«Η τρίτη μεγάλη εξέγερση των Παλαιστινίων (Ιντιφάντα) δεν θα ξεκινήσει από περιοχές όπως η Γάζα, αλλά στην καρδιά της Ιερουσαλήμ» έλεγε πριν από μερικές εβδομάδες ο οικονομικός αναλυτής και συγγραφέας Σιρ Χέβερ. Οι εξελίξεις της τελευταίας περιόδου στην Ιερουσαλήμ, οι οποίες θυμίζουν απελπιστικά τα γεγονότα που προηγήθηκαν πριν από το ξέσπασμα της δεύτερης Ιντιφάντα το 2000, φαίνεται να τον επιβεβαιώνουν.

Οι συνεχείς απαγορεύσεις και βίαιες απωθήσεις Παλαιστινίων από ιερούς τόπους λατρείας δημιουργούν ένα εκρηκτικό σκηνικό ενώ οι ελάχιστες αλλά ηχηρές επιθέσεις Παλαιστινίων εναντίον Ισραηλινών πολιτικών δίνουν στις ισραηλινές αρχές τις αφορμές που ζητούν για να αντιμετωπίζουν τους Άραβες με ισραηλινή υπηκοότητα σαν έναν εχθρό που πρέπει να εξοντωθεί άμεσα.

Έχοντας μελετήσει για χρόνια την πολιτική οικονομία της ισραηλινής κατοχής παλαιστινιακών εδαφών, ο Χέβερ υποστηρίζει σε πρόσφατα άρθρα και συνεντεύξεις του ότι πίσω από την εικόνα θρησκευτικής αντιπαλότητας, στην οποία εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, κρύβονται οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις που απειλούν σε βάθος χρόνου τη σταθερότητα σε ολόκληρη την περιοχή.

Το βιοτικό επίπεδο των Αράβων της Ανατολικής Ιερουσαλήμ επιδεινώνεται σταθερά από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας δημιουργώντας ένα γιγαντιαίο χάσμα με τον υπόλοιπο πληθυσμό του Ισραήλ. Παράλληλα οι Ισραηλινοί, Παλαιστινιακής καταγωγής, αποκλείονται χρόνο με το χρόνο από στοιχειώδεις παροχές του δημοσίου τομέα: χιλιάδες παιδία δεν γίνονται δεκτά στα σχολεία με το πρόσχημα ότι δεν υπάρχουν επαρκείς θέσεις ενώ ακόμη και τα συνεργεία καθαρισμού της πόλης δεν επισκέπτονται πλέον τις γειτονιές όπου ζουν Άραβες. Η αστυνομία, που περιπολεί σε αυτές τις περιοχές με πλήρη στρατιωτική εξάρτηση, έχει πραγματοποιήσει τις τελευταίες εβδομάδες εκατοντάδες προσαγωγές εισβάλοντας σαν στρατός κατοχής σε σπίτια Παλαιστινίων. Παράλληλα, νομοθεσία που πέρασε πρόσφατα από το ισραηλινό κοινοβούλιο (κνεσέτ) ορίζει ότι παιδιά που συλλαμβάνονται να πετάνε πέτρες εναντίον του ισραηλινού στρατού θα αντιμετωπίζουν ποινές κάθειρξης είκοσι χρόνων – από δυο χρόνια που ήταν μέχρι σήμερα. Εξίσου ασύμμετρες είναι όμως και οι ποινές που «υποσχέθηκε» πριν από μερικές ημέρες ο ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου για όσους Παλαιστίνιους επιτίθενται σε ισραηλινούς πολίτες. Οι αρχές θα έχουν πλέον την εντολή να γκρεμίζουν τα σπίτια των οικογενειών των δραστών – δεδομένου ότι οι ίδιοι δεν μπορούν συνήθως να τιμωρηθούν αφού τις περισσότερες φορές σκοτώνονται από την αστυνομία και το στρατό κατά τη διάρκεια της επίθεσης.

Τις τελευταίες εβδομάδες η ισραηλινή κυβέρνηση έχει επιβάλει ρυθμίσεις στη ζωή των ισραηλινών αραβικής καταγωγής που μοιάζουν βγαλμένες από το ρατσιστικό καθεστώς του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Μοσέ Γιαλόν, παραδείγματος χάριν, απαγόρευσε σε Παλαιστίνιους να χρησιμοποιούν λεωφορεία στα οποία επιβαίνουν και ισραηλινοί πολίτες, όπως ακριβώς συνέβαινε στο Γιοχάνεσμπουργκ αλλά και στις αντιδραστικές πολιτείες του αμερικανικού νότου μέχρι τη δεκαετία του ‘60.

