­νιο των 47+ σε­λί­δων. Δεν μπο­ρείς να ζητάς από το λαό να υπο­στη­ρί­ξει τη με­ρι­κή και όχι την ολική κα­τα­στρο­φή του. Δεν μπο­ρείς να ζητάς από το λαό να επα­νέλ­θει στην αδιέ­ξο­δη λο­γι­κή της κυ­βέρ­νη­σης από το Γε­νά­ρη ως τον Ιούνη ότι οι «εταί­ροι» μας είναι κα­λό­πι­στοι άν­θρω­ποι που θα πει­στούν από τα λο­γι­κά και εύ­γλωτ­τα επι­χει­ρή­μα­τά μας. Ο λαός για να νι­κή­σει στη μάχη αυτή χρειά­ζε­ται έμπνευ­ση, χρειά­ζε­ται όραμα, χρειά­ζε­ται σχέ­διο και στρα­τη­γι­κή. Με βάση μια λο­γι­κή που λέει ότι κάθε δια­πραγ­μά­τευ­ση που δεν προ­τάσ­σει τα βα­σι­κά και ισχυ­ρά ση­μεία του προ­γράμ­μα­τός μας (751, 13η σύ­ντα­ξη, αφο­ρο­λό­γη­το στα 12.000 ευρώ,όχι ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις, κοι­νω­νι­κο­ποί­η­ση τρα­πε­ζών, αύ­ξη­ση κοι­νω­νι­κών δα­πα­νών, όχι αύ­ξη­ση ΦΠΑ σε βα­σι­κά κα­τα­να­λω­τι­κά είδη, όχι πρω­το­γε­νή πλε­ο­νά­σμα­τα, τα οποία κά­πο­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με σαν «βαμ­μέ­να στο αίμα», μο­νο­με­ρής δια­γρα­φή του χρέ­ους κ.ά.) είναι όχι μόνο άνευ αντι­κει­μέ­νου αλλά και επι­κίν­δυ­νη. Με βάση μια λο­γι­κή που λέει ότι το ΟΧΙ οδη­γεί όχι σε μια επι­στρο­φή στη δια­πραγ­μά­τευ­ση -ή του­λά­χι­στον στη δια­πραγ­μά­τευ­ση του τύπου που εί­χα­με ως την Πέμ­πτη- αλλά στην έναρ­ξη μιας δια­δι­κα­σί­ας ρήξης με τους δα­νει­στές, πρέ­πει να οι­κο­δο­μή­σου­με επι­τρο­πές και με­τω­πι­κές πρω­το­βου­λί­ες του ΟΧΙ σε όλα τα επί­πε­δα, σε όλους τους χώ­ρους ερ­γα­σί­ας και σε όλους τους τό­πους δια­μο­νής. Πρέ­πει να ανα­δεί­ξου­με την κα­τα­στρο­φι­κή λο­γι­κή και τον νέο Με­σαί­ω­να όπου μας οδη­γεί η τρόι­κα και η ηγε­σία των ΔΝΤ, Ε.Ε. και ευ­ρω­ζώ­νης.

