Έλσα Βαρελίδου
Πηγή: K-Lab

«Μην έρχεστε στην Ελλάδα, δεν είναι πια χώρα τράνζιτ» έσπευσε να προειδοποιήσει ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, ξεμπερδεύοντας έτσι, με μια κουβέντα, με το προσφυγικό ζήτημα. Οι αποφάσεις της τελευταίας Συνόδου Κορυφής της ΕΕ, μετά και το «καλοδεχούμενο» βέτο των χωρών του Βίζεγκραντ, όπως δείχνουν και οι δηλώσεις του Τουσκ που έσπευσε να ευχαριστήσει τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων επειδή «εφάρμοσαν τμήμα της περιεκτικής πολιτικής της Ε.Ε. για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης», δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν λιγότερο κυνικά το ζήτημα. Αν και συνήθως ως «κυνικός» χαρακτηρίζεται ένας άνθρωπος αβαθής, αδιάφορος και με ωμή ειλικρίνεια, εδώ δεν πρόκειται για μία τέτοια παθητική περίπτωση. Η ψύχραιμη κυνική φιγούρα, όπως βλέπουν οι λαοί της Ευρώπης το συνασπισμό των κρατών της ΕΕ, έχει αδιαχώριστο ταίρι τη φιγούρα του σχιζοφρενή μακελάρη, όπως εμφανίζονται τα κράτη αυτά στους λαούς της Μέσης Ανατολής. Ο σκληρός πυρήνας των κρατών της Ένωσης (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία και Δανία) συμμετέχει στον συνασπισμό υπό τις ΗΠΑ, που φέρει την κύρια ευθύνη για τη διεξαγωγή των πολεμικών συρράξεων στη Μέση Ανατολή, η πλειοψηφία των χωρών της συμμετέχει και στηρίζει το ΝΑΤΟ (φυσικά και η Ελλάδα), η ΕΕ συμμετέχει στα ιμπεριαλιστικά παιχνίδια, ενώ στη Συρία επεμβαίνει και ο ίδιος ο Ευρωστρατός με επικεφαλής τη Γαλλία.

Μπορεί να ζούμε συλλογικά την κορυφαία στιγμή όπου, κατ’ αναλογία με το γνωστό μυθιστόρημα του Oscar Wilde, αποκαλύπτεται το πραγματικό «πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι», παρόλο που πολλοί από μας (και αναφέρομαι στους ενταγμένους σε διάφορα κομμάτια της Αριστεράς) ξέραμε εξ’ αρχής ότι η ψυχή της ΕΕ ήταν πουλημένη στο διάβολο. Οι σκληρές γραμμές επικοινωνούνται αυτή τη στιγμή κατά κύριο λόγο μέσα από τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων και τη Δανία, ωστόσο, πέραν των επικοινωνιακών παιχνιδιών, στην πραγματικότητα είναι σαφές ότι οι γραμμές αυτές διαπερνούν ολόκληρη την Ένωση: αρκεί να κρίνει κανείς μόνο από τις επίσημες αποφάσεις της τελευταίας Συνόδου Κορυφής (π.χ. κατοχυρώνονται και θεσμικά: το κλείσιμο των συνόρων, οι άμεσες διαδικασίες για επαναπροωθήσεις κλπ).

Το καινοφανές της εποχής μας δεν είναι ότι τέτοιου είδους ακραίες πολιτικές αποφάσεις επιχειρείται να καλλωπιστούν μέσα από κάποιου είδους «ανθρωπιστική βοήθεια» προς τους πρόσφυγες από την πλευρά της ΕΕ, των κρατών, των Διεθνών Οργανισμών (Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, Διεθνής Αμνηστία κλπ.) ή των ΜΚΟ. Αυτό εξάλλου ίσχυε στην πλειοψηφία των περιπτώσεων μεταπολεμικά, που η Δύση προωθούσε πολέμους, υποδαύλιζε εμφυλίους ή καταδίκαζε λαούς σε καθεστώς ακραίας φτώχειας. Το νέο στοιχείο της εποχής διαμορφώνεται για άλλη μια φορά στα πλαίσια της λογικής του ΤΙΝΑ, με την ΕΕ να θέλει να πείσει ότι επιδιώκει μια «ρεαλιστική» διαχείριση των προσφυγικών ροών σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης». Όμως, σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης ο «ρεαλισμός» προσεγγίζει μια λογική κανιβαλισμού και «κοινωνικού δαρβινισμού», που επιδιώκεται να παγιωθεί ως κανονικότητα: όποιος κρίνουμε ότι δεν χωράει στην Ευρώπη ή όποιος δε μας κάνει μπορεί να πνίγεται στο Αιγαίο, να επαναπροωθείται πίσω στη χώρα προέλευσης, να αφήνεται λεία στις εκεί πολεμικές επιχειρήσεις και τους σωματεμπόρους, να καταδικάζεται σε καθεστώς παρανομίας και να κρατείται σε hot spots. Εξάλλου, στο πολεμικού χαρακτήρα περιβάλλον που επιβάλλει το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, ο ατομισμός πρέπει να βασιλεύει και ο καθένας οφείλει να κοιτάει την πάρτη του.

