Για τους περισσότερους πολιτικούς του πλανήτη μια φωτογραφία με τον εκάστοτε Αμερικανό πρόεδρο αποτελεί ένα πολύτιμο ενθύμιο, που τοποθετούν σε περίοπτη θέση στο γραφείο τους. Για τον πρόεδρο του Ιράν, όμως, μια τέτοια φωτογραφία θα μπορούσε να σημάνει το τέλος της πολιτικής του καριέρας.

Ήταν λοιπόν βέβαιο ότι θα απέρριπτε κάθε ενδεχόμενο απευθείας επαφών με τον Αμερικανό πρόεδρο. Παρόλα αυτά όταν επέστρεψε στο Ιράν από τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ, όπου είχε μόνο μια σύντομη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ομπάμα, τον περίμενε ένα… ιπτάμενο παπούτσι από έναν εξοργισμένο πολίτη που θεώρησε ότι ο πρόεδρος πρόδωσε την πατρίδα του συνομιλώντας με τον «Σατανά».

Λίγες εικόνες θα μπορούσαν να περιγράψουν καλύτερα τις λεπτές ισορροπίες που επιχειρεί να κρατήσει ο Χασάν Ρουχανί στην προσπάθειά του να διαπραγματευτεί μια επαναπροσέγγιση με την Ουάσινγκτον. Ουσιαστικά, η Τεχεράνη, έχοντας στο τιμόνι έναν από τους πλέον φιλοδυτικούς προέδρους των τελευταίων δεκαετιών, υπόσχεται να μην προχωρήσει στην κατασκευή πυρηνικών όπλων και ζητά ως αντάλλαγμα χαλάρωση των οικονομικών κυρώσεων, οι οποίες έχουν αρχίσει να προκαλούν ισχυρούς τριγμούς στα θεμέλια της οικονομίας.

Καθώς ο πληθωρισμός κινείται στο 40% και ορισμένοι τομείς της ιρανικής βιομηχανίας έχουν μειώσει την παραγωγή τους έως και κατά 30% παρατηρείται εκρηκτική αύξηση της ανεργίας με απρόβλεπτες συνέπειες για τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος. Η οικονομική δυσπραγία έχει αρχίσει να πλήττει και τους λεγόμενους μπαζαρί, την τάξη των εμπόρων, η οποία ήδη από την εποχή της ιρανικής επανάστασης έκρινε τις πολιτικές εξελίξεις ρίχνοντας το βάρος της υπέρ ή κατά της εκάστοτε ηγεσίας.

Μεγάλο τμήμα της ιρανικής αστικής τάξης, λοιπόν, και συγκεκριμένα οι επιχειρηματίες του εξαγωγικού τομέα ασκούν πιέσεις για κάποιου είδους συμφωνία με τις ΗΠΑ ενώ οι σκληροπυρηνικοί της Τεχεράνης δίνουν «πίστωση χρόνου» στον Ρουχανί για τις διαπραγματεύσεις του με την Ουάσινγκτον.

Το ιρανικό κοινοβούλιο ενέκρινε χωρίς ούτε τις τυπικές ενστάσεις τη διαπραγματευτική γραμμή του Ιρανού προέδρου ενώ μεγάλο τμήμα του Ιρανικού Τύπου ανέλαβε να παρουσιάσει τα πλεονεκτήματα της προσέγγισης με τις ΗΠΑ. Αρκετές εφημερίδες στο Ιράν, μάλιστα, υποστήριζαν ότι μια τέτοια εξέλιξη «θα περιορίσει τη διπλωματική ισχύ της Μόσχας» στη Μέση Ανατολή ενώ ενδέχεται να δυσαρεστήσει και το Πεκίνο.

Ο Ρουχανί έθεσε το περίγραμμα της διαπραγματευτικής του γραμμής κατά την επίσκεψή του στη Νέα Υόρκη για τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ. Αν και επανέλαβε τις θέσεις της Τεχεράνης για το ρόλο της Ουάσινγκτον σαν παγκόσμιου χωροφύλακα που απειλεί τη διεθνή ασφάλεια, άνοιξε επισήμως την πόρτα της ιρανικής διπλωματίας για διαπραγματεύσεις.

Κεντρικό ρόλο σε ενδεχόμενη προσέγγιση Ουάσινγκτον-Τεχεράνης αναμένεται να παίξει και ο νέος υπουργός πετρελαίου του Ιράν, Μπιτζάν Ζανγκανεχ, ο οποίος είχε υπογράψει σειρά ενεργειακών συμφωνιών με εταιρείες της Δύσης, όταν βρέθηκε στο ίδιο πόστο στο διάστημα 1997-2005.

Οι συμφωνίες ενεργειακής συνεργασίας είναι το καρότο που μπορεί να υποσχεθεί η Τεχεράνη προσφέροντας στην Ουάσινγκτον όχι μόνο μια σειρά χρυσοφόρων συμβολαίων για αμερικανικές εταιρείες αλλά και περαιτέρω ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης – κάτι που αποτελεί παραδοσιακό στόχο κάθε αμερικανικής κίνησης στη Μέση Ανατολή.

