Ειρήνη Γαϊτάνου
Πηγή: k-lab

Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας… και γι’ αυτό την χτυπούν

Έλεγε κάπου πριν λίγο καιρό ο σύντροφος Σάββας Μιχαήλ ότι ένας λαός που δείχνει τέτοιες ποιότητες και ποσότητες αλληλεγγύης δεν είναι ένας ηττημένος λαός. Από τότε, το σκέφτομαι συχνά. Νομίζω ότι περιγράφει πράγματι μια νέα δυναμική της ελπίδας. Η σημερινή στιγμή είναι ιδιαίτερα δύσκολη: συμπυκνώνει μια εξαετία μνημονίων, οικονομικής και πολιτικής κρίσης, πολιτικών αδιεξόδων και σοβαρών ηττών, σημαντικής ανάτασης του κινήματος αλλά επικράτησης των ορίων του αντί μιας τομής, μετασχηματισμού της επένδυσης στην αυταπάτη μιας κοινοβουλευτικής διεξόδου με βάση τα (προφανώς εγκεφαλικά) σχήματα του πρώτη-φορά-αριστερά και ούτε-ρήξη-ούτε-υποταγή σε ένα νέο ΤΙΝΑ, και αδυναμίας να αρθρωθεί μια συνεκτική και συγκεκριμένη πολιτική εναλλακτική. Οι ήττες είναι αναμφισβήτητα υπαρκτές – έχει όμως αυτός ο λαός ηττηθεί;

Κινήματα….

Ένας ηττημένος λαός, θα κλεινόταν στο σπίτι του. Θα ανέπτυσσε ατομοκεντρικά και κανιβαλικά αντανακλαστικά. Θα επικρατούσε σε αυτόν το σώζων-εαυτό-σωθήτω και η απονομιμοποίηση κάθε συλλογικής αναπαράστασης. Θα στρεφόταν μαζικά σε αντιδραστικές, μαύρες επιλογές. Σίγουρα πάντως δεν θα επιδείκνυε ένα τέτοιο αντανακλαστικό απέναντι στους/ις πρόσφυγες, σαν αυτό που βλέπουμε τους τελευταίους μήνες. Σύμφωνα με μια έρευνα της διαΝΕΟσιςσ.1, το 58% των Ελλήνων (πάνω από 5 εκατομμύρια Έλληνες με την αναγωγή) έχουν συνδράμει με κάποιον τρόπο υπέρ των προσφύγων: έχουν προσφέρει ήδη πρώτης ανάγκης και χρηματική βοήθεια, ή έχουν συμμετάσχει σε διάφορες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης (στην ίδια έρευνα, τα στοιχεία της οποίας είναι συνολικά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, ένα συντριπτικό ποσοστό που φτάνει το 84% δηλώνει θετικά συναισθήματα απέναντι στους πρόσφυγες). Τους τελευταίους μήνες, οι εικόνες είναι συντριπτικές: κάτοικοι των περιοχών στις οποίες βρίσκονται πρόσφυγες, τους φιλοξενούν στα σπίτια τους, για ένα μπάνιο, ένα φαγητό και μια μικρή γιορτή, ή για μήνες ολόκληρους. Ανοίγουν τις πόρτες τους και προσφέρουν είδη πρώτης ανάγκης στους πρόσφυγες που περνούν απέξω. Στα νησιά, βουτούν στη θάλασσα για να σώσουν ανθρώπους από τις αναποδογυρισμένες βάρκες. Μοιράζονται αυτά που δεν έχουν, ανοίγουν τις αγκαλιές τους και τις καρδιές τους. Δένουν και μπλέκουν τις ιστορίες τους, θυμούνται τα παρελθόντα τους, φαντάζονται μαζί τα μελλούμενα τους.