Ο λόγος που παρακίνησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου κειμένου είναι η ανάγκη να φωναχτεί δυνατά προς πάσα κατεύθυνση ότι Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΠΟΛΕΜΑΕΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΜΠΟΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ! Όχι γιατί έχει καταφέρει να σταματήσει τον πόλεμο, να γκρεμίσει την Ευρώπη-φρούριο ή να αντιπαλέψει με οργανωμένο τρόπο το μονόδρομο της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και τη λογική του ΤΙΝΑ, να δημιουργήσει δηλαδή τους επαναστατικούς όρους που μπορούν να δώσουν πραγματική λύση στο πρόβλημα. Αλλά γιατί η ανιδιοτέλεια και η αλληλεγγύη με την οποία με μαζικό τρόπο στέκεται δίπλα στους πρόσφυγες, στην πραγματικότητα αμφισβητεί και αντιστρατεύεται στην πράξη τη λογική του ΤΙΝΑ, τον κανιβαλισμό και την ιδιοτέλεια που αυτό επιτάσσει. Εδώ θα πρέπει να κρατήσουμε δύο σημαντικά στοιχεία:

Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι το κύμα αλληλεγγύης του ελληνικού λαού λαμβάνει χώρα σε μία συνθήκη όπου οι γείτονες χώρες των δυτικών Βαλκανίων ακολουθούν εξαιρετικά επιθετικές κατασταλτικές πολιτικές, με κλείσιμο των συνόρων και μεταφορά στρατού και αστυνομίας για τη φύλαξή τους. Παράλληλα, συμβαίνει σε μια συνθήκη όπου τα ποσοστά της ακροδεξιάς στις εν λόγω χώρες είναι ιδιαιτέρως υψηλά, ενώ παγιώνονται σε διακριτές θέσεις τόσο το ρεύμα της ακροδεξιάς και του φασισμού σε ολόκληρη της Ευρώπη όσο και η ίδια η Ευρώπη-φρούριο μέσα από τις επίσημες πολιτικές των κυβερνήσεων των ευρωπαϊκών κρατών και της ΕΕ που υιοθετούν μια ακροδεξιά ατζέντα.
Είναι εξίσου σημαντική η διαπίστωση ότι ο ελληνικός λαός στέκεται με τέτοιο τρόπο αλληλέγγυος δίπλα στους πρόσφυγες, τη στιγμή που βρίσκεται εδώ και 6 χρόνια σε καθεστώς μνημονίων, σκληρής νεοφιλελεύθερης νομισματικής προσαρμογής, με το βιοτικό επίπεδο να κατρακυλά συνεχώς, την ανεργία, τη φτώχεια και την εξαθλίωση να σκεπάζουν τη χώρα. Δεν είναι καθόλου «φυσικό επακόλουθο» ότι σε καθεστώς ανέχειας θα ανθίσει η αλληλεγγύη αντί να επικρατήσει με μαζικούς όρους ο νόμος της ζούγκλας.
Παρά τις απανωτές διαψεύσεις που έφερε η «πρώτη φορά Αριστερά», με αποκορύφωμα το περήφανο «Όχι» που έγινε «Ναι» μετά το δημοψήφισμα του καλοκαιριού, ο ελληνικός λαός εξακολουθεί να μην φοβάται όσο θα περίμενε κανείς, δεν στρέφεται απελπισμένος εναντίον όλων πέραν του εαυτού του, δε φοβάται τον κατατρεγμένο ξένο, δεν κλείνεται στο σπίτι του, δε φοράει το κοστούμι που επιτάσσουν οι ιθύνοντες των καπιταλιστικών κέντρων. Οι εικόνες που έρχονται από τους χώρους που συγκεντρώνονται οι πρόσφυγες-μετανάστες στην ελληνική επικράτεια δείχνουν τη σκανδαλώδη απουσία του κράτους και εκατοντάδες χιλιάδες αλληλέγγυους να σπεύδουν να βοηθήσουν με όποιο τρόπο μπορούν. Στην Ειδομένη, κάτοικοι ανοίγουν τα σπίτια τους για ένα φαΐ, ένα μπάνιο και λίγο ήρεμο ύπνο, ενώ καραβάνια αλληλέγγυων επισκέπτονται καθημερινά τον καταυλισμό προσφέροντας υλική βοήθεια. Στα ελληνικά νησιά, εθελοντές κάθε ηλικίας αναλαμβάνουν με αυταπάρνηση το έργο της διάσωσης και βουτάνε στη θάλασσα για να σώσουν μισοπνιγμένους ανθρώπους, ενώ αυτοοργανωμένες δομές αλληλεγγύης στήνονται και προχωρούν περαιτέρω στην οργάνωση, όπως η δομή «Πλάτανος» στη Μυτιλήνη που διαθέτει μέχρι και το δικό της ταχύπλοο για διασώσεις. Ενώσεις νοσοκομειακών γιατρών οργανώνονται από μόνες τους και στελεχώνουν ιατρεία και νοσοκομεία σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, ενώ καθόλου αμελητέο δεν είναι και το δυναμικό των γιατρών που στελεχώνει ιατρεία αλληλεγγύης και αποστολές στους ίδιους τους καταυλισμούς. Στην Κοζάνη, αλληλέγγυοι ετοίμασαν μέσα σε τρεις ώρες χώρο υποδοχής για τους πρόσφυγες που έμαθαν ότι καταφθάνουν, ενώ αντίστοιχη είναι η εικόνα και από τα Τρίκαλα. Τέλος, στον Πειραιά η προσέλευση του κόσμου καθημερινά είναι συγκινητική, είτε για να φέρει υλική βοήθεια είτε για να στελεχώσει βάρδιες στο χώρο. Ο όγκος της βοήθειας που μαζεύεται είναι τέτοιος που πλέον μεταβιβάζεται και σε άλλα σημεία όπως το Ελληνικό και το Σχιστό, ενώ στο ραντεβού της Κυριακής 06/02 στο Σύνταγμα όπου συλλέγονται είδη για τους πρόσφυγες, ανταποκρίθηκαν πάνω από 10.000 άτομα.

