Μπορεί μια χώρα να είναι ψυχικά ασθενής; Και αν ναι ποια διαταραχή αντιμετωπίζει; Αν έπρεπε να δώσουμε μια απάντηση για τις ΗΠΑ, στηριζόμενοι στην εξωτερική τους πολιτική στη Λατινική Αμερική και κυρίως απέναντι στην Βενεζουέλα, η διάγνωση θα ήταν απλή: Καραμπινάτη περίπτωση διασχιστκής διαταραχής ταυτότητας.

Τον Ιανουάριο η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε την πρόθεσή της να επανεκινήσει τις διπλωματικές της σχέσεις με την Αβάνα. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε αναβαθμίσει σιωπηρά των επίπεδο των διπλωματικών της επαφών και με τη Βενεζουέλα στέλνοντας έναν επιτετραμμένο στο Καράκας (μια βαθμίδα πριν από τον πρέσβη). Και ύστερα, πανικός! Ο Ομπάμα ανακοίνωσε ότι η χώρα του βρίσκεται σε κατάσταση «εθνικής έκτακτης ανάγκης» καθώς η κυβέρνηση της Βενεζουέλας αποτελεί «εξαιρετικό κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών». Ο αμερικανικός ελέφαντας πηδούσε πανικόβλητος επάνω σε μια καρέκλα για να προστατευθεί από ένα ποντικάκι που δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του.

Το αποτέλεσμα, με όρους realpolitik ήταν ακριβώς το αντίθετο από το προσδοκώμενο: Ο Μαδούρο, που αντιμετώπιζε την μεγαλύτερη αμφισβήτηση της εξουσίας του λόγω της χειρότερης οικονομικής κρίσης, που μαστίζει τη Βενεζουέλα τα τελευταία χρόνια, συσπείρωσε και πάλι τους οπαδούς του. Απέναντι στις διαρκείς απειλές της Ουάσιγκτον μάλιστα ο Μαδούρο δεν δυσκολεύτηκε να διατάξει τη σύλληψη του δημάρχου του Καράκας Αντόνιο λεντέζμα με την κατηγορία της προσπάθειας ανατροπής της κυβέρνησης – κατηγορία που δεν είναι ξένη για τον δήμαρχο, ο οποίος συμμετείχε και στο αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Τσάβες πριν από δεκατρία χρόνια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και η δεξιά, φιλοδυτική αντιπολίτευση, αναγκάστηκε να καταδικάσει τις υστερικές κορόνες του Ομπάμα. Η Ουάσινγκτον εμφανίστηκε για άλλη μια φορά να κάνει bullying σε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση τη στιγμή που στηρίζει ορισμένες από τις πιο αιμοσταγείς χούντες του πλανήτη, από την Αίγυπτο μέχρι τη Σαουδική Αραβία.

Η μοναδική λογική εξήγηση για το οξύ οργανικό ψυχοσύνδρομο (ντελίριο) των ΗΠΑ ήταν ότι για άλλη μια φορά έδρασαν κέντρα από το αμερικανικό βαθύ κράτος και την ρεπουμπλικανική ακροδεξιά, που συμπαρέσυραν και τον λευκό Οίκο. Είναι σαφές εδώ και μήνες ότι η αμερικανική οικονομική ελίτ είναι διχασμένη ανάμεσα στις δυνάμεις που επιχειρούν να ανατρέψουν τις αριστερές κυβερνήσεις της αμερικανικής ηπείρου με επιθέσεις φιλίας και σε αυτές που προτιμούν τα παραδοσιακά μέσα αποσταθεροποίησης ή ακόμη και πραξικοπηματικής ανατροπής. Στην περίπτωση της Κούβας κυριάρχησε η πρώτη δυναμική καθώς ισχυρές ομάδες επιχειρηματιών διεκδικούν ένα κομμάτι από την πίτα της τουριστικής αγοράς ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θέλει να προλάβει την κινεζική και ρωσική διείσδυση στην περιοχή και τον έλεγχο σημαντικών εμπορικών λιμανιών του νησιού. Αξίζει να συγκροτήσει κανείς ότι η Κίνα ενίσχυσε την εμπορική της παρουσία στην ευρύτερη περιοχή κατά 1.200% την περίοδο 2000 -2009 ενώ σκοπεύει να δημιουργήσει μια νέα διώρυγα αξίας 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων στη Νικαράγουα με την οποία απειλεί να εκμηδενίσει την διώρυγα του Παναμά.

