Πρωτότυπος τίτλος: «Κι αν επιστρέφαμε στην καθαρεύουσα;»

Ο τίτλος του άρθρου δεν είναι δικός μου, είναι ο τίτλος της επιφυλλίδας του συγγραφέα Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή της Κυριακής που μας πέρασε. Γλωσσικό είναι το ιστολόγιό μας, δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να αφήσω ασχολίαστο το άρθρο του Τ.Θ., αν και δεν θα σταθώ μόνο (ή κυρίως) στη βασιμότητα της «πρότασης» που υποθετικά διατυπώνεται στον τίτλο παρά σε ορισμένα άλλα ζητήματα που θίγει το άρθρο, κάποια από αυτά παρεμπιπτόντως.

Διότι βέβαια, η πρόταση να «επιστρέψουμε στην καθαρεύουσα» δεν διατυπώνεται στα σοβαρά από τον Τ.Θ. Όπως λέει και ο ίδιος: Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα παιδί μου, κι εγώ, εδώ που τα λέμε, είπα να κάνω λίγη πλάκα. Πράγματι, δεν είναι ούτε εφικτό ούτε επιθυμητό να επιστρέψουμε στην καθαρεύουσα: και ο ίδιος ο Τ.Θ. άλλωστε, που αν δεν κάνω λάθος (μια και είναι μεγαλύτερός μου στην ηλικία) διδάχτηκε την καθαρεύουσα στα μαθητικά θρανία, γράφει το κείμενό του στην κοινή νεοελληνική (δηλαδή στη δημοτική), παρεμβάλλοντας μόνο καναδυό κουρελάκια καθαρευουσιάνικα, ακριβώς τη γενική «καθαρευούσης» ή το ευπρεπισμένο «σιδΗρογροθιές». Και να ήθελε να γράψει καθαρεύουσα δεν θα μπορούσε ή έστω θα έπρεπε να κοπιάσει πολύ -και κατά πάσα πιθανότητα όλο και κάποια ελληνικούρα θα του ξέφευγε.

Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό του «γλωσσικού ζητήματος» στην εποχή μας. Σε αντίθεση με τα παλιότερα χρόνια, όπου όταν π.χ. ο Μιστριώτης κατακεραύνωνε τον Ψυχάρη ή ο Φιλήντας ειρωνευόταν τον Χατζιδάκι χρησιμοποιούσαν διακριτές μορφές γλώσσας, στη σημερινή αντιπαράθεση για το γλωσσικό όλοι εκείνοι που συμμετέχουν στην πολεμική, γράφουν στην ίδια Ελληνική, κατανοητή από κάθε επαρκή αναγνώστη, οι δε διαφοροποιήσεις του ενός από τον άλλον γίνονται σε υφολογικό επίπεδο και σε περιορισμένο φάσμα γλωσσικών επιλογών, όπου ο ένας προτιμά λογιότερο και ο άλλος δημωδέστερο τύπο.

Αν λοιπόν η πρόταση του κ. Θεοδωρόπουλου διατυπωνόταν στα σοβαρά, το άρθρο θα τελείωνε κάπου εδώ. Ωστόσο, η επιφυλλίδα του κ. Θ. αποτελεί βάναυση διαστρέβλωση της πραγματικότητας σε αρκετά σημεία, κι έτσι δεν είναι περιττός ο σχολιασμός της.

* Για να ξεκινήσουμε από τις λεπτομέρειες, το 1976 ο (γλωσσικός) «πόλεμος» δεν κρατούσε πάνω από έναν αιώνα, αφού σύμφωνα με όλους τους μελετητές η αφετηρία είναι η έκδοση του Ταξιδιού του Ψυχάρη (1888). Ούτε υπερασπιζόταν κανείς, το 1976, «τη χρήση του απαρεμφάτου», που είχε πάψει να χρησιμοποιείται στον γραπτό λόγο και των πιο ακραιφνών καθαρευουσιάνων δεκαετίες νωρίτερα.

* Για να αποσείσει την κατηγορία ότι η καθαρεύουσα είναι τεχνητή, ο κ. Θ. μας λέει ότι «Δεν ξέρω καμία γλώσσα που να είναι εντελώς «φυσιολογική», που γεννήθηκε δηλαδή σαν φυτό στα εύφορα εδάφη της λαϊκής ψυχής.» -εδώ, πέρα από την ελιτίστικη ειρωνεία, ο αρθρογράφος συγχέει την κατασκευή της καθαρεύουσας με την περιορισμένη τυποποίηση και ομογενοποίηση που γίνεται κατά τη σύνταξη της γραμματικής μιας φυσικής γλώσσας (ας πούμε, ότι διδάσκεται ο παρατατικός «αγαπιούνταν» και όχι «αγαπιόσαντε»). Πράγματι, όλες οι φυσικές γλώσσες έχουν στοιχεία τεχνητά, αλλά αυτό δεν τις εμποδίζει να διδάσκονται και να μαθαίνονται αβίαστα ως μητρικές γλώσσες -κάτι που ποτέ δεν έγινε με την καθαρεύουσα.