Την ίδια ώρα όμως η είσοδος ξένων πολυεθνικών στην ενεργειακή αγορά του Ιράν απειλεί άμεσα το «πορτοφόλι» των παραδοσιακών πυλώνων του ιρανικού πολιτικού κατεστημένου, όπως οι φρουροί της επανάστασης. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι δεν πρόκειται να περάσει χωρίς ισχυρότατες αντιδράσεις και πολιτική σύγκρουση.

Ο Ρουχανί έχει ένα πολύ στενό χρονικό «παράθυρο ευκαιρίας» για να πετύχει αυτό που απέτυχε να κάνει ο προηγούμενος μεταρρυθμιστής πρόεδρος Μοχάμεντ Χαταμι στις σχέσεις με την Ουάσινγκτον. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ρουχανί αποφάσισε να στελεχώσει το υπουργείο εξωτερικών με τους ίδιους ανθρώπους που είχαν επιχειρήσει την προσέγγιση με την Ουάσινγκτον και τη δεκαετία του ’90, προεξέχοντος φυσικά του αμερικανοσπουδασμένου υπουργού Τζαβάντ Ζαρίφ, ο οποίος υπήρξε και πρέσβης του Ιράν στα Ηνωμένα Έθνη από το 2002 μέχρι το 2007.

Σύμφωνα με την εταιρεία αναλύσεων Stratfor, η οποία συνδέεται στενά με τη και με τη CIA, o Ζρίφ ήταν ο επικεφαλής των μυστικών επαφών με την Ουάσινγκτον την περίοδο 2001-2003 με τις οποίες η Τεχεράνη έδωσε το πράσινο φως για την εισβολή στο Αφγανιστάν και την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεϊν.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού ελάχιστοι φαίνεται να συμμερίζονται τη βιασύνη του Ιρανού προέδρου. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ακόμη και αν ήθελε να προχωρήσει άμεσα τις διαδικασίες προσέγγισης θα πρέπει να ανατρέψει τις προηγούμενες αποφάσεις για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων μέσω του Κογκρέσου.

Ο ίδιος όμως γνωρίζει πολύ καλά ότι κάθε σχετική κίνηση προσκρούει στο πανίσχυρο ισραηλινό λόμπι, το οποίο επιχειρεί με κάθε τρόπο να δυναμιτίσει τις επαφές με την Τεχεράνη. Ήδη δέκα γερουσιαστές, οι οποίοι παραδοσιακά βρίσκονται πολύ κοντά στην ισραηλινή διπλωματία, ζητούν με επιστολή τους να «αυξηθεί η πίεση στο Ιράν» προκειμένου να τερματίσει οριστικά τον εμπλουτισμό ουρανίου ακόμη και για ειρηνική χρήση – όρος ο οποίος δεν πρόκειται να γίνει δεκτός σε καμία περίπτωση από το ιρανικό πολιτικό κατεστημένο αλλά και από τον ιρανικό λαό.

Παρά το γεγονός ότι ο Ρουχανί αποφεύγει συστηματικά οποιαδήποτε από τις τοποθετήσεις του προκατόχου του, που θα μπορούσαν να αυξήσουν την ένταση με το Ισραήλ, το Τελ Αβίβ παραμένει προσκολλημένο στη συγκρουσιακή γραμμή των τελευταίων δεκαετιών.

Ενδεικτικό της ανησυχίας που επικρατεί σε πολιτικούς κύκλους του Ισραήλ για το ενδεχόμενο μείωσης της έντασης με το Ιράν και ειρήνευσης στην περιοχή είναι ότι ο πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου αποφάσισε να ταξιδέψει ο ίδιος στην Ουάσινγκτον για να «συνετίσει» τον Λευκό Οίκο. Ο ίδιος μάλιστα έδωσε εντολή στου υπουργούς της κυβέρνησής του να αποφεύγουν οποιοδήποτε σχόλιο για την νέα στάση της Τεχεράνης αφήνοντας τον χειρισμό της κατάστασης μόνο στον ίδιο και τον υπουργό Εξωτερικών.

Στην προσπάθειά του να εκτροχιάσει την προσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν το Τελ Αβίβ μπορεί να στηρίζεται στην ανομολόγητη όσο και ανίερη συμμαχία με τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ – τις δυο χώρες που έχουν αναλάβει «εργολαβικά» την ανατροπή του καθεστώτος Ασάντ στη Συρία. Το Κατάρ μοιράζεται με το Ιράν πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου ενώ το Ριάντ αποτελεί τον παραδοσιακό αντίπαλο της Τεχεράνης σε τοπικό επίπεδο διαγκωνιζόμενο για την γεωπολιτική και ενεργειακή κυριαρχία σε μια περιοχή που ξεπερνά τα στενά όρια της Μέσης Ανατολής.

Αντιμέτωπος με την εχθρική στάση του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ ο Ρουχανί θα δυσκολευτεί πολύ να ξεπεράσει την επιρροή των λόμπι της Ουάσινγκτον για να επιτύχει την άρση του οικονομικού αποκλεισμού από το Λευκό Οίκο. Και αν αυτό δεν συμβεί γρήγορα οι πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις στο εσωτερικό του Ιράν θα γίνονται όλο και πιο δύσκολα διαχειρίσιμες.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Σετέμβριος 2013

Σχετικά θέματα:
Ιράν: πορεία προς δυσμάς
Argo: Μυστικά και ψέμματα

CLOSE
CLOSE