Όμως, ανα­κύ­πτουν δύο ση­μα­ντι­κά προ­βλή­μα­τα. Το πρώτο αφορά τη δια­χεί­ρι­ση αυτής της με­γά­λης κρί­σης, που μπο­ρεί να διαρ­κέ­σει και πάνω από μία εβδο­μά­δα. Δεν είναι δυ­να­τή μια ενερ­γη­τι­κή και φι­λο­λαϊ­κή δια­χεί­ρι­ση αυτής της κρί­σης χωρίς την αντι­κα­τά­στα­ση του κ. Στουρ­νά­ρα στην Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος και χωρίς την ανά­λη­ψη των διοι­κή­σε­ων των τρα­πε­ζών από το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο, πράγ­μα­τα που νο­μι­κά και πο­λι­τι­κά είναι απο­λύ­τως εφι­κτά. Με τους «αν­θρώ­πους του εχθρού» σε καί­ριες θέ­σεις δεν μπο­ρού­με να πάμε μα­κριά. Δεν είναι δυ­να­τή μια ενερ­γη­τι­κή δια­χεί­ρι­ση της κρί­σης χωρίς ση­μα­ντι­κά πρό­στι­μα και κυ­ρώ­σεις σε όσα ΜΜΕ πα­ρα­πλη­ρο­φο­ρούν το κοινό και δη­μιουρ­γούν κα­τα­στά­σεις πα­νι­κού και τρο­μο­κρα­τί­ας. Δεν είναι δυ­να­τή μια ενερ­γη­τι­κή δια­χεί­ρι­ση της κρί­σης και του πο­λέ­μου όπου βρι­σκό­μα­στε χωρίς μια Με­γά­λη Επι­τρο­πή υπέρ του ΟΧΙ με δυ­νά­μεις, κι­νή­σεις, ομά­δες, πρω­το­βου­λί­ες και κοι­νω­νι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες από όλη τη χώρα. Ήδη η ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ έχει λάβει μια πολύ θε­τι­κή από­φα­ση προς αυτήν τη σύ­γκλι­ση. Αυτή τη με­γά­λη μάχη δεν μπο­ρεί ούτε και πρέ­πει να τη στη­ρί­ξει ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ μόνος του και χωρίς μια ευ­ρύ­τε­ρη λαϊκή και κοι­νω­νι­κή συμ­μα­χία. Η ενό­τη­τα της Αρι­στε­ράς, η ενό­τη­τα των αρι­στε­ρών και δη­μο­κρα­τι­κών πο­λι­τών, των ερ­γα­ζο­μέ­νων που πα­λεύ­ουν για το ψωμί και το μισθό, την γη και το σπίτι τους, την κοι­νω­νι­κή και εθνι­κή υπε­ρη­φά­νεια και ανε­ξαρ­τη­σία, για μια άλλη πο­ρεία της χώρας σε αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή και σο­σια­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση μπο­ρεί τώρα, επι­τέ­λους, να πάρει σάρκα και οστά, να πάψει να είναι μια ρη­το­ρι­κή επί­κλη­ση και ένα «αδεια­νό που­κά­μι­σο». Η κα­ρα­μέ­λα της ρήξης μπο­ρεί να δώσει χώρο σε μια πραγ­μα­τι­κή, έντο­νη αλλά και ρε­α­λι­στι­κή ρήξη. Η λύσσα των συ­στη­μι­κών δυ­νά­με­ων απο­δει­κνύ­ει την ανά­γκη μιας ενό­τη­τας για τη ρήξη με τους δα­νει­στές.

Το δεύ­τε­ρο ση­μα­ντι­κό πρό­βλη­μα αφορά το αν θα γίνει όντως το δη­μο­ψή­φι­σμα. Δεν πρέ­πει να υπάρ­ξουν δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις από­συρ­σης του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, λο­γι­κές κλει­σί­μα­τος άμεσα της από­στα­σης με τους δα­νει­στές, λο­γι­κές με­τα­τρο­πής ενός πε­ρή­φα­νου ΟΧΙ σε ένα τα­πει­νω­τι­κό ΝΑΙ, λο­γι­κές ανα­γω­γής του «δη­μο­ψη­φί­σμα­τος» απλώς σε ένα επι­κοι­νω­νια­κό παι­χνί­δι. Αν συμ­βεί κάτι τέ­τοιο, η τα­πεί­νω­ση και η ήττα τόσο για τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ όσο και για όλη την ευ­ρω­παϊ­κή Αρι­στε­ρά θα είναι τρα­γι­κές και εξαι­ρε­τι­κά επώ­δυ­νες. Η τα­πεί­νω­ση και αυτού ακόμη του Κοι­νο­βου­λί­ου θα είναι υπέρ­με­τρη και ορια­κή. Δεν πρέ­πει να στή­σου­με αυτί σε τέ­τοιες αντι­λή­ψεις και να συρ­θού­με σε μια ακόμη -τε­λι­κή , όμως- με­γά­λη υπο­χώ­ρη­ση.