Δεν είναι φυσικά αυτή η μοναδική εικόνα: υπάρχουν κι εκείνοι που χρεώνουν 5 ευρώ τα νερά και τις τουαλέτες στα μαγαζιά τους, ή που, “αγανακτισμένοι”, συμπράττουν με τους φασίστες επιτιθέμενοι ενάντια σε πρόσφυγες και αλληλέγγυους/ες (όπως στη Χίο πρόσφατα). Υπάρχει πάντα το “εδώ” και το “εκεί”, το εμείς και οι άλλοι. Πρέπει όμως να μπορούμε να δούμε κάθε φορά τη δεσπόζουσα εικόνα, και τη δυναμική της: και σήμερα, αναμφισβήτητα το εμείς μας νικάει το ξένο και αλλότριο τους. Και αυτό το εμείς μας, δεν είναι ένα απλό, ανθρωπιστικό αντανακλαστικό (είναι φυσικά και αυτό) – είναι στην πραγματικότητα ένα μαζικό κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, με όλες τις δυναμικές και τις δυνατότητες ενός κινήματος.
…. και πρωτοπορίες

Κάθε κίνημα έχει φυσικά την “πρωτοπορία” του. Και η πρωτοπορία του παρόντος κινήματος είναι οι χιλιάδες άνθρωποι που κινητοποιήθηκαν προσφέροντας χρόνο, εργασία και την ψυχή τους, επιδιώκοντας να σταθούν αλληλέγγυοι/ες στους πρόσφυγες. Χιλιάδες άνθρωποι, που έχουν ανατρέψει πλήρως τις ζωές τους όπως τις ήξεραν, για να ζήσουν μια ζωή που αποκτά ξανά την ουσία της. Συμμετέχουν σε δομές αλληλεγγύης σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ταξιδεύουν, για μια βδομάδα ή για μήνες, στα νησιά και στα σύνορα, για να συνδράμουν όπως μπορούν. Έρχονται από όλο τον κόσμο και μένουν στην Ελλάδα μετακινούμενοι/ες στις περιοχές διαμονής των προσφύγων. Αφήνουν στην άκρη τις δουλειές τους, τις καθημερινότητες τους, τους φίλους και τις οικογένειες τους, για να κάνουν βάρδιες στους χώρους διαμονής προσφύγων. Φεύγουν από τη δουλειά τους κάθε απόγευμα πηγαίνοντας εκεί, κάνουν βραδινές βάρδιες, δεν κοιμούνται, παίρνουν άδειες για να πάνε στην Κατεχάκη ή στο γιατρό μαζί με τους πρόσφυγες, πλένουν και ράβουν ρούχα. Η έννοια του ελεύθερου χρόνου δεν υπάρχει (ή, όλος ο χρόνος γίνεται ελεύθερος). Μαθαίνουν όλη τη νομοθεσία, παρακολουθούν όλες τις πολιτικές εξελίξεις, γίνονται οι ίδιοι/ες δικηγόροι/ γιατροί/ μάγειρες/ καθαριστές/ κουβαλητές. Είναι δικηγόροι/ γιατροί/ μάγειρες/ καθαριστές/ κουβαλητές, και αυτό που κάνουν ως εργασία για την επιβίωση τους, το προσφέρουν απλόχερα το υπόλοιπο της μέρας τους για την επιβίωση των ανθρώπων.

Άσυλο, επανεγκατάσταση ή οικογενειακή επανένωση; Ποιος δικαιούται τι, τι αλλάζει, και γιατί έπεσε το skype σ.2; Πώς φτιάχνεται το βρεφικό γάλα; Που θα βρούμε πόσιμο νερό; Έτοιμο το φαγητό, μαζευτείτε. Έπεσε πάλι η ασφάλεια – έσπασε ο σωλήνας – μας τελείωσαν οι σκηνές – κάποιος έχασε τον αριθμό του κινητού του – πώς πάμε στην Κατεχάκη; – που θα βρούμε οδοντίατρο – φέρτε το καφάσι για να πιάσουμε τη μπάλα που έπεσε ξανά στη θάλασσα – πότε θα ανοίξουν τα σύνορα; – φοβάμαι – έλα να μάθουμε χορούς. Όλη η ζωή, όλες οι εκφάνσεις της, πλεγμένες σε ένα απίστευτο στεφάνι. Η βάρδια σου τελείωσε εδώ και ώρες, γιατί δε φεύγεις; -Έλα μωρέ, και πού να πάω καλύτερα; (- Borders? Open? – No, the new agreement says that the borders are closed. – OK. Then, Monday? Open?)

