Άρθρο των Χριστίνα Λασκαρίδη και Γιώργου Παπαλεξίου (Μέλη της Πρωτοβουλίας για την Συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου)

Οι δανειστές και οι εγχώριοι συνεργάτες τους (συγκυβέρνηση) επιβάλλουν ένα σκηνικό εξαθλίωσης και λιτότητας προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντά τους ενώ το χρέος συνεχίζει να αφαιρεί τα ελάχιστα δικαιώματα που έχουν απομείνει.

Πολύς λόγος γίνεται για την λεγόμενη «βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους», ένα μέγεθος που αξιολογείται με βάση τον αυθαίρετο δείκτη, χρέος προς ΑΕΠ. Η πορεία της βιωσιμότητάς του παρακολουθείται μέσω διαφόρων ευφάνταστων οικονομικών σεναρίων, τα οποία προσδιορίζουν το ακριβές ποσοστό που το καθιστά βιώσιμο ή μη.

Πριν τις αναθεωρήσεις του ελλείμματος το χρέος το 2009 ήταν 110% του ΑΕΠ – ένα ποσοστό το οποίο χρησιμοποίησαν για να τρομοκρατήσουν τους πολίτες με τον κίνδυνο χρεοκοπίας και την «φανερή» μη-βιωσιμότητά του. Στο ποσοστό του 110%, που έπειτα έγινε 129%, στηρίχτηκε η «αναγκαιότητα» για τα μνημόνια. Δέκα χρόνια αργότερα (2020), και αφού το ελληνικό κράτος έχει χρεωθεί για τη «διάσωσή» του 247 δις, προσπαθούν να μας πείσουν ότι το σενάριο για χρέος 124% επί του ΑΕΠ, αφού πρώτα φτάσει στο προβλεπόμενο 175% το 2016, θα είναι βιώσιμο.

Ως ΕΛΕ εναντιωνόμαστε στην δικτατορία του χρέους και την υποτιθέμενη «βιωσιμότητά» του για τους εξής λόγους:

  1. Το ΔΝΤ, η ΕΚΤ και η ΕΕ, απέδειξαν την ανικανότητα και την πλήρη αποτυχία τους να προβλέψουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας και τη βιωσιμότητα του χρέους. Αντιπαραθέτοντας τις τρίμηνες προβλέψεις της Τρόικα με την αμείλικτη πραγματικότητα βλέπουμε ότι δεν κατάφεραν να προβλέψουν έστω και τρεις μήνες με ακρίβεια, πόσο μάλλον να αξιολογήσουν τη βιωσιμότητα του χρέους σε βάθος 2, 3 ή 10 χρόνων. Με βάση αυτές τις λάθος εκτιμήσεις, όμως, οι μνημονιακές κυβερνήσεις και οι δανειστές κλείνουν σχολεία, νοσοκομεία, χιλιάδες επιχειρήσεις – όλα στο όνομα της βιωσιμότητας του χρέους, που απλώς δεν είχαν υπολογίσει σωστά.
  2. Το ελληνικό χρέος μετά το τσουβάλιασμα των ΔΕΚΟ (18 δις) και του swap της Goldman Sachs (5.4 δις), ανήλθε το 2010 στα 329 δις. Μετά από τρεισήμισι χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής και κοινωνικής καταστροφής, το χρέος για το 2013 έφτασε τα 322 δις (ή αλλιώς το 175% του ΑΕΠ). Πως είναι δυνατόν να είναι βιώσιμο όταν έχουμε ήδη πληρώσει για τόκους και χρεολύσια πάνω από 563 δις για την περίοδο 1992-2013;
  3. Χρησιμοποιώντας διαφορετικά την έννοια του μη-νομιμοποιημένου και απεχθούς χρέους φτάνουμε σε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα για τα αποδεκτά επίπεδα του χρέους. Η έννοια της μη- νομιμοποίησης του χρέους θέτει το ερώτημα κατά πόσο μπορεί ή πρέπει να δεσμεύονται τα έσοδα ενός κράτους για την αποπληρωμή του χρέους, και να θυσιάζονται, την ίδια ώρα, στοιχειώδη κοινωνικά και εργασιακά συμφέροντα και ανάγκες. Αυτή ήταν εξ άλλου και η θέση του απεσταλμένου του ΟΗΕ στην χώρα για τις επιπτώσεις του χρέους και της συνεπαγόμενης λιτότητας.
  4. Χρησιμοποιώντας άλλους δείκτες για να αξιολογήσουμε το χρέος, όπως για παράδειγμα τα χρήματα που ξοδεύει το κράτος στην υγεία, στην εκπαίδευση θα λέγαμε ευθαρσώς ότι το χρέος από πολύ πριν δεν ήταν βιώσιμο. Για παράδειγμα, από τον προϋπολογισμό του 2012 βλέπουμε ότι μονάχα οι τόκοι απορρόφησαν 2.5 φόρες περισσότερα χρήματα σε σχέση με τις συντάξεις και 3.5 φορές παραπάνω σε σχέση με την υγεία.
  5. Όταν ένα κράτος δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις προς τους δανειστές και ταυτόχρονα τις ανάγκες του πληθυσμού, τότε μπορεί να επικαλεστεί την «κατάσταση ανάγκης» για να αμυνθεί από την αιμορραγία της αποπληρωμής του χρέους. Αντί λοιπόν, να χρησιμοποιείται η έννοια της «εκτάκτου ανάγκης» για να καταστέλλουν και να απαγορεύουν τις διαδηλώσεις και να δικαιολογούν τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, θα μπορούσε το κράτος να επικαλεστεί νομικές πρακτικές για να σταματήσει να πληρώνει το χρέος.
  6. Τα μνημόνια και οι δανειακές συμβάσεις υπογράφηκαν και επιβλήθηκαν με τρόπο απεχθή στον κόσμο, παραβιάζοντας τους στοιχειώδεις κοινοβουλευτικούς κανόνες και το Σύνταγμα.

Ως εκ τούτου:

α) Είναι αναγκαίο να εξετάσουμε τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα μπήκε στα μνημόνια. Τα μνημόνια και η συνεχής λιτότητα επιβλήθηκαν για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των τραπεζών, και όχι επειδή οι μισθοί ήταν υψηλοί ή γιατί η μη- ανταγωνιστική ελληνική οικονομία έθετε σε κίνδυνο την ευρωζώνη.

β) Δεν αμφισβητούμε το χρέος από νομική σκοπιά, αλλά, κυρίως, από πολιτική και κοινωνική. Από την στιγμή που το χρέος λειτούργησε σε βάρος των πολιτών είναι έτσι κι αλλιώς απεχθές. Δεν ξεχνάμε τα θαλασσοδάνεια των ξένων τραπεζών προς τους δήμους που τελικά μετατράπηκαν σε κρατικό χρέος, τις υπέρ-κοστολογήσεις των δημοσίων έργων αλλά και το υπέρογκο κόστος των Ολυμπιακών αγώνων. Ο κατάλογος είναι ατελείωτος.

γ) Μετά το PSI και την εκτενή επιβολή διμερών και πολυμερών δανείων έχει αλλάξει εντελώς το προφίλ του χρέους. Το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται στα χέρια των κρατών- μελών της Ευρωζώνης, του ΔΝΤ, και του ευρωπαϊκού ταμείου διάσωσης EFSF. Μόνο το 23,7% είναι ομολογιακό χρέος, το οποίο βρίσκεται στα χέρια κερδοσκοπικών επενδυτικών κεφαλαίων. Άρα η Τρόικα τώρα μας δανείζει και μας «παίρνει» τα μέτρα όχι μόνο για να εξασφαλίσουν ότι οι τράπεζες δε θα καταρρεύσουν, αλλά για να ξεπληρώσουμε τα χρέη των μνημονίων.

δ) Το πρώτο μνημόνιο όριζε τα διακρατικά δάνεια βάσει του ποσοστού που η κάθε χώρα συνεισφέρει στο κεφάλαιο της ΕΚΤ, δηλαδή: Γερμανία 22.3 δις, Γαλλία 16.7 δις κ.ο.κ. Από τα προβλεπόμενα 80 δις δόθηκαν τα 73, και η Γερμανία δάνεισε 15.7 δις, με επιτόκια πολύ υψηλά. Τα επιτόκια μπορεί να μειώθηκαν αλλά η αυστηρή επιτήρηση παρέμεινε καθιστώντας αυτά τα δάνεια μια καλή επένδυση για τα κράτη- μέλη, αφού από το αίμα του κόσμου, δηλαδή το πρωτογενές πλεόνασμα που τόσο επιχαίρει η κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου, θα καρποφορήσουν οι επενδύσεις τους.

ε) Επειδή οποιαδήποτε συμφωνία που ορίζεται από και υπέρ των πιστωτών θα αντιπροσωπεύει απλώς την συνέχεια της αποδεδειγμένης αποτυχημένης πολιτικής διαχείρισης του χρέους, εμείς προτείνουμε στάση πληρωμών, λογιστικό έλεγχο και διαγραφή.

Πηγή: elegr.gr

20
CLOSE
CLOSE