Η μεγαλύτερη επίθεση όμως, η οποία χαρακτηρίστηκε από αρκετούς σχολιαστές στο εξωτερικό σαν «κοινοβουλευτικό πραξικόπημα», είναι η προσπάθεια σταδιακού εξοστρακισμού από το κοινοβούλιο των κομμάτων στα οποία συμμετέχουν Ισραηλινοί πολίτες αραβικής καταγωγής. Αυξάνοντας με φωτογραφικές ρυθμίσεις το κατώφλι εισόδου στο κοινοβούλιο από το 2 στο 3.25%, η ισραηλινή κυβέρνηση ελπίζει να αποκλείσει σχεδόν το σύνολο των Αράβων πολιτικών από κάθε νομοθετική διαδικασία. Ακόμη όμως και συντηρητικοί σχολιαστές στο Ισραήλ υποστηρίζουν ότι μια τέτοια κίνηση θα οδηγήσει σε ραγδαία ριζοσπαστικοποιήση των παλαιστινίων που ζουν στο Ισραήλ καθώς θα τους στερήσει ακόμη και την τυπική δυνατότητα πολιτικής έκφρασης. Η απόφαση αυτή ανατρέπει την πρακτική που κυριαρχούσε στην Κνεσέτ από τη δεκαετία του 70 και συγκεκριμένα από την πρωθυπουργία του υπερσυντηρητικού Μεναχέμ Μπέγκιν, ο οποίος θεωρούσε απαράδεκτη την απουσία του αραβικού πληθυσμού του Ισραήλ από το κοινοβούλιο της χώρας.

Πέρα όμως από τη γενικευμένη επίθεση στο δικαίωμα πολιτικής εκπροσώπησης των Αράβων του Ισραήλ, οι βουλευτές όλων ανεξαιρέτως των ισραηλινών κομμάτων πραγματοποιούν πλέον και στοχευμένες επιθέσεις εναντίον συναδέλφων τους που έχουν μετατραπεί σε σύμβολα του αγώνα για ίσια δικαιώματα του αραβικού πληθυσμού. Συγκεκριμένα οι βουλευτές της Κνεσέτ ψήφισαν υπέρ του πολύμηνου αποκλεισμού της βουλευτίνας Χανίν Ζοάμπι, η οποία είχε συγκρίνει τις σφαγές αμάχων, που πραγματοποιεί ο ισραηλινός στρατός στα κατεχόμενα ή αποκλεισμένα παλαιστινιακά εδάφη, με τους Τζιχαντιστές του Ισλαμικού κράτους. «Αυτοί [του Ισλαμικού Κράτους] σκοτώνουν ένα άτομο τη φορά με ένα μαχαίρι και οι IDF [Ισραηλινές Δυνάμεις «Άμυνας»] με το πάτημα ενός κουμπιού [σκοτώνουν] δεκάδες Παλαιστίνιους» είπε η Ζοάμπι σε συνέντευξη στον ιστότοπο του Καναλιού 2.
Η Ζοάμπι, η οποία είναι μια από τις μαχητικότερες υποστηρίκτριες των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων, έχει δεχθεί δεκάδες φορές απειλές για τη ζωή της από Ισραηλινούς ενώ εκκρεμούν σε βάρος της αρκετές δικαστικές υποθέσεις με την κατηγορία της «υποκίνησης σε βία» του παλαιστινιακού πληθυσμού.

Οι περισσότερες ενέργειες των Ισραηλινών βουλευτών πάντως γίνονται με τη σύμφωνη γνώμη της συντριπτικής πλειονότητας των ψηφοφόρων τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις πάνω από το 85% των πολιτών συμφωνεί με την αποπομπή της Ζοάμπι από την Κνεσέτ – πρόκειται, παρεμπιπτόντως, περίπου για το ίδιο ποσοστό που στήριζε την ισραηλινή επιδρομή στη Γάζα από την οποία σκοτώθηκαν 2.100 άνθρωποι, στη συντριπτική πλειονότητά τους άμαχοι.
Το σκηνικό που στήνεται τις τελευταίες εβδομάδες στην Ιερουσαλήμ οδηγεί αναπόδραστα σε κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με όλο και περισσότερους αναλυτές να συμφωνούν ότι το ξέσπασμα μιας τρίτης ιντιφάντα είναι απλώς θέμα χρόνου.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Νοέμβριος 2014

CLOSE
CLOSE