Πρόκειται για μια συγκλονιστική προσωπική και πολιτική εμπειρία. Οι αλληλέγγυοι/ες μαθαίνουν κουρδικά – αραβικά – φαρσί. Οι πρόσφυγες μαθαίνουν ελληνικά. Όλοι/ες μαζί μιλάνε σπαστά και αστεία αγγλικά. Οι Έλληνες/ίδες μιλάνε στα ελληνικά κι οι πρόσφυγες απαντάνε σε κουρδικά – αραβικά – φαρσί. Όλοι/ες έχουν κατεβάσει στα κινητά προγράμματα μετάφρασης και αραβικούς χαρακτήρες και τα τηλέφωνα πάνε κι έρχονται. Γελούν, και φυσικά, όχι απλά συνεννοούνται, αλλά επικοινωνούν, δένονται, αγαπιούνται. Πολλές φορές, πολύ βαθύτερα από άλλες περιπτώσεις, που η δυνατότητα επικοινωνίας είναι, υποτίθεται, πολύ πιο εύκολη και αυτονόητη. Κι αυτή η επικοινωνία αφορά φυσικά και τους αλληλέγγυους/ες μεταξύ τους, άνθρωποι που μέχρι χτες δεν γνωρίζονταν κι όμως δημιουργούν σχέσεις ζωής. Αλληλέγγυοι/ες και πρόσφυγες αγκαλιάζονται στα κρύα, τις χαρές και τις λύπες. Αποχαιρετιούνται κλαίγοντας, δίνουν υποσχέσεις ζωής, θα τις τηρήσουν. Δείχνουν φωτογραφίες των ζωών τους, ανταλλάσσουν φωτογραφίες, διηγούνται ιστορίες. Γνωρίζουν κουλτούρες, διερευνούν διαφορετικότητες, τις δέχονται, τις θέλουν, συνεχίζουν. Δουλεύουν μαζί, βλέπουν προβολές ταινιών, ζωγραφίζουν, ακούνε μουσικές, παίζουν μπάλα, διαδηλώνουν.

(Αυτά που ζούμε αυτό τον καιρό, οι σχέσεις, οι σκέψεις, οι εμπειρίες, οι δυσκολίες κι οι χαρές, οι αγωνίες και τα γλέντια, οι συζητήσεις, οι αγκαλιές, δε χωράει μια ζωή να τα διηγηθεί κανείς. Και κυρίως, αλλάζουν ριζικά τις ζωές μας – κι είναι μόνο η αρχή, γιατί, έτσι κι αλλιώς, θα ζήσουμε μαζί).
και οι κλασικές πρωτοπορίες;

Σε αυτή την ιδιότυπη πρωτοπορία είναι φυσικά δεκάδες συλλογικότητες, που προτάσσουν τον αγώνα των προσφύγων, τη δική τους αυτοοργάνωση και ενεργοποίηση, τα αιτήματα και τα δικαιώματα τους – συλλογικότητες που αναβαπτίζονται στην επαφή τους με το προσφυγικό, και άλλες που δημιουργούνται τώρα, μπροστά στη νέα ανάγκη, και φέρνουν, ξανά, σε επικοινωνία διαφορετικότητες ενωμένες στον κοινό αγώνα. Που οργανώνουν την αλληλεγγύη, διοργανώνουν διαδηλώσεις και εκδηλώσεις, παρεμβαίνουν στην κοινωνία. Η εμπειρία αυτή μετασχηματίζει αναμφισβήτητα τόσο την πολιτική δράση όσο και τους ανθρώπους της. Σε κοινωνικό επίπεδο εξάλλου, η αφετηρία έχει ιδιαίτερα θετικά χαρακτηριστικά, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το πλατύ κοινωνικό κύμα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, όσο και στην ιδιαίτερα ανεπτυγμένη πολιτική συνειδητοποίηση: είναι ενδεικτικό ότι, στην έρευνα της διαΝΕΟσις που αναφέραμε παραπάνω, οι ευθύνες για το προσφυγικό ζήτημα αποδίδονται κατά σειρά (και συντριπτικά) στην Ευρωπαϊκή Ενωση, τους πολέμους και την ελληνική κυβέρνηση.

