Μάχες σε πολλά μέτωπα αποφάσισε να διεξάγει ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ προκειμένου να ικανοποιήσει τα αιτήματα της αστικής τάξης της χώρας του αλλά και να προστατέψει την καρέκλα του από επερχόμενη πολιτική θύελλα.

Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία και φτάνοντας μέχρι τους μετανάστες αλλά και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα της χώρας του, θέλησε να επιδείξει ένα προφίλ ισχυρού ηγέτη. Ο κίνδυνος όμως να ταπεινωθεί σε όλα τα μέτωπα είναι πάντα υπαρκτός.

Η σημαντικότερη και λιγότερο προβεβλημένη επίθεση που πραγματοποίησε το Παρίσι αφορούσε το ίδο το Βερολίνο και τη μετατροπή της ευρωζώνης σε γερμανικό προτεκτοράτο. Ο Γάλλος υπουργός Βιομηχανίας, Αρνό Μοντμπούρ, εξαπέλυσε δριμεία επίθεση στη Γερμανία κατηγορώντας την για «μισθολογικό ντάμπινγκ» και τη δημιουργία ενός «γερμανικού ερυώ» το οποίο προωθεί τα συμφέροντα της γερμανικής οικονομίας σε βάρος των υπολοίπων οικονομιών της νομισματικής ένωσης.

«Αν το ευρώ ήταν υποτιμημένο κατά 10% έναντι του δολαρίου» επεσήμανε ο Μοντμπούρ, «ο εθνικός πλούτος της Γαλλίας θα αυξανόταν κατά 1,2%, θα δημιουργούνταν 120 χιλιάδες θέσεις εργασίας και το έλλειμμα θα μειωνόταν κατά 12 δισ. Ευρώ».

Τα λόγια του Μοντμπούρ απηχούσαν την οργή μεγάλου τμήματος του επιχειρηματικού κόσμου της Γαλλίας που βλέπει τη γειτονική χώρα να εκμεταλλεύεται ξένους αλλά και Γερμανούς εργάτες με μισθούς πείνας που δεν ξεπερνούν τα 400 ευρώ το μήνα ενώ οι ίδιοι είναι υποχρεωμένοι να σέβονται τον κατώτατο γαλλικό μισθό των 1.430 ευρώ.

Καθώς η οικονομική κρίση βαθαίνει οι γαλλικές οικονομικές ελίτ, που ανήκαν στον πυρήνα των χωρών που βγήκαν κερδισμένες από τη λειτουργία της ευρωζώνης κυρίως μέσω του τραπεζικού τους συστήματος, συνειδητοποιούν ότι το ευρωπαϊκό νόμισμα αποτελεί πλέον εργαλείο οικονομικής κυριαρχίας μόνο για τους Γερμανούς.

Το Παρίσι γνώριζε φυσικά από καιