Αντιμέτωπη με όλο και περισσότερες ανταρσίες όχι πλέον μόνο από τους λαούς αλλά και από τμήματα των αστικών τάξεων βρίσκεται η πολιτική λιτότητας που επιβάλλει το Βερολίνο στις χώρες της Ε.Ε. Μετά το ράπισμα που δέχθηκε από την Ιταλία, με την εκλογική άνοδο των ευρσκεπτικιστών του Γκρίλο και του Μπερλουσκόνι, αλλά και την αναταραχή που προκάλεσε το πρώτο «Όχι» της Κύπρου, ήρθε η σειρά της Πορτογαλίας να απειλήσει την παντοκρατορία του οικονομικού Ραίχ.

Η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας να κρίνει αντισυνταγματικά τέσσερα μέτρα που ζήτησε η τρόικα έστειλε ένα σαφές μήνυμα ότι μεγάλο τμήμα της οικονομικής και πολιτικής ελίτ δεν θα δεχθεί αμαχητί την μετατροπή της χώρας σε αποικία.

Τα μέτρα αφορούσαν το κόψιμο του 14ου μισθού, το δώρο προς τους συνταξιούχους, τη μείωση των μισθών και υποτροφιών καθηγητικού προσωπικού και το ψαλίδισμα του επιδόματος ανεργίας. Η νομική βάση στην οποία στηρίχθηκε το ανώτατο δικαστήριο (και εφαρμόζεται σε όσες χώρες δεν έχει επιβληθεί κάποιου είδους δικαστική δικτατορία) είναι ότι τα μέτρα παραβιάζουν την ισότητα μεταξύ των πολιτών και έχουν αναδρομική ισχύ.

Όπως ήταν αναμενόμενο οι Βρυξέλλες απάντησαν αρχικά με οργή, προειδοποιώντας την Πορτογαλία ότι οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους συμφωνημένους στόχους θα «παρατείνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η χώρα». Πρόκειται για μια ακόμη ευθεία αμφισβήτηση της συνταγματικής νομιμότητας μιας χώρας μέλους της ΕΕ και έμμεσο κάλεσμα σε συνταγματικό πραξικόπημα για την επιβολή της βούλησης του Βερολίνου.

Παρά το γεγονός ότι τα μέτρα αφορούσαν κατά βάση εργασιακά δικαιώματα και θα περίμενε κανείς να γίνουν δεκτά με ενθουσιασμό από το σύνολο του οικονομικού κατεστημένου, όπως συνέβη και στην Ελλάδα, η απόφαση του δικαστηρίου δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Η σύγκρουση της δικαστικής εξουσίας με την κυβέρνηση είναι απλώς η ορατή έκφανση μιας συγκρούσεις στο εσωτερικό των πορτογαλικών ελίτ.

Πολύ περισσότερο αν σκεφτεί κανείς ότι η προσφυγή στο ανώτατο δικαστήριο δεν έγινε από κάποια ομάδα συνταγματολόγων ή εκπροσώπους συνδικάτων αλλά από τον δεξιό πρόεδρο της χώρας, Καβάκο Σίλβα. Ο ίδιος δήλωσε ότι «το εξωτερικό χρέος της Πορτογαλίας δεν είναι πλέον βιώσιμο» τοποθετώντας έτσι έναν ορολογιακό μηχανισμό στην καρδιά της μνημονιακής πολιτικής.

Η πορτογαλική κυβέρνηση σαν να ήθελε να τιμωρήσει τους πολίτες για την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου ανακοίνωσε ότι θα αντισταθμίσει τα μέτρα που κρίθηκαν αντισυνταγματικά με περαιτέρω μειώσεις δαπανών για την υγεία, την εκπαίδευση και την κοινωνική ασφάλιση. Είναι όμως πλέον προφανές ότι με διαιρεμένη την αστική τάξη και τα λαϊκά στρώματα να βρίσκονται στα όρια της εξαθλίωσης η πολιτική της λιτότητας μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή συμπαρασύροντας ολόκληρη την κυβέρνηση.