Η πραγματικότητα μέχρι στιγμής δείχνει ότι η αλληλεγγύη κερδίζει τη μισανθρωπιά, γεγονός που θα έπρεπε να δημιουργεί κλίμα αισιοδοξίας και να αποτελεί νέο σημείο εκκίνησης για της δυνάμεις του αριστερού/αντιεξουσιαστικού χώρου που αναφέρονται στο μαζικό κίνημα και επιδιώκουν την αλλαγή της κοινωνίας. Ωστόσο η εμπλοκή των οργανωμένων δυνάμεων με το μαζικό κύμα αλληλεγγύης είναι μέχρι στιγμής χαμηλή και αρκετά αδύναμη. Άλλοι αναδιπλώνονται εσωστρεφώς με μια αφαιρετική-ιδεοληπτικού τύπου καταδίκη της «φιλανθρωπίας απ’ όπου και αν προέρχεται» -λες και οι αναρίθμητες βάρδιες και χειρωνακτικές δουλειές που απαιτεί η έμπρακτη αλληλεγγύη π.χ. στις πύλες του Πειραιά αποτελούν ομαλή συνέχεια του σουλάτσου, των χαμόγελων και των καναλιών που έφερε στον ίδιο χώρο η κα. Βαρδινογιάννη και ο κ. Ρουβάς με τις ΜΚΟ τους- εντοπίζοντας μεν το έλλειμμα διεκδικητικού-αντιπολεμικού-αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα του κινήματος αλληλεγγύης, όχι όμως για να εμπλακούν μαζί του και να το στρέψουν προς τέτοια κατεύθυνση, αλλά για να κρατηθούν μακριά του. Άλλοι πάλι προβαίνουν σε επικοινωνιακού τύπου παιχνίδια, ανακοινώνουν την επίσκεψή τους σε χώρους που διαμένουν οι μετανάστες με τιμές αρχηγού κράτους και δεν παραλείπουν να κινούνται με τη συνοδεία των φώτων της δημοσιότητας. Παρόλα αυτά, αυτό που δεν πρέπει να χαρίσει η Αριστερά και ο Αντιεξουσιαστικός χώρος σε κανέναν είναι το γεγονός ότι, για να μπορούμε αυτή τη στιγμή να μιλάμε για μια πλάστιγγα που γέρνει στη θετική πλευρά, έχει παίξει σημαντικό ρόλο η χρόνια παρέμβαση τους στην ελληνική κοινωνία μέσω αντιρατσιστικών και αντιφασιστικών πρωτοβουλιών, στεκιών, λεσχών, συνελεύσεων και συλλογικοτήτων σε γειτονιές, σε χώρους δουλειάς και στα πανεπιστήμια. Μπορούμε με αυτοπεποίθηση να πούμε ότι η δουλειά αυτή είναι που φέρνει καρπούς και το νήμα αυτής της λογικής είναι που θα πρέπει να ξαναπιάσουμε σήμερα.

