Εδώ και σχεδόν δυο δεκαετίες ένας πλανόδιος ηθοποιός υποδέχεται τους τουρίστες σε ένα από τα στενά του Εδιμβούργου, που οδηγούν στο μεσαιωνικό κάστρο της πόλης. Αν τον ρωτήσεις, θα σου απαντήσει ότι «υποδύεται» τον ιππότη Σερ Ουίλιαμ Ουάλας, που πολέμησε την αγγλική κατοχή στα τέλη του 13ου αιώνα. Στην πραγματικότητα, υποδύεται τον Μελ Γκίμπσον από τη χολιγουντιανή παραγωγή «Braveheart» – την ταινία που σύμφωνα με τους «Τάιμς του Λονδίνου» περιέχει τις περισσότερες ιστορικές ανακρίβειες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου (μετά την επίσης αμερικανική παραγωγή με τίτλο «U-571, Το χαμένο υποβρύχιο»). «Το “Braveheart” δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνει περισσότερες ανακρίβειες, ακόμη και αν πρωταγωνιστούσε ένας σκύλος από πλαστελίνη», είχε γράψει κάποτε ο συγγραφέας Τζον Ο’Φάρελ.

Παρ’ όλα αυτά, τους μήνες που οδήγησαν στο δημοψήφισμα της περασμένης Πέμπτης, οι πωλήσεις του DVD της ταινίας εκτοξεύτηκαν στα ύψη, ενώ η φιγούρα του Μελ Γκίμπσον και ο περίφημος λόγος που εκφωνεί προς τους στρατιώτες του έγιναν για ορισμένους συνώνυμο της ανεξαρτητοποίησης. Ο ηγέτης του Εθνικιστικού Κόμματος της Σκοτίας (SNP), Αλεξ Σάλμοντ, συνήθιζε να διανθίζει τις ομιλίες του με αναφορές στην ταινία, ενώ οι φωτογραφίες του «Braveheart» κυκλοφορούσαν σε όλες τις πόλεις όπου στήνονταν κάλπες.

Δεν ήταν φυσικά η πρώτη φορά που η χολιγουντιανή παραγωγή κυριαρχούσε της πραγματικότητας. Το 1997, ένας καλλιτέχνης δώρισε στο μουσείο του Σερ Ουίλιαμ Ουάλας ένα γιγαντιαίο γλυπτό, βάρους δώδεκα τόνων, το οποίο, αντί να απεικονίζει τον ήρωα της σκοτσέζικης ανεξαρτησίας, αναπαριστούσε και πάλι τον Μελ Γκίμπσον (το μουσείο το τοποθέτησε τελικά στο πάρκινγκ και ύστερα από μερικά χρόνια το επέστρεψε στον δημιουργό του, αφού πρώτα κάποιος του είχε σπάσει το κεφάλι με μια βαριοπούλα). Το πρόβλημα βέβαια με την αντικατάσταση του Σερ Ουίλιαμ Ουάλας από τον Μελ Γκίμπσον δεν ήταν απλώς εικαστικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Ο Ουάλας, όπως εξηγούσε πριν από χρόνια η ιστορικός Κρίστα Κάνιτζ, δεν ήταν ένας αγρότης που μετατράπηκε σε αντάρτη για τα συμφέροντα της τάξης του, αλλά ένας αριστοκράτης που εκτελούσε και χρέη διπλωμάτη για το βασίλειο της Σκοτίας. Ο ίδιος πιστεύεται ότι εκτελούσε ομάδες χωρικών που αρνούνταν να καταταγούν στις δυνάμεις του – μια πληροφορία που σύμφωνα με την Κάνιτζ θα κατέστρεφε την εικόνα «ταξικής ομοψυχίας» που προωθούσε η ταινία του Μελ Γκίμπσον.

Σήμερα ο Ουάλας ενδέχεται να είχε ψηφίσει «Ναι» στο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία, αλλά για τους λάθος λόγους. Πιθανότατα να ανήκε στο ολιγάριθμο τμήμα της χρηματιστηριακής ελίτ που ήθελε να μετατρέψει την ανεξάρτητη Σκοτία σε έναν φορολογικό παράδεισο των πολυεθνικών (στο αποτυχημένο πρότυπο του Κέλτικου Τίγρη της Ιρλανδίας).

