Διονύσης Ελευθεράτος
Πηγή: Πριν 27/09/2015

Σχεδόν η μισή Ελλάδα δεν καταδέχθηκε να προσέλθει στις κάλπες. Γιατί; Συν τοις άλλοις, επειδή για πρώτη φορά απείχαν τόσοι απογοητευμένοι και οργισμένοι αριστεροί, αλλά και τόσοι νέοι, των οποίων οι ριζοσπαστικές διαθέσεις και ελπίδες «θάφτηκαν», με φτυάρι τη συμφωνία της 13ης Ιουλίου.

Απέφυγε αυτός ο κόσμος να αποδοκιμάσει τη δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ και την έλευση του 3ου μνημονίου. Η εξήγηση; Αμείλικτα απλή. Δεν πίστεψαν ότι υπήρχε, όντως, εναλλακτική λύση. Πικρό, αλλά αληθινό: Ο πολιτικός λόγος του ΚΚΕ, αυτός της ΛΑΕ και ο αντίστοιχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν στάθηκαν ικανοί να αμφισβητήσουν το «There Is Not Alternative» («ΤΙΝΑ»), τουλάχιστον στην ευρω- κεντροαριστερή εκδοχή του.

Τα «πώς» και «γιατί» είναι υπόθεση άλλου, μελλοντικού σημειώματος του γράφοντος, ειδικά για την Αριστερά. Επί του παρόντος, ας προταχθεί η διαπίστωση: Αν το κοινωνικό έδαφος δεν είχε ποτιστεί με τόση σιγουριά για το «ΤΙΝΑ», δεν θα στερεωνόταν σε αυτό η «βεντάλια» των επιχειρημάτων – διλημμάτων που πρόβαλε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Η «βεντάλια» αυτή εμπεριείχε τα πάντα: από νεκραναστήσεις παραδοσιακών κλισέ δικομματισμού και εκκλήσεις για επιλογή «ηπιότερου διαχειριστή» στην πολυκατοικία «η ωραία Κόλαση», μέχρι τα – επιπέδου παλιού φωτορομάντζου – συγκινητικά, για το καλό παιδί που επί 17 ώρες το σφυροκοπούσαν οι δανειστές και το οποίο με ένα απλό «κάναμε και λάθη» δικαίως ξεμπερδεύει (μην το ταλαιπωρούμε κι εμείς…).

Όσο για το εφεύρημα του «παράλληλου προγράμματος», αυτό θυμίζει την τελευταία σκηνή της ταινίας «Ο Ειρηνοποιός»: Ο Γούντι Άλεν ατένιζε τις κάνες του εκτελεστικού αποσπάσματος χαμογελαστός, επειδή πίστευε ότι είχε ανακινηθεί μια… παράλληλη διαδικασία, που θα απέφερε σίγουρα την απονομή χάριτος, λίγο πριν ακουστεί το παράγγελμα «πυρ».

Όχι, δεν είναι «πυροβολημένοι» οι ψηφοφόροι, για να πιστεύουν ακράδαντα ότι το δίδυμο Τσίπρα – Καμμένου θα επικυρώνει τις υπαγορευόμενες από το μνημόνιο καταδίκες, αλλά θα τις ακυρώνει όταν οι νυσταλέοι δανειστές θα χασμουριούνται στο εφετείο «το ωραίο Κουαρτέτο». Απλώς, ενστερνίζονται το «ΤΙΝΑ», απολύτως ή εν πολλοίς… Το ενστερνίζονται, έστω και αν πολλοί θεωρούν (συν)υπεύθυνο τον ΣΥΡΙΖΑ, για τα «τετελεσμένα» που διαμόρφωσε, για το «στέγνωμα» των δημόσιων ταμείων, κλπ. Το «εδώ που φθάσαμε, δεν γινόταν αλλιώς» επιδρά καθοριστικά, ό,τι κι αν ενοχοποιείται για το πρώτο σκέλος («εδώ που φθάσαμε»)…

Τι έπεται; Η ξαφνική αναγωγή του Αλ. Τσίπρα σε «ταχυδακτυλουργό» της πολιτικής! Θαρρείς πως πέρασαν χρόνια, αλλά δεν παρήλθε παρά ένα δίμηνο – και κάτι- από τότε που ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν δήλωνε στο CNN σοκαρισμένος: «Δεν μου πέρασε καν από το μυαλό ότι δεν είχαν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης (…) έναν άλλο σχεδιασμό (…) Ίσως υπερεκτίμησα τις ικανότητες της ελληνικής κυβέρνησης».