Η γνωστή διαχωριστική γραμμή, μέσα στην υπάρχουσα αριστερά και τις δυνάμεις του κινήματος, αναδύεται και πάλι. Από τη μία πλευρά, οι συλλογικότητες, ομάδες και οργανώσεις, που επιχειρούν να επικοινωνήσουν με αυτή τη διαδικασία, ακόμα κι αν είναι με κάποιες – γνωστές κι αυτές – ευκολίες ή αγκυλώσεις. Από την άλλη όμως, εκείνες που δε διαπλέκονται, που η στιγμή περνά και πάλι δεν τις ακουμπά, που απαξιώνουν ή καταγγέλλουν με ευκολία, ή στην καλύτερη περίπτωση διοργανώνουν μια αυτοαναφορική διαδήλωση κατά τα γνωστά. Επιπλέον, ακόμα και στην “πρώτη” πλευρά, αναδεικνύεται ξανά η αδυναμία κοινής δράσης, μετωπικών εγχειρημάτων, κοινής συζήτησης, συντονισμού σε επίπεδο πολιτικής διαπάλης και πρακτικής. Σε κάθε περίπτωση όμως, η εμπλοκή τους με το προσφυγικό ζήτημα είναι σημαντική αφετηρία που αναδιατάσσει αντικειμενικά με καλύτερους όρους την πολιτική συζήτηση. (“Τι είναι επείγον; Να στεγάσουμε και να δώσουμε φαΐ σε εκατό οικογένειες ή όσες μπορούμε τέλος πάντων; Ή να χτυπήσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του (πορείες, πολιτική πίεση, ανυπακοή, σαμποτάζ στρατοπέδων/μεταφοράς, τρύπες στα σύνορα κλπ); Όλα είναι ταυτόχρονα επείγοντα με τρομακτικό τρόπο και πρέπει επιπλέον να βρούμε τον τρόπο να πούμε διαφορετικά τη λέξη επείγον. Να την πούμε έτσι που να την πιστέψουμε επιτέλους.” σ.3)

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν αναδύεται μια πολύ πλούσια συζήτηση, και οι απαντήσεις δεν είναι δεδομένες ή απλές: Ποια είναι τα όρια της αλληλεγγύης, ποια είναι η σχέση με τις υπάρχουσες δομές, τι βαθμοί ανεξαρτησίας απαιτούνται, πώς πολιτικοποιείται και ριζοσπαστικοποιείται ένας τέτοιος αγώνας, ποιες είναι οι ειδικές δυσκολίες του, ποια είναι η ισορροπία μεταξύ αυτοοργανωμένων δομών/πρωτοβουλιών, και της απαίτησης από το κράτος να αναλάβει τη στοιχειώδη ευθύνη για την επιβίωση των προσφύγων; Ποια είναι αυτή η ισορροπία μεταξύ του αγώνα για την επιβίωση σήμερα, και μιας αντικαπιταλιστικής στρατηγικής στον αγώνα για μια άλλη κοινωνία; Αυτά και τόσα άλλα ερωτήματα αναδύονται καθημερινά, σε συζητήσεις, συλλογικές διαδικασίες και προβληματισμούς, μεταξύ ανθρώπων με πολυετή δράση στο κίνημα αλλά και άλλων που συμμετέχουν για πρώτη φορά. Αυτή είναι μια συζήτηση απολύτως αναγκαία, όμως υπάρχει ένας στοιχειώδης όρος για να γίνει: η αφετηριακή πραγματική εμπλοκή με την πραγματική κίνηση των πραγματικών ανθρώπων. Εδώ, όπως και σε τόσα άλλα κινήματα, η εγκεφαλική, ιδεοληπτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα. Μπορεί να καθησυχάσει, να απεμπλέξει, να διευκολύνει, αλλά, σε τελική ανάλυση, στην ίδια την υπόθεση, δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα.
Και φυσικά, η προσπάθεια καταστολής τους

