«Τα πολεμικά μας πλοία μετέφεραν περισσότερους από 160 πυραύλους επιφανείας – αέρος, αρκετούς για να αντιμετωπίσουν και το μεγαλύτερο αμερικανικό αεροπλανοφόρο» έλεγε ένας Κινέζος δημοσιογράφος σε ζωντανή σύνδεση. Το κλίμα που επικρατούσε στα δελτία ειδήσεων των κινεζικών τηλεοπτικών σταθμών κατά τη διάρκεια της σινο-ρωσικής ναυτικής άσκησης, στις αρχές Ιουλίου, δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας για την κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή.

Καθώς ο κινεζικός και ο ρωσικός στόλος συνέπλεαν κοντά στις ακτές του Βλαδιβοστόκ, κάθε φράση των Κινέζων δημοσιογράφων έμοιαζε βγαλμένη από κάποιο λεξικό ψυχροπολεμικό προπαγάνδας, από την εποχή που η Ουάσινγκτον και η Μόσχα διαφήμιζε το μέγεθος και την αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεών τους. Και ίσως για τους ιστορικούς του μέλλοντος μια τέτοιου είδους άσκηση να αποτελέσει το συμβολικό ξέσπασμα μιας νέας ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης μεταξύ της Ουάσινγκτον της Μόσχας και του Πεκίνου – με μόνη διαφορά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση των θέατρο των γεωπολιτικών επιχειρήσεων θα έχει μεταφερθεί στον ειρηνικό Ωκεανό.

Δεν είναι φυσικά τυχαίο ότι το Πεντάγωνο απάντησε προκλητικά στη σινο-ρωσική άσκηση πραγματοποιώντας, τις ίδιες ακριβώς ημέρες, κοινή αεροπορική άσκηση με την Ιαπωνία, στην οποία συμμετείχαν οκτώ F-15 και οκτώ F-16 από τις δυο χώρες. Ίσως για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια τα δυο αντίπαλα οικονομικά και γεωπολιτκά στρατόπεδα βρέθηκαν κυριολεκτικά με το δάχτυλο στη σκανδάλη, έστω και υπό συνθήκες άσκησης.

Ο νέος ιαπωνικός μιλιταρισμός

Το Τόκιο έχει διαρρήξει οριστικά τις σχέσεις του με το Πεκίνο ποντάροντας το μέλλον του σε μια στρατιωτική συμμαχία με την Ουάσινγκτον. Μόλις πριν από μερικές εβδομάδες μάλιστα οι δυο χώρες πραγματοποίησαν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις στην Καλιφόρνια, στις οποίες πραγματοποιήθηκε προσομοίωση ανακατάληψης ενός νησιού. Πρόκειται για ένα σαφές μήνυμα του Λευκού Οίκου προς την κινεζική ηγεσίας ότι σε περίπτωση σινο-ιαπωνικής σύγκρουσης για τα διαμφισβητούμενα νησιά Σενκάκου (Ντιαογιου για την Κίνα) στη θάλασσα της Ανατολικής Κίνας το Πεντάγωνο θα στηρίξει στρατιωτικά την Ιαπωνία.

Παρά το γεγονός ότι τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης επιχειρούν να παρουσιάσουν την σινο-ρωσική συνεργασία σαν πρόκληση στην πραγματικότητα είναι η Ουάσινγκτον και κατ’ επέκταση και η Ιαπωνία που πυροδότησαν το νέο γύρο έντασης και εξοπλισμών στην περιοχή. Σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσουν την οικονομική επιρροή του κινεζικού δράκου και την συνακόλουθη συρρίκνωση της αμερικανικής οικονομίας οι ΗΠΑ αναπτύσσουν τον τελευταίο πυλώνα της αυτοκρατορικής τους δύναμης – τις ένοπλες δυνάμεις. Περίπου το 60% των ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων θα βρίσκεται σύντομα συγκεντρωμένο στην περιοχή του Ειρηνικού Ωκεανού, όπου μεταφέρεται σταδιακά και το κύριο βάρος της οικονομικής δραστηριότητας του πλανήτη.

Η Ιαπωνία αναμένεται να παίξει καθοριστικό ρόλο σε αυτό το σχεδιασμό και σε στρατιωτικό επίπεδο καθώς έχει λάβει το πράσινο φως από την Ουάσινγκτον να επανασυστήσει επισήμως τις ένοπλες δυνάμεις της για πρώτη φορά από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο στρατηγός Σιγκερού Ιβασάκι, επικεφαλής των λεγόμενων δυνάμεων αυτοάμυνας της χώρας, δήλωσε ότι το συγκεκριμένο σώμα μπορεί να αλλάξει το όνομά του και έτσι να παρακάμψει τις συνταγματικές ρυθμίσεις που εμποδίζουν την άμεση κινητοποίηση στρατιωτικών δυνάμεων σε περιόδους κρίσης. Ο Ιβασάκι δεν έκρυψε ότι ως βασικό γεωστρατηγικό αντίπαλο της Ιαπωνίας στην περιοχή θεωρεί την Κίνα η οποία όπως σημείωσε έχει αυξήσει τις στρατιωτικές τις δαπάνες κατά 10% το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Οι πρόσφατες σινο-ρωσικές και αμερικανο-ιαπωνικές ασκήσεις έδειξαν για πρώτη φορά με τόσο εμφανή τρόπο τα νέα στρατόπεδα που συγκροτούνται σε αυτό τον ακύρηχτο πόλεμο. Οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής θα κλιθούν να ενταχθούν αργά ή γρήγορα σε έναν από τους δυο συνασπισμούς γεγονός που θα αυξήσει όχι μόνο την ένταση αλλά και τις στρατιωτικές δαπάνες.