Τώρα, πάνε αυτά… Πάει και το σοκ των πολέμιων της λιτότητας… Τώρα, αξιολογούν θετικά τις «πανέξυπνες» κινήσεις Τσίπρα, από τη 12η Ιουλίου και εντεύθεν, Γερμανοί πολιτικοί όπως ο Μ. Σουλτς. Λογικό. Εάν μάλιστα αξίωσαν οι ίδιοι ρητά τη διεξαγωγή των εκλογών, που θα αποδεικνύονταν – κατά τη ρήση Μέρκελ- «μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος», τότε επαινούν τους εαυτούς τους… σεμνά και ταπεινά.

Στο εσωτερικό της χώρας, κάπου ανάμεσα σε υπερφίαλους προσωπολάτρες ΣΥΡΙΖΑίους (τι να κάνουν οι άνθρωποι, όταν η λογική αδυνατεί να στηρίξει τις «διαβεβαιώσεις», η «ελπίδα» τραβά προς τις αγιογραφίες), βλέπει κανείς και έναν ακράτητο… Νίκο Αλέφαντο να αποκαλεί τον Τσίπρα «Μέσι της πολιτικής». Α, και κάποια νεαρά στελέχη της ΝΔ που συμβουλεύουν το κόμμα να ψάξει τον «αντι-Τσίπρα» στις δικές τους ηλικίες (τυχαίο, τυχαίο…). Αναζητούνται ΟΝΝΕΔίτες σε ηλικία Τζάστιν Μπίπερ – και βλέπουμε…

Λοιπόν, για να μην τρελαθούμε εντελώς, έχουμε και λέμε – λαμβάνοντας υπόψη δυο σχετικά «επιχειρήματα»:

Πρώτον, όχι, δεν τεκμαίρει κανένα «πανευρωπαϊκό φαινόμενο Τσίπρα» το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε καθαρότατα εκλογές, έστω με την απώλεια 320.000 ψήφων, έχοντας φέρει μνημόνιο. Φαινόμενο θα ήταν να μην καταβαραθρωθεί ένα κόμμα, έχοντας υλοποιήσει κάποιο σημαντικό τμήμα του μνημονίου (συγγνώμη, της συμφωνίας που «εμπεριέχει κι ορισμένα επώδυνα, υφεσιακά μέτρα»…). Δεν ξέρουμε βεβαίως τι θα έχει απομείνει έως τότε όρθιο στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, ούτε τι σκέφτονται για αυτό όσοι τώρα πανηγυρίζουν. Γνωρίζουμε όμως ότι η επιλογή της κατάλληλης στιγμής για εκλογές, στη χρονική «μεθόριο» θέσπισης – εφαρμογής μνημονίου, δεν προϋποθέτει πολιτική ιδιοφυία. Στα στοιχειώδη της καθεστωτικής πολιτικής παραπέμπει.

Δεύτερον, όχι, δεν είναι άθλος να κερδίζει κάποιος δυο φορές εκλογές που γίνονται σε μικρή χρονική απόσταση, μεταξύ τους. Ή και τρεις, αν θυμηθούμε τη ΝΔ του Μητσοτάκη το 1989-90. Για την ακρίβεια: Το αντίθετο θα ήταν πρωτοφανές στα ελληνικά πολιτικά χρονικά! Μια αναδρομή σε όλες αυτές τις εκλογικές αναμετρήσεις (1951-52, 1963-64, 1989-90, 2012) δείχνει επιπλέον ότι, εξαιρουμένου του Μητσοτάκη, τα ποσοστά που λάμβαναν τη δεύτερη φορά οι νικητές ήταν αυξημένα από 10,68 έως 12,69 εκατοστιαίες μονάδες.

Εκτός αν όλα αυτά δεν τα δέχεται ο Αλέφαντος, οπότε πάμε πάσο…

20
CLOSE
CLOSE