Για να επιστρέψουμε στην αρχή, αν αυτός ο λαός πράγματι δεν είναι ηττημένος, αν η κατάσταση που περιγράφουμε επανατοποθετεί μια νέα δυναμική της ελπίδας, τότε, για την εξουσία, αυτός ο λαός πρέπει να τρομοκρατηθεί και να κατασταλλεί. Και πρώτη πρώτη, η πρωτοπορία του. Αυτό είναι το γαϊτανάκι που βλέπουμε να ξεδιπλώνεται τις τελευταίες μέρες, με όλη τη συζήτηση περί “επικίνδυνων” και “ύποπτων” αλληλέγγυων.

Το υπόστρωμα φυσικά έχει στρωθεί εδώ και καιρό. Με την προβολή της κάθε Βαρδινογιάννη και του κάθε Σάκη Ρουβά από τα ΜΜΕ ως “υποδείγματα φιλανθρωπίας.” Με την προσπάθεια αποπολιτικοποίησης όλης αυτής της διαδικασίας, απογύμνωσης της από το πολιτικό της περιεχόμενο, και απόδοσης αποκλειστικά “φιλανθρωπικών” χαρακτηριστικών, και μάλιστα με όρους λύπησης, θυματοποίησης και τελικά ρατσιστικής αντιμετώπισης και κατωτεροποίησης των προσφύγων. Με την προώθηση συγκεκριμένων ΜΚΟ, με τον βρώμικο ρόλο τουςσ.4 και τα λεφτά που πάνε κι έρχονται (αλλά στους πρόσφυγες δε φτάνουν). Ακόμα και με διάφορες πρωτοβουλίες με υποτιθέμενο στόχο την αλληλεγγύη, που όμως, καθώς είναι σε άμεση επικοινωνία με την κυβέρνηση, διαχειρίζονται τελικά είδη πρώτης ανάγκης, ανθρώπους και επιλογές, σε άμεση σύμπνοια με την κυβερνητική στρατηγική.

Φυσικά, εδώ και έξι μήνες που το κύμα αλληλεγγύης που περιγράφουμε έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή, το κράτος σφύριζε αδιάφορα όσο μετακύλυε σε αυτό την ευθύνη του προβλήματος: όταν μέσα στον Αύγουστο οι αλληλέγγυοι/ες ζούσαν στο Πεδίο του Άρεως για να συνδράμουν τους 500 πρόσφυγες που έμεναν εκεί, ήταν καλά. Όλο το φθινόπωρο και το χειμώνα που ταξίδευαν στα νησιά και έπαιρναν στις πλάτες τους την επιβίωση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων υπό την πλήρη απουσία του κράτους, ήταν καλά. Όταν μαγείρευαν συσσίτια, βουτούσαν στις θάλασσες για να σώσουν ανθρώπους, έστηναν δομές επιβίωσης, ήταν καλά. Όταν ζούσαν οι ίδιοι/ες στο όριο της επιβίωσης, αρρώσταιναν από την εξάντληση και συνεισέφεραν από αυτά που δεν είχαν, ήταν καλά. Όταν φιλοξενούσαν στα σπίτια τους, τους χώρους τους, τις καταλήψεις τους, τις εργατικές τους λέσχες, πρόσφυγες για να κάνουν ένα μπάνιο και να φάνε αξιοπρεπώς, να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες που θα έπρεπε να τις καλύπτει το κράτος χωρίς δεύτερη κουβέντα, ήταν καλά. Όταν έμεναν στο λιμάνι μαζί με 5000 πρόσφυγες, και το κράτος δεν κάλυπτε ούτε τα στοιχειώδη, ήταν καλά. Όσο δεν υπήρχε προσωπικό στις επιτροπές ασύλου, τις δομές κοινωνικής πρόνοιας, τα νοσοκομεία, και όλα αυτά καλύπτονταν όπως-όπως από αλληλέγγυους/ες, ήταν καλά. Όσο η κυβέρνηση δεν είχε καμία στρατηγική για το θέμα, όσο υπήρχε η “έκτακτη ανάγκη” κι αν επαφιόταν στην ίδια, θα πέθαιναν άνθρωποι κατά εκατοντάδες, αλλά υπήρχε ο ελληνικός λαός στη θέση της, ήταν καλά. (Στην έρευνα της διαΝΕΟσις, πρώτοι στην κλίμακα της αξιολόγησης της συνεισφοράς στο προσφυγικό έρχονται οι κάτοικοι των νησιών, και τελευταία η ελληνική κυβέρνηση – προτελευταία η Frontex).