Πρόκειται ουσιαστικά για την ίδια δυσφορία που παρατηρήθηκε μεταξύ των οικονομικών ελίτ της Ιταλίας και η οποία εκφράστηκε από την επιστροφή του Μπερλουσκόνι και σε δεύτερο επίπεδο από την εκλογική εκτίναξη του Γκρίλο.

Στην Πορτογαλία μάλιστα η δεξιά κυβέρνηση του Πέδρο Κοέλιο, πλαγιοκοπείται πλέον όχι μόνο από την προεδρία αλλά και από την εξωνημένη σοσιαλιστική παράταξη, η οποία αφού έριξε τη χώρα στην παγίδα της Τρόικας τώρα φόρεσε τον αντιμνημονιακό μανδύα. Δεν πρόκειται φυσικά για κάποιου είδους φιλολαϊκή στροφή αλλά για μια ακόμη διατεταγμένη υπηρεσία για λογαριασμό συγκεκριμένων επιχειρηματικών κέντρων.

Ο νέος ηγέτης των Σοσιαλιστών μάλιστα, ο Αντόνιου Σεγούρου, χαρακτήρισε την κυβέρνηση πιόνι της Μέρκελ και του Όλι Ρεν. Σε αντίθεση δηλαδή με τον Έλληνα ομόλογό του, που οδεύει ολοταχώς προς τον κάλαθο των πολιτικών αχρήστων, ο Σεγούρου κατάφερε να δημιουργήσει μια αξία χρήσης για τον εαυτό του και για το κόμμα του.

Η Πορτογαλία μαζί με την Σλοβενία αποτελούν τους επόμενους αδύναμους κρίκους της Ευρώπης από όπου η Γερμανία θα επιχειρήσει μια νέα καταλήστευση του πλούτου, αφού πρώτα διέλυσε κάθε άμυνα των τοπικών οικονομιών με την επιβολή μέτρων τρομακτικής λιτότητας. Στην Πορτογαλία η εσωτερική ζήτηση, οι δημόσιες δαπάνες και οι επενδύσεις καταρρέουν αφήνοντας ως μοναδική σανίδα σωτηρίας της εξαγωγές, οι οποίες όλοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να αναπτυχθούν θεαματικά στο πλαίσιο της ευρωζώνης.

Η πρόσκαιρη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, την οποία ο πορτογαλικός λαός πλήρωσε με ιδρώτα και αίμα, αντιστράφηκε το 2012 επαναφέροντας το χάσμα με τις μεγάλες οικονομίες. Επιτεύχθηκε δηλαδή ακριβώς αυτό για το οποίο δημιουργήθηκε η ζώνη του ευρώ: κυριαρχία των ισχυρών δυνάμεων του κέντρου και οικονομική υποδούλωση της περιφέρειας.

Η Πορτογαλία εισήλθε στη διαδικασία «διάσωσης» τον Μάϊο του 2011 λαμβάνοντας συνολικά 78 δισεκατομμύρια ευρώ από το ΔΝΤ και την ΕΕ με αντάλλαγμα δρακόντια μέτρα λιτότητας που εξανέμισαν και τις τελευταίες ελπίδες ανάκαμψης.

Να σημειωθεί ότι σε εξίσου τραγική κατάσταση βρίσκεται και η Σλοβενία όπου τα τεράστια χρέη του ιδιωτικού τομέα και η αδυναμία του τραπεζικού συστήματος δίνει τη δυνατότητα στην ΕΕ να δοκιμάσει και πάλι τη καταλήστευση των τραπεζικών καταθέσεων.

Το γεγονός ότι η αντιμνημονιακή πολιτική προκαλεί τεκτονικές συγκρούσεις στο εσωτερικό των οικονομικών ελίτ των χωρών της περιφέρειας δεν πρέπει φυσικά να εκληφθεί ως ένα γεγονός ξένο προς τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων. Μέσα από αυτές τις συγκρούσεις δημιουργούνταν πάντα οι ρωγμές μέσα στις οποίες φύτρωνε ο σπόρος της ανατροπής.

Αρης Χατζηστεφάνου
ΠΡΙΝ 14/4/2013

CLOSE
CLOSE