Η παραπάνω θέση θα πρέπει να αποτελέσει σημείο εκκίνησης της Αριστεράς που πιστεύει ότι μπορεί να πάει αλλιώς, που δεν ψαρώνει στη λογική του ΤΙΝΑ, που αναφέρεται στον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και αναμετράται με τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα. Η περαιτέρω οργανική εμπλοκή της με το μαζικό κύμα αλληλεγγύης είναι αυτή τη στιγμή απολύτως αναγκαία γιατί:

Παρά τα εξαιρετικά αισιόδοξα αντανακλαστικά που επιδεικνύει ο ελληνικός λαός απέναντι στο προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, σε καμία περίπτωση δε χωράνε ενέσεις κάλπικης αισιοδοξίας που καταλήγουν στο ότι το ρεύμα του ρατσισμού-φασισμού έχει εξαλειφθεί από τη χώρα. Φαινόμενα όπως το κάψιμο του χώρου εγκατάστασης προσφύγων στα Γιαννιτσά, οι καταγγελίες που φτάνουν στη δημοσιότητα για εκμετάλλευση των προσφύγων-μεταναστών από μικροεπιχειρηματίες του τουρισμού με υπερκοστολόγηση άθλιων καταλυμάτων και ειδών τροφής, οι εικόνες ντροπής του καλοκαιριού από την Κω με τουρίστες να λιάζονται ανέμελοι την ώρα που δίπλα τους η θάλασσα ξέβραζε τρομοκρατημένα παιδιά ή τα πειρατικά δρομολόγια προς τα σύνορα λέγοντας ψέματα πως τα σύνορα είναι ανοιχτά, από κυκλώματα που περιλαμβάνουν οδηγούς ταξί και λεωφορείων, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο εφησυχασμού. Εξάλλου μιλάμε για την ίδια χώρα στην οποία το εκτρωματικό πάντρεμα ακροδεξιάς και ακραίου νεοφιλελευθερισμού είναι δεύτερο κόμμα, η λαϊκή δεξιά είναι στην κυβέρνηση με τις ευλογίες της κυβερνώσας «Αριστεράς», ενώ εδώ και τέσσερα χρόνια οι Ναζί βρίσκονται στην ελληνική βουλή με το ποσοστό τους να κυμαίνεται γύρω στο 7% και, παρόλο που η σύλληψη και η δίκη των κορυφαίων στελεχών τους έχει ανακόψει τη δυναμική τους όσον αφορά στις επιθέσεις στο δρόμο, η δυναμική τους σαν κοινωνικό ρεύμα δε φαίνεται να μειώνεται αναγκαία.
Η πιθανότητα ενσωμάτωσης του κύματος αλληλεγγύης από την κυβέρνηση περιχαρακώνοντάς το στη δράση των ΜΚΟ δεν είναι διόλου αμελητέα. Έρχονται συνεχώς νέα δημοσιεύματα στο φως, που αφορούν είτε το βρώμικο ρόλο των ΜΚΟ που στήνονται από το μεγάλο ελληνικό κεφάλαιο (βλ. εφοπλιστές, Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος κλπ.) προκειμένου να εισπράττουν πακτωλούς χρηματοδοτήσεων από κυβέρνηση και ΕΕ (με τις ευλογίες των παραπάνω και διάφορες συμφωνίες κάτω από το τραπέζι) είτε καταγγελίες αλληλέγγυων για τις εξαιρετικά ελλιπή έως και ανύπαρκτη δράση των ΜΚΟ τη στιγμή που οι ανάγκες είναι τεράστιες (βλ. καταγγελίες του «Χωριό Όλοι Μαζί» στη Μυτιλήνη). Επιπλέον, έχουν υπάρξει και φαινόμενα ποινικοποίησης και δίωξης της ίδιας της αλληλεγγύης από την κυβέρνηση όταν αυτή ήρθε αντιμέτωπη με τη Frontex και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς (βλ. και πάλι την περίπτωση της Μυτιλήνης).
