Στη Σουηδία το πολιτικό κέντρο έστρωσε το δρόμο για την άνοδο της άκρας δεξιάς γιγαντώνοντας τις ανισότητες

Ράπισμα για τα κόμματα εξουσίας με μοναδικό όμως κερδισμένο το φιλοφασιστικό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών, αποτέλεσε η πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση στη Σουηδία. Το μπλοκ των δεξιών κομμάτων, που κυβερνούσε τη χώρα υπό τον Φρέντερικ Ρέινφελντ, κατατροπώθηκε χάνοντας 10 ποσοστιαίες μονάδες. Και οι σοσιαλδημοκράτες, όμως, που θεωρητικά κέρδισαν την εκλογική μάχη είδαν τα ποσοστά τους να αυξάνονται μόνο κατά 1% σε σχέση με την πανωλεθρία των εκλογών του 2010. Ακόμη λοιπόν και με τη στήριξη των Πρασίνων και του Κόμματος της Αριστεράς οι σοσιαλδημοκράτες αναζητούν ακόμη 15 έως 17 έδρες από τις 175 που χρειάζονται για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Η δεξιά παράταξη πλήρωσε στις κάλπες την ολομέτωπη επίθεση που είχε πραγματοποιήσει εναντίον του σουηδικού κράτους πρόνοιας, συνεχίζοντας ουσιαστικά την αντιλαϊκή επίθεση των σοσιαλδημοκρατών. Από το 2006 η χώρα γνώρισε ένα πρωτοφανές, για τα δεδομένα της χώρας, κύμα ιδιωτικοποιήσεων, απορρύθμισης και ψαλιδίσματος των κοινωνικών επιδομάτων. Το αποτέλεσμα ήταν η Σουηδία να μετατραπεί μέσα σε δέκα χρόνια από πρότυπο κοινωνικής ειρήνης στη χώρα με την μεγαλύτερη τάση αύξησης των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των μελών του ΟΟΣΑ. Η ανεργία κινείται πλέον στο 8% ενώ μεταξύ των νέων ξεπερνά το 25%. Και ενώ για χώρες σαν την Ελλάδα οι αριθμοί αυτοί φαντάζουν «ειδυλλιακοί» η απότομη επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου επέφερε στον πληθυσμό ένα βίαιο σοκ, ανάλογο με αυτό που βιώνουν οι φτωχότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εξεγέρσεις που σημειώθηκαν το καλοκαίρι στα προάστεια της Στοκχόλμης ήταν μια μόνο από τις εκφάνσεις μια τρομαγμένης κοινωνίας.

Αφουγκραζόμενο την οργή των πολιτών το σουηδικό κατεστημένο προσπάθησε να στρέψει την αγανάκτηση εναντίον των μεταναστών και άλλων μειονοτικών ομάδων, οι οποίες παρουσιάζονταν σαν βασικοί υπαίτιοι για τη δραματική επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των Σουηδών πολιτών.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι το ακροδεξιό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών, που εξέφρασε πιο ανοιχτά τον ξενοφοβικό λόγο του συστήματος διπλασίασε τα ποσοστά του φτάνοντας στο 13% που αντιστοιχεί σε 47 έδρες. Το παράδοξο είναι πλέον ότι ακόμη και αν επικρατήσει το πιθανότερο σενάριο σχηματισμού κυβέρνησης από τους σοσιαλδημοκράτες ο πραγματικός έλεγχος του κοινοβουλίου θα βρίσκεται και πάλι στην δεξιά και την άκρα δεξιά που από κοινού συγκεντρώνουν περισσότερες από 190 έδρες.

Ούτως η άλλως ακόμη και μια ισχυρή κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατών δεν θα μπορούσε να υποσχεθεί τίποτα περισσότερο από συνέχιση της βίαιης αναδιανομής πλούτου προς όφελος των οικονομικών ελίτ. Ο αρχηγός του κόμματος, ο οποίος να σημειωθεί δεν έχει διατελέσει ούτε καν βουλευτής, ήταν ο επικεφαλής του συνδικάτου Ιφ Μετάλ, το οποίο προχώρησε πρώτο σε συμφωνία με τις εργοδοτικές ενώσεις για περικοπές μισθών με παράλληλη μείωση των ωρών εργασίας. Ακόμη όμως και πριν από την κυριαρχία της δεξιάς παράταξης το 2006, οι σοσιαλδημοκράτες είχαν ανοίξει το δρόμο για τη διάλυση του λεγόμενου σουηδικού μοντέλου.

Τώρα το οικονομικό κατεστημένο χρησιμοποιεί την απειλή της άκρας δεξιάς, που το ίδιο εξέθρεψε, σαν μπαμπούλα τονίζοντας την ανάγκη δημιουργίας ισχυρής κυβέρνησης σαν ανάχωμα των «δημοκρατικών δυνάμεων» απέναντι στη φασίζουσα δεξιά. Μια ισχυρή κυβέρνηση η οποία θα μπορέσει να συνεχίσει τη διάλυση του κράτους πρόνοιας. Η Μαρία Ράνκα, επικεφαλής του εμπορικού επιμελητηρίου της Στοκχόλμης παρουσίασε ανοιχτά το αίτημα των μεγάλων επιχειρήσεων για τη δημιουργία ενός μεγάλου συνασπισμού ενώ από την πλευρά της η σουηδική τράπεζα SEB, προειδοποίησε τα πολιτικά κόμματα ότι αν δεν συνενωθούν θα κυριαρχήσει «ένας νέφος αβεβαιότητας» που θα συμπαρασύρει την σουηδική Κορώνα.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα ΠΡΙΝ 21/9/2014

CLOSE
CLOSE