Ενώ όμως οι αμερικανικές επιδιώξεις στο νότιο ημισφαίριο είναι κοινές, οι μέθοδοι που ακολουθεί η κυρίαρχη κάθε φορά ομάδα του αμερικανικού κατεστημένου διαφέρουν ριζικά. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, λοιπόν, ύστερα από μια περίοδο ανομολόγητης «αντάντ» επανήλθαν τα σχέδια ανατροπής.

Η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να λαδώσει και πάλι την μηχανή της «ανθρωπιστικής βοήθειας», η οποία συνήθως διοχετεύεται σε αντικαθεστωτικές δυνάμεις μέσα από υπηρεσίες όπως το Εθνικό Ταμείο για τη Δημοκρατία (NED) και η Αμερικανική Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης (USAID). Στην περίπτωση της Βενεζουέλας το μεγαλύτερο τμήμα αυτής της βοήθειας κατευθύνθηκε τα προηγούμενα χρόνια σε ηγετικά στελέχη της αντιπολίτευσης, τα οποία πυροδότησαν τις ταραχές των περασμένων μηνών που άφησαν πίσω τους τουλάχιστον 40 νεκρούς – στην πλειονότητά τους φιλοκυβερνητικοί διαδηλωτές και αστυνομικοί.

Προφανώς η εξωτερική παρέμβαση για την αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης Μαδούρο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εν κενώ εάν δεν συνέπλεε με την οργή μεγάλων τμημάτων των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων που βιώνουν και τις μεγαλύτερες αλλαγές στην καθημερινότητά τους από την οικονομική κρίση αλλά και από ορισμένες αυταρχικές αποφάσεις του προέδρου. Είναι γεγονός ότι λειτουργώντας σαν άλλος Σαμαράς, Βενιζέλος ή Παπαδήμος, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας επιχειρεί να περιορίσει αισθητά το ρόλο του κοινοβουλίου λαμβάνοντας όλο και συχνότερα αποφάσεις με προεδρικά διατάγματα και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Ενώ όμως είναι αμφίβολο εάν έχει φτάσει στο επίπεδο αντισυνταγματικότητας των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων η Βενεζουέλα παρουσιάζεται στις ΗΠΑ ως η απόλυτη απειλή για τη δημοκρατία. Και αυτό φυσικά παρά το γεγονός ότι ο Τσάβες και ο Μαδούρο έχουν κερδίσει αδιάλειπτα όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις νίκες εδώ και δεκαπέντε χρόνια ξεπερνώντας τα ιστορικά ρεκόρ αρκετών δυτικών κυβερνήσεων.
Τα πραγματικά προβλήματα της χώρας όμως, που προκαλούν και τις ισχυρότερες κοινωνικές αντιδράσεις, προκύπτουν από την πρόσδεση της εθνικής οικονομίας στο πετρέλαιο. Η ραγδαία πτώση των τιμών του μαύρου χρύσου, που σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές οφείλεται κυρίως στις πολιτικές παρεμβάσεις των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας – για να πλήξουν τις οικονομίες της Ρωσίας, του Ιράν και της Βενεζουέλας – αφήνει ανεξίτηλα σημάδια στην καθημερινότητα των πολιτών. Ο πληθωρισμός, ο οποίος είναι εγγενές χαρακτηριστικό της πετρελαϊκής οικονομίας της χώρας και ήταν εξίσου υψηλός ή και υψηλότερος πριν από την περίοδο του Τσάβες, αγγίζει και πάλι το δυσθεώρητο επίπεδο του 70%. Παράλληλα οι ουρές στα σούπερ μάρκετ που διαρκώς μεγαλώνουν μετατρέπονται συχνά σε εστίες έντασης. Οι περισσότεροι ηγέτες της Λατινικής Αμερικής βέβαια, αλλά και ξένοι αναλυτές, συμφωνούν με την κυβέρνηση ότι οι ελλείψεις τροφίμων οφείλονται συχνά σε οικονομικό μποϊκοτάζ (πρακτική που είχε ακολουθηθεί και πριν από την ανατροπή του Αλιέντε στη Χιλή). Όταν περιμένεις όμως για ώρες σε μια ουρά για βασικά είδη διατροφής ακόμη και οι πιο σοβαρές και τεκμηριωμένες αιτιάσεις χάνουν το νόημά τους και η οργή μπορεί εύκολα να ξεχειλίσει.