Σήμερα, που η κυβέρνηση είναι πλέον έτοιμη (λέμε τώρα), να υλοποιήσει την τρομοκρατική, κατασταλτική (και επιχειρηματική) πολιτική της, μετά την υπογραφή της κατάπτυστης συμφωνίας σ.5 και αφού άρχισε να φαίνεται πού θέλουν να πάνε το πράγμα, οι αλληλέγγυοι/ες γίνονται ξαφνικά ύποπτοι/ες και επικίνδυνοι/ες. Τα ΜΜΕ εξαπολύουν επιτέλους ελεύθερα την προπαγάνδα τους εναντίων προσφύγων και αλληλέγγυων. Τα στρατόπεδα ετοιμάζονται, στην πλειοψηφία τους χωρίς την κατοχύρωση στοιχειωδών όρων για την ανθρώπινη επιβίωση, και σε στρατιωτικοποιημένο πλαίσιο ημι-κλειστών και απομονωμένων δομών. Φυσικά, η πρόσβαση σε αυτά των αλληλέγγυων δε συζητιέται: μόνο οι “διαπιστευμένοι” έμμισθοι συνεργάτες κυβέρνησης και ΜΚΟ θα μπαίνουν. Τα Μητρώα Εθελοντών και οι πιστοποιήσεις στοχεύουν στον θεσμικό και τυπικό αποκλεισμό του ελληνικού λαού από την αλληλεγγύη.

Στο επίκεντρο βρίσκονται η Ειδομένη και το λιμάνι, οι δυο βασικοί χώροι συγκέντρωσης προσφύγων που βρίσκονται εκτός αυστηρού εγκλεισμού. Στην Ειδομένη, τα ψευδή ρεπορτάζ για υποτιθέμενες βόμβες μολότοφ σ.6 (μα κι αυτή η προπαγάνδα της εξουσίας, δεν έχει καν φαντασία!), έδωσαν τη θέση τους σε βασανισμούς αλληλέγγυων από την αστυνομία σ.7. Αντίστοιχα εξελίσσεται η επιχείρηση, μέσα από πολλά διαφορετικά μονοπάτια, απαξίωσης του λιμανιού και τρομοκράτησης των ανθρώπων, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την εκκένωση του: απειλές από το λιμενικό, σοβαρή έλλειψη προμηθειών, σίτισης και πόσιμου νερού, τρομοκράτηση προσφύγων και αλληλέγγυων, φασίστες στα μετόπισθεν, διαρκείς προειδοποιήσεις για βίαιη εκκένωση. Μάλιστα, στον χώρο της Πέτρινης αποθήκης, όπου διαμένουν περίπου 1500 πρόσφυγες, και ο τρόπος οργάνωσης αποκτά διαρκώς βαθύτερα πολιτικά χαρακτηριστικά, αυτοοργάνωσης των προσφύγων και δημοκρατικής συγκρότησης των αλληλέγγυων μέσα από συνέλευσησ.8, τα φαινόμενα αυτά είναι εντονότερα. Στο στόχαστρο βρέθηκε και ο Συντονισμός για το Προσφυγικό-Μεταναστευτικό Εργατικών Σωματείων, Φοιτητικών Συλλόγων και Συλλογικοτήτων, που είτε αντιμετώπισε προσαγωγές και απαγόρευση μοιράσματος των υλικών του, είτε στοχοποιήθηκε ως “ΜΚΟ-φάντασμα” κατασυκοφαντώντας και διαστρεβλώνοντας πλήρως την πολιτική του παρέμβαση. Τις δε τελευταίες μέρες, το λιμάνι αστυνομοκρατείται, συχνά κλείνεται η είσοδος, εμποδίζεται η πρόσβαση δικηγόρων και αλληλέγγυων κλπ.
Το δικό μας όπλο λοιπόν;