Δυστυχώς για τον λαό της Σκοτίας οι μέχρι στιγμής αποφάσεις για την αποχώρηση ή την πρόσδεση στο άρμα του Λονδίνου λαμβάνονταν από τους οικονομικά κυρίαρχους. Σε αντίθεση με τους Ιρλανδούς και τους Ουαλούς, που υποτάχθηκαν στο Λονδίνο με τη δύναμη των όπλων η Σκοτία (ή τουλάχιστον η άρχουσα τάξη της εποχής) δέχθηκε με ανακούφιση την ένωση με την Αγγλία. Οπως σχολίαζε κάποτε το BBC, «οι Braveheart εκείνης της εποχής (πριν από 307 χρόνια) δεν ντύνονταν με τα σκοτσέζικα κιλτ αλλά με τα μακριά παλτό που φορούσαν και οι τραπεζίτες του Λονδίνου». Παρά τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης, οι Braveheart-τραπεζίτες γεύτηκαν ένα κομμάτι από την «πίτα» της βρετανικής αυτοκρατορίας. Από την πλευρά της, η Αγγλία εξασφάλιζε την πολυπόθητη ηρεμία στα βόρεια σύνορά της αλλά και τη δημιουργία μιας προτεσταντικής συμμαχίας που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ευκολότερα τις απειλές από την ηπειρωτική Ευρώπη των καθολικών.

Με μια ισχυρή δόση αφαίρεσης, θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τη σύνδεση της Σκοτίας στο Ηνωμένο Βασίλειο με την ένταξη των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και δη στην ευρωζώνη: ένα παρασιτικό τμήμα του τοπικού κεφαλαίου λαμβάνει μια απόφαση, που προωθεί τα στενά συντεχνιακά του συμφέροντα, σε βάρος του πληθυσμού. Και όταν κάποιοι αντιπροτείνουν ως μόνη αξιοπρεπή λύση τη διάλυση αυτού του «γάμου συμφέροντος» το σύνολο του πολιτικού και μιντιακού κατεστημένου μαζί με ένα κομμάτι της Αριστεράς υποστηρίζει ότι «τώρα που μπήκαμε κάθε σκέψη εξόδου θα φέρει την ολοκληρωτική καταστροφή». Η Σκοτία, βέβαια, είχε την ευκαιρία της να αμφισβητήσει αυτές τις ισορροπίες, αλλά τις έχασε.

Το δημοψήφισμα της Σκοτίας, έγραφε πριν από μια εβδομάδα στον «Guardian» o δημοσιογράφος Φιντάν Ο’Τουλ, δεν αφορούσε τον Braveheart και τα κιλτ, δηλαδή κάποια σύγχρονη μορφή εθνικισμού, αλλά την αγωνία ενός λαού να προστατευτεί από τις ανεξέλεγκτες και καθόλου δημοκρατικές δυνάμεις των πολυεθνικών, των μονοπωλίων του Τύπου και των κάθε είδους ολιγαρχών. Υπό αυτή την έννοια, ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος, αποτελούσε ένα τεράστιο πείραμα δημοκρατίας, το οποίο χώρες όπως η Ελλάδα δεν μπορούν ούτε να ονειρευτούν.

Επί του παρόντος, πάντως, οι ψηφοφόροι της Σκοτίας καλά θα έκαναν να αφήσουν για λίγο το «Braveheart» του Μελ Γκίμπσον και να ξαναδούν με μεγαλύτερη προσοχή το «Manderlay» του Λαρς Φον Τρίερ – την ταινία στην οποία μια ομάδα σκλάβων έχει τη δυνατότητα να απελευθερωθεί από τα δεσμά της, αλλά προτιμά να μην αμφισβητήσει το status quo στο οποίο μεγάλωσε.

Διαβάστε
A People’s History of Scotland (εκδ. Verso)
Η ιστορία της Σκοτίας, χωρίς αναφορές σε βασιλιάδες, αλλά σε απεργούς που τα έβαλαν με τη Θάτσερ και σουφραζέτες που πολέμησαν για φυλετική και οικονομική ισότητα.

Εθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (εκδ. Καρδαμίτσα)
Ο Βρετανός ιστορικός Ερικ Χομπσμπάουμ εξετάζει την ιστορία του έθνους-κράτους μέχρι τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και το τέλος του «σύντομου 20ού αιώνα».

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών 21/9/2014

CLOSE
CLOSE