Τέλος, είναι βέ­βαιο το γε­γο­νός ότι τα όρια του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος δεν είναι τα όρια της αντι­πα­ρά­θε­σης «ευρώ» ή «δραχ­μή». Θέ­λου­με μαζί μας τόσο τους πο­λί­τες που πι­στεύ­ουν σε μια ρι­ζο­σπα­στι­κή ανα­δια­νο­μή εντός του ευρώ -παρά το ότι αυτή η άποψη έχει δο­κι­μα­στεί σκλη­ρά από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και έχει δια­ψευ­στεί- όσο και τους πο­λί­τες που ανα­ζη­τούν μια λύση τέ­τοιου τύπου έξω από την Ευ­ρω­ζώ­νη. Δεν απο­κλεί­ου­με κα­νέ­να πο­λί­τη με καλές και ρι­ζο­σπα­στι­κές προ­θέ­σεις αντί­στα­σης στους δα­νει­στές. Δεν υπο­κύ­πτου­με, όμως, και στον τρόμο, στον ίδιο τρόμο που μας πα­ρέ­λυ­σε και έδωσε τη νίκη στις μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις τον Ιού­νιο του 2012. Αν μπο­ρεί να υπάρ­ξει εφαρ­μο­γή του προ­γράμ­μα­τός μας εντός του ευρώ, έχει καλώς. Αν δεν μπο­ρεί ή αν τί­θε­ται ως όριο το σχέ­διο των δα­νει­στών ή κά­ποιο άλλο σχέ­διο με το ίδιο βα­σι­κά τα­ξι­κό πρό­ση­μο, μπο­ρού­με να τα κα­τα­φέ­ρου­με και να επι­βιώ­σου­με πολύ καλά και με μα­κρο­πρό­θε­σμες δυ­να­τό­τη­τες και εκτός Ευ­ρω­ζώ­νης, ανοί­γο­ντας νέες ρι­ζο­σπα­στι­κές και αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές δυ­να­τό­τη­τες για τους λαούς και τις κοι­νω­νί­ες της Ευ­ρώ­πης και παύ­ο­ντας την πλη­ρω­μή του χρέ­ους. Δεν εί­μα­στε δογ­μα­τι­κά προ­σκολ­λη­μέ­νοι σε κά­ποιο νό­μι­σμα, αλλά και δεν φο­βό­μα­στε το «ευρώ» ως τα­ξι­κό όριο και ως τα­ξι­κό νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο πρό­γραμ­μα, το οποίο μας θέ­τουν εδώ και χρό­νια οι τα­ξι­κοί μας αντί­πα­λοι, ντό­πιοι και ξένοι. Αντι­πα­λεύ­ου­με τα σχέ­δια εξά­λει­ψης της χώρας , σχέ­δια συ­νερ­γα­σί­ας της αστι­κής τάξης μας με τον ιμπε­ρια­λι­σμό και την ηγε­σία της Ε.Ε. χωρίς όρια και χωρίς καμία θυσία για το ευρώ.

Όσο για το ποιοι είναι Ευ­ρω­παί­οι και ποιοι «μέ­νουν Ευ­ρώ­πη», ας καγ­χά­σου­με.

Είναι «Ευ­ρώ­πη» η άρ­νη­ση της αστι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, η ακύ­ρω­ση της βού­λη­σης ενός λαού, η λο­γι­κή των diktats των Βρυ­ξελ­λών και της Ουά­σιγ­κτον, η κα­τάρ­γη­ση των ερ­γα­τι­κών δι­καιω­μά­των και των κοι­νω­νι­κών κα­τα­κτή­σε­ων;

Είναι «Ευ­ρώ­πη» η κυ­ριαρ­χία των τρα­πε­ζών και των το­κο­γλύ­φων;

Είναι «Ευ­ρώ­πη» η απόρ­ρι­ψη του Δια­φω­τι­σμού και των αστι­κών και σο­σια­λι­στι­κών επα­να­στά­σε­ων ή ακόμη και του ίδιου του με­τριο­πα­θούς κεϊν­σια­νι­σμού, όπως αυτός που δια­περ­νού­σε το πρό­γραμ­μα της ΔΕΘ;

Μια τέ­τοια «Ευ­ρώ­πη» να τη χαί­ρο­νται. Μοιά­ζει πολύ με τα φαιά χρώ­μα­τα του φα­σι­σμού και της αποι­κιο­κρα­τί­ας, με μια Ακρο­δε­ξιά που δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στο μαύρο φα­σι­σμό και τον εθνι­κι­σμό αλλά μπο­ρεί να πάρει και τα γα­λά­ζια χρώ­μα­τα του υπερ­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και του ακραί­ου κο­σμο­πο­λι­τι­σμού, των νέων «αυ­το­κρα­το­ριών». Μοιά­ζει πολύ με τις με­θό­δους των κα­νο­νιο­φό­ρων και του τρι­το­κο­σμι­κού δυ­τι­κό­φερ­του ολο­κλη­ρω­τι­σμού.

Αυτή η Ευ­ρώ­πη δεν είναι δική μας και δεν θα «μεί­νου­με» σε αυτήν. Θα πάμε στη δική μας Ευ­ρώ­πη και στη δική μας οι­κου­με­νι­κό­τη­τα, που δεν έχει τί­πο­τε το κοινό με την Ευ­ρώ­πη των αντι­πά­λων μας.

20
CLOSE
CLOSE