Οι ουρές στα καταστήματα όμως έχουν και διαφορετικές ψυχολογικές επιπτώσεις στις διαφορετικές τάξεις της βενεζουελάνικης κοινωνίας. Οι έστω και τεχνητές ελλείψεις σε τρόφιμα είναι απόλυτα αναμενόμενο να προκαλούν σοκ στα μεσαία και ανώτερα στρώματα αλλά δεν επηρεάζουν το ίδιο την πληβειακή βάση της κυβέρνησης που είδε την οικονομική της κατάσταση να βελτιώνεται θεματικά την τελευταία δεκαετία. Από το 1998 έως το 2012 η φτώχεια μειώθηκε από το 50% στο 30% και το ποσοστό των ανθρώπων που ζούσαν στην απόλυτη ένδεια έπεσε από το 21 στο 5.4%. Χιλιάδες Βενεζουελάνοι είχαν για πρώτη φορά στη ζωή τους δωρεάν ιατρική περίθαλψη – χάρη και στη συνεργασία της χώρας με την Κούβα – ενώ μόνο από το 2010 η κυβέρνηση έχτισε 670.000 κατοικίες και αναμένεται να ολοκληρώσει άλλες 400.000 μέσα στη χρονιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ο διεθνής Τύπος έκανε λόγο για οικονομική κατάρρευση η γενική γραμματέας της ειδικής επιτροπής του ΟΗΕ για τη Λατινική Αμερική, Αλίσια Μπαρσένα, εξήρε τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας της κυβέρνησης Μαδούρο χαρακτηρίζοντάς τα σαν πρότυπο και για άλλες χώρες.

Είναι αλήθεια ότι για κάθε κατηγορία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ το Καράκας έχει μια σειρά από ισχυρά αντεπιχειρήματα – κάποιες φορές αρκετά σοβαρά και κάποιες λιγότερο. Η κατηγορία, παραδείγματος χάριν, ότι η κυβέρνηση φιμώνει τα μέσα ενημέρωσης ξεκινά από την εποχή που τα ίδια Μέσα οργάνωσαν την απόπειρα ανατροπής του Ούγκτο Τσάβες. Αυτό που πραγματικά συνέβη το τελευταίο διάστημα είναι ότι η κυβέρνηση, δεν ανανέωσε τις άδειες για τις ραδιοσυχνότητες, τις οποίες δικαίως θεωρεί δημόσια περιουσία και τις οποίες αντί να τις χαρίσει σε καναλάρχες, τις προσέφερε σε τοπικούς σταθμούς (που φυσικά κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι ελέγχονται ευκολότερα από την κυβέρνηση). Πως θα αντιδρούσε άραγε η λεγόμενη διεθνής κοινότητα εάν η ελληνική κυβέρνηση αφαιρούσε τις άδειες σταθμών με το απόλυτα νόμιμο επιχείρημα ότι διαχειρίζονται δωρεάν τις δημόσιες συχνότητες σε βάρος του πληθυσμού;

Αν πάλι οι κυβερνήσεις της Δύσης είχαν προλάβει να ασκήσουν κριτική σε στρατηγικούς τους συμμάχους, όπως η Τουρκία που φυλακίζει δεκάδες δημοσιογράφους, το Ισραήλ που σκότωσε αριθμό ρεκόρ Παλαιστίνιων δημοσιογράφων ή της Σαουδικής Αραβίας όπου απλώς δεν υπάρχει η έννοια της ελευθεροτυπίας, η κριτική και προς τη Βενεζουέλα ίσως να αποκτούσε λίγο μεγαλύτερη ισχύ και λογική.

Ίσως το βασικότερο πρόβλημα της Βενεζουέλας δεν εντοπίζεται στην ίδια τη χώρα αλλά στις ψευδαισθήσεις ενός «υπαρκτού παράδεισου» στις οποίες στηρίζει εδώ και χρόνια τις αναλύσεις της ένα μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής Αριστεράς, προσπαθώντας να ξεχάσει και τις δικές τις αποτυχίες. Αν και καλοπροαίρετη, η σχετική αντίληψη είναι εξίσου επικίνδυνη με τις απλουστευτικές φιλελεύθερες αναλύσεις που καταλήγουν πάντα στη φράση «ναι αλλά η Βενεζουέλα παραμένει φτωχή». Η μόνη απάντηση είναι ότι ακόμη και με τις τιμές του πετρελαίου να καταποντίζονται εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σε σαφώς καλύτερη θέση απ’ ότι πριν από την εποχή Τσάβες / Μαδούρο. Και υπό αυτή την έννοια ίσως και οι ΗΠΑ να έχουν δίκιο: Η Βενεζουέλα αποτελεί πράγματι τον μεγαλύτερο (ιδεολογικό) κίνδυνο για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.

Άρης Χατζηστεφάνου
UNFOLLOW Απρίλιος 2015

CLOSE
CLOSE