Η θετική στάση απέναντι στους πρόσφυγες σχετίζεται σαφώς με τον τρόπο με τον οποίο έχει εγγραφεί η έννοια της «προσφυγιάς» στο ιστορικό DNA του ελληνικού λαού, καθώς βρέθηκε με πολλαπλό τρόπο «πρόσφυγας» στο πρόσφατο ιστορικό παρελθόν του, καθώς και με τον τρόπο που ούτως ή άλλως «εγγράφεται» η έννοια του «πρόσφυγα» ως θύμα πολέμου σε σχέση με αυτή του οικονομικού «μετανάστη». Υπ’ αυτή την έννοια, ο τεχνητός διαχωρισμός από την πλευρά του συστήματος σε «μετανάστη» και «πρόσφυγα» συσκοτίζει το τοπίο και δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η θετική στάση που εκφράζεται με μαζικό τρόπο απέναντι στους πρόσφυγες σημαίνει αναγκαία και μια ποιοτική μετατόπιση απέναντι στο ζήτημα του ρατσισμού και των μεταναστών γενικά.
Είναι αλήθεια ότι ακόμα δεν έχουμε δει τα αποτελέσματα των ερμητικά κλειστών συνόρων, όπως αυτά αποφασίστηκαν στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ και του στοιβάγματος προσφύγων-μεταναστών στα αστικά κέντρα. Παρόλο που οι αποφάσεις για κλειστά σύνορα δεν φαίνεται να μπορούν να ανακόψουν τις ροές των κατατρεγμένων που θα τα ρισκάρουν όλα για όλα, αφού δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν, φαίνεται να αυξάνονται σε ένα βαθμό οι αιτήσεις προσφύγων-μεταναστών για relocation στην Ελλάδα και μάλλον η δημιουργία πολύ περισσότερων hot spots σε ελληνικό έδαφος και η κράτηση των μεταναστών-προσφύγων, είτε το θέλουν είτε όχι, είναι το επικρατέστερο σενάριο. Φυσικά δεν είναι δεδομένο ότι τα αντανακλαστικά που θα επιδείξει ο ελληνικός λαός στην παγίωση μιας τέτοιας κατάστασης και των δυσκολιών που επιφέρει, θα είναι εξίσου θετικά.
Κλείνοντας, για όλους εμάς που έχουμε μάθει να βρίσκουμε τον εαυτό μας σε γεμάτα αμφιθέατρα, διαδηλώσεις, κατειλημμένα κτίρια και γεμάτες πλατείες, είναι σήμερα ο καιρός πρώτα απ’ όλα επαφής και παρέμβασης με λογική μαζικού κινήματος, και όχι με λογική δυναμικής μειοψηφίας ή εφετζίδικων επικοινωνιακών παιχνιδιών. Και πέρα από το κερδίσουμε το χαμένο έδαφος και να δημιουργήσουμε τους όρους για να ξαναβγεί με μαζικούς όρους το αντιπολεμικό κίνημα στο δρόμο με στίγμα ρήξης και ανατροπής των καπιταλιστικών-ιμπεριαλιστικών μηχανισμών που προκαλούν τους πολέμους και τη φτώχεια, πέρα από τις διαδηλώσεις, τις αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες, τις εκδηλώσεις και τα φεστιβάλ που οφείλουμε να στήσουμε και να στηρίξουμε, οφείλουμε να διδαχθούμε από την έμπρακτη αλληλεγγύη, να αναμετρηθούμε με τις τεράστιες αντιφάσεις που προκύπτουν καθημερινά στην πράξη, να μην αρκεστούμε σε ευκολίες και διαγγέλματα, να μην φοβηθούμε – να μην οριοθετηθούμε αλλά να ενταχθούμε δημιουργικά στην πραγματική συζήτηση, να την προχωρήσουμε και να προχωρήσουμε μέσα από αυτή. Οφείλουμε να προσπαθήσουμε να στήσουμε δεσμούς με το ίδιο το υποκείμενο «μετανάστης» και να δεσμευτούμε στην πράξη για την ενότητα της εργατικής τάξης, με όλο τον πλούτο τον αποχρώσεων που μπορεί να έχει αυτή μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών εθνοτήτων. Είναι ο δικός μας μονόδρομος για να μπορέσουμε να στήσουμε την αντεπίθεση στο σάπιο οικοδόμημα των από πάνω, για να αναπνεύσει το αντικαπιταλιστικό στίγμα, να ποντάρουμε στη νίκη, την ειρήνη και την αδελφοσύνη μεταξύ των λαών.

CLOSE
CLOSE