Μέχρι στιγμής το μεγάλο ερωτηματικό είναι η στάση της Νότιας Κορέας. Οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ της χώρας εμφανίζονται διχασμένες καθώς οι παραδοσιακές γεωπολιτικές συμμαχίες τους τις οδηγούν απευθείας στην αγκαλιά της Ουάσινγκτον αλλά την ίδια στιγμή η οικονομία της χώρας εξαρτάται όλο και περισσότερο από τον κινεζικό δράκο. Προφανώς η κλιμάκωση της έντασης που προκαλούν κατά διαστήματα οι ΗΠΑ με τη Βόρεια Κορέα έχει, μεταξύ άλλων, ως στόχο να αποτρέψει την περαιτέρω προσέγγιση της Σεούλ με το Πεκίνο – το οποίο παραμένει ο τελευταίος υποστηρικτής του καθεστώτος της Πιονγκ Γιανγκ.

Την ίδια ώρα η Ουάσινγκτον προστρέχει σε βοήθεια κάθε χώρας στην περιοχή που βρίσκεται σε αντιπαράθεση με το Πεκίνο και η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει αν στρατιωτική βάση για το αμερικανικό Πεντάγωνο. Πριν από λίγες ημέρες το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ξεκίνησε νέο γύρο επαφών με την κυβέρνηση των Φιλιππίνων προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη πρόσβαση σε ναυτικές βάσεις και να οικοδομήσει εγκαταστάσεις αποθήκευσης πολεμικού υλικού. Οι Φιλιππίνες βρίσκονται και αυτές σε αντιπαράθεση με την Κίνα για διαμφισβητούμενες περιοχές στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας και αναζητούν εναγωνίως νέες συμμαχίες.

Στρατηγική ή καιροσκοπική συμμαχία

Το ερώτημα που θέτουν πάντως όλοι οι αναλυτές είναι αν το γεωπολιτικό φλερτ Κίνας – Ρωσίας θα μπορέσει να εξελιχθεί σε στρατηγική συμμαχία ή θα διαλυθεί κάτω από την πίεση συγκρουόμενων συμφερόντων στην περιοχή του Ειρηνικού και της Κεντρικής Ασίας. Παρά την τεράστια αύξηση του διμερούς εμπορίου των δυο χωρών αρκετά από τα οικονομικά τους συμφέροντα καταλήγουν σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, στο οποίο τα κέρδη του ενός καταγράφονται σαν ζημιές του άλλου. Το άνοιγμα λόγου χάρη του Πεκίνου στην αγορά ενέργειας, με την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου που συνδέει την κεντρική Ασία με τις δυτικές επαρχίες της Κίνας, αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για τη Ρωσία. Η Μόσχα επιχειρεί τώρα να καλύψει το χαμένο έδαφος και να ανακτήσει την οικονομική της επιρροή στην περιοχή μέσω της δημιουργίας μιας Ευρασιατικής Ένωσης μέχρι το 2015 ενώ παράλληλα πιέζει το Κιργιστάν και το Τατζικιστάν να ενταχθούν στην τελωνειακή ένωση που έχει δημιουργήσει με τη Λευκορωσία και το Καζακστάν. Παρόλα αυτά, σε ό,τι αφορά τις εμπορικές συμφωνίες, η Κίνα κατάφερε τα τελευταία χρόνια να αυξήσει θεαματικά την διεύσδυσή της στο μαλακό υπογάστριο της ρωσικής οικονομίας.

Σε βάθος χρόνου λοιπόν Κινέζοι και Ρώσοι έχουν περισσότερα να μοιράσουν παρά να ενώσουν. Η επιθετική πολιτική της Ουάσινγκτον λειτουργεί σαν συγκολλητική ουσία για τις δυο χώρες και θα μπορούσε να τις φέρει ακόμη πιο κοντά, όπως έδειξε και η στάση του για τη Συρία αλλά και την υπόθεση της σκληρής καταδίκης των παρακολουθήσεων που πραγματοποιούσνα οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Με έναν άκρως παράδοξο τρόπο το μέλλον της σινορωσικής συμμαχίας βρίσκεται λοιπόν στα χέρια των ΗΠΑ.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Αύγουστος 2013

Σχετικά θέματα:
Ο Μπράουν, ο Φισερ και η … Μέρκελ
Ψυχρός Πόλεμος στην Αφρική

20
CLOSE
CLOSE