* Αυτό άλλωστε το ομολογεί έμμεσα και ο κ. Θ. όταν πιο κάτω, απαριθμώντας τα οφέλη που θα είχε μια υποθετική επαναφορά της καθαρεύουσας στην εκπαίδευση, λέει ότι τα παιδιά θα μάθαιναν στο σχολείο «κάτι παραπάνω απ’ αυτό που ήδη ξέρουν».

Βέβαια, η άποψη ότι τα σημερινά Ελληνόπουλα στο σχολείο μαθαίνουν αυτό που «ήδη ξέρουν» δείχνει άγνοια ή/και περιφρόνηση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Θέλει μήπως ο κ. Θ. να καταργηθεί η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας ή έστω να περιοριστεί στην εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής; Φυσικά, και σε όλες τις άλλες χώρες του κόσμου τα παιδιά (τουλάχιστον της εθνοτικής πλειονότητας) επίσης διδάσκονται στο σχολείο τη μητρική τους γλώσσα -παρότι είναι μητρική.

* Ο κ. Θ. απαριθμεί μια σειρά συγγραφείς που έγραψαν στην καθαρεύουσα ή που επηρεάστηκαν από την καθαρεύουσα ή που ανιχνεύονται καθαρεύοντα στοιχεία στα κείμενά τους, υποβάλλοντας την ιδέα ότι οι συγγραφείς αυτοί είναι αποκλεισμένοι από την εκπαίδευση. Η ίδια ιδέα διατυπώνεται πολύ πιο καθαρά στην κατακλείδα του κειμένου του. Εκεί, μας λέει ότι αν επιστρέφαμε στην καθαρεύουσα, οι μαθητές «θα διάβαζαν το υπέροχο «Το αμάρτημα της μητρός μου» στο πρωτότυπο και όχι από «μετάφραση» στη δημοτική«.

Αβυσσαλέα άγνοια, κακή πίστη ή ξεδιάντροπο ψέμα; Ο Βιζυηνός, όπως άλλωστε και ο Παπαδιαμάντης, όπως και ο Ροϊδης και οι άλλοι συγγραφείς που αναφέρονται στο άρθρο, διδάσκονται πάντοτε στην εκπαίδευση -και βέβαια διδάσκονται στο πρωτότυπο. Για παράδειγμα, στα Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας της Β’ Λυκείου περιλαμβάνονται αποσπάσματα από δύο έργα του Βιζυηνού (Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου και Μοσκώβ-Σελήμ) και από τέσσερα του Παπαδιαμάντη, και βέβαια όχι σε «μετάφραση» αλλά στο πρωτότυπο, φυσικά με υποσελίδιες επεξηγήσεις. Σε άλλα βιβλία υπάρχει και Ροΐδης, καθώς και Κάλβος. Διότι βέβαια, μπορεί να καταργήθηκε η διδασκαλία της καθαρεύουσας ως γλωσσικής μορφής, αλλά ποτέ δεν αποκλείστηκαν από τα λογοτεχνικά ανθολόγια τα λογοτεχνικά κείμενα που έχουν γραφτεί σε καθαρεύουσα -αυτό ούτε καν ο σκέφτηκε κανείς.

* Και σε άλλα σημεία ο κ. Θ. δείχνει άγνοια της πραγματικότητας, όπως όταν λέει ότι οι «τεχνητές» γλώσσες όπως η Εσπεράντο δεν μπορούν να δημιουργήσουν λογοτεχνία -κι ας υπάρχει πρωτότυπη λογοτεχνία γραμμένη στην Εσπεράντο.

Γενικά όλο το άρθρο διαπνέεται από το ιδεολόγημα για τη φτωχή και λιτή δημοτική σε αντιδιαστολή με την πλούσια αρχαία γλώσσα (κι ας έχει αποδείξει ο Ροΐδης ακόμα ότι η δημοτική είναι εξίσου «πλούσια», αν σημαίνει κάτι αυτό, με την αρχαία, ίσως και περισσότερο, και οπωσδήποτε πολύ πλουσιότερη από την καθαρεύουσα). Όσο για την έμμεση ταύτιση των δημοτικιστών με χρυσαβγίτες ή αναρχοτραμπούκους, προτιμώ να την προσπεράσω.