Η αλληλεγγύη, λέει εκείνο το παλιό σύνθημα. Η αλληλεγγύη, και η ζωή. Γιατί, όπως είπαμε, πρόσφυγες και αλληλέγγυοι/ες, θα ζήσουμε μαζί. Όπως έγραφαν στην καταγγελία για την Praxis που παρατέθηκε παραπάνω ο Χρήστος, η Μαριάννα, η Ξανθούλα, η Στέλλα, ο Σπύρος, ο Βαγγέλης κι η Μυρτιά, “αν η λύση που ετοιμάζει το ελληνικό κράτος ή οι ΜΚΟ, είναι η απομόνωση και ο εγκλεισμός, εμείς θα επιμένουμε και πάλι. Η λύση δεν βρίσκεται στις φυλακές, αλλά στα σπίτια μας και στις γειτονιές μας.” Δεν φοβόμαστε, δεν τρομοκρατούμαστε, και κυρίως, δεν σταματάμε. Στην πέτρινη αποθήκη του Πειραιά, όταν ήρθαν και μας απείλησαν με συλλήψεις, η απάντηση μας ήταν, κυριολεκτικά, γέλια, τραγούδια και χοροί, από πρόσφυγες και αλληλέγγυους/ες μαζί.

Αγωνιζόμαστε: “Για εμάς, η λύση του προσφυγικού περνάει από την εξάλειψη της αιτίας που αναγκάζει ανθρώπους να εγκαταλείπουν τους τόπους τους, το σταμάτημα δηλαδή των πολέμων στις χώρες καταγωγής τους και όχι τους φράχτες, τα κλειστά σύνορα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη βίαιη εκκένωση των πόλεων μας. Ζητάμε να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των προσφύγων, να ανοίξουν τα σύνορα και να παρασχεθεί άσυλο. Καταγγέλλουμε τις επαναπροωθήσεις και την αντιπροσφυγική και αντιμεταναστευτική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης και της Ε.Ε. που παραβιάζει ακόμα και διεθνείς συνθήκες … Ζητάμε να δημιουργηθούν ανοιχτές δομές φιλοξενίας που να εξασφαλίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και όχι στρατόπεδα συγκέντρωσης και απροσπέλαστες φυλακές σε απομακρυσμένες περιοχές.”σ.9 Η πολιτικοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση αυτού του αγώνα κατακτιέται μέρα με τη μέρα. Ενάντια σε κάθε μορφή θυματοποίησης και πατερναλισμού, το κίνημα αλληλεγγύης βλέπει τους πρόσφυγες ως αυτοτελή πολιτικά υποκείμενα, που έχουν δικαίωμα και είναι ικανά να λαμβάνουν αποφάσεις για τη ζωή τους, κι εμείς, στο πλάι τους, θα υπερασπιστούμε μέχρι τέλους τα δικαιώματα, τις επιλογές και τις μορφές πάλης τους.

12986482_601906259965480_1309220637_o

20
CLOSE
CLOSE