Δεν θα προσπεράσω όμως την ιταμή αναφορά στον υπουργό κ. Κουράκη, που χαρακτηρίζεται «ποιητή του αιδοίου» επειδή σε κάποιο ποίημά του έχει χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη. Προσωπικά, δεν συμπαθώ ιδιαίτερα τον κ. υπουργό και δεν θεωρώ ότι ήταν η καλύτερη (ή και απλώς καλή) επιλογή γι΄αυτή τη θέση, με εξοργίζει όμως να χρησιμοποιείται η ποίηση σαν μέσο γελοιοποίησης του πολιτικού αντιπάλου, ιδίως όταν δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιον επαγγελματία πολιτικό ή μιντιάρχη που θέλησε να γράψει και μια συλλογή ποιημάτων (τους «ποιητές» της κατηγορίας αυτής ο κ. Θ. και οι όμοιοί του δεν τολμούν να τους ειρωνευτούν!) αλλά με κάποιον που έχει πολυετή θητεία στην ποίηση, πολύ πριν βρεθεί στα βουλευτικά έδρανα και τους υπουργικούς θώκους. Ακόμα πιο εξοργιστικό είναι ότι αυτός ο χλευασμός της ποίησης γίνεται από έναν ομότεχνο. Βέβαια, ο κ. Θ. είναι πεζογράφος, και η πεζογραφία είναι πιο ανθεκτική στη γελοιοποίηση και την παρώδηση, ενώ η ποίηση είναι εύθραυστη, απομονώνοντας ή παραφράζοντας έναν στίχο μπορείς να χαντακώσεις ακόμα κι ένα καλό ποίημα. Και όχι, δεν θεωρώ αριστουργήματα τα ποιήματα του κ. Κουράκη, αλλά έτσι κι αλλιώς με τη σύγχρονη ποίηση δεν είμαι εξοικειωμένος -έχω μείνει στον Λαπαθιώτη, ως γνωστόν. Απλώς, μου κάνει εντύπωση πόσο πολύ τυφλώνει το πολιτικό μίσος τους ανθρώπους. Ευτυχώς, από μια άποψη, διότι τρέμω πώς θα μπορούσε να αποκαλέσει τον Εμπειρίκο ο κ. Θεοδωρόπουλος, αν αντλούσε λέξεις από τον Μεγάλο Ανατολικό για να τον χαρακτηρίσει -τον Σεφέρη πάντως θα μπορούσε να τον πει «ποιητή του κώλου», αφού υπάρχει η λέξη αυτή σε ποίημα του Σεφέρη, έστω και σατιρικό.

Μια και ανέφερα όμως το υπουργείο Παιδείας, ταιριάζει θαρρώ να κλείσω το σημερινό άρθρο με ένα σχόλιο αναγνώστριας κάτω από το κείμενό του, συγκεκριμένα της σχολικής συμβούλου Β. Σακκά, επειδή θίγει και τη λαθεμένη απόφαση του υπουργείου για περικοπή μίας ώρας από τη διδασκαλία της λογοτεχνίας:

Eίναι φανερό ότι ο κ. Θεοδωρόπουλος δεν έχει ιδέα (μα καμία απολύτως) για το τι και πώς διδάσκεται στο ελληνικό σχολείο εδώ και 30 χρόνια. Η καθαρεύουσα είναι παρούσα και όλοι οι συγγραφείς τους οποίους αναφέρει διδάσκονται ανελλιπώς. Η σχέση εκπαίδευσης και λογοτεχνίας είναι θέμα σύνθετο: προτείνω να το αφήσει στους ειδικούς, δηλ. στα πανεπιστημιακά τμήματα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας τα οποία διεξάγουν και σχετικές έρευνες για τη διδακτική του αντικειμένου. Με βάση αυτές -και τη διεθνή εμπειρία και έρευνα- προτείνονται Προγράμματα Σπουδών όπως το εξαιρετικό του 2010 -11 για το Λύκειο το οποίο διέλυσε η αλήστου μνήμης Τράπεζα Θεμάτων. Μια υποδειγματική δουλειά της ομάδας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που αγκαλιάστηκε από εκπαιδευτικούς και μαθητές, εισήγαγε και αξιοποίησε πολυτροπικά κείμενα και προσεγγίσεις, με στόχο τον κριτικό, οπτικό και μιντιακό γραμματισμό, την ομαδοσυνεργατική διδασκαλία και μάθηση και προώθησε τη φιλαναγνωσία. Κατά τα άλλα οι οιμωγές και η καταστροφολογία δεν ωφελούν κανένα. Ούτε βέβαια και η αφαίρεση μιας ώρας Λογοτενίας από τη Γ΄Λυκείου στο πλαίσιο της λογικής: «έχω έλλειψη φιλολόγων- μου περισσεύουν κοινωνικοί επιστήμονες- βγάζω μια ώρα Λογοτεχνίας και βάζω μια ώρα Ιστορίας Κοινωνικών Επιστημών. Θλίψη γενικώς!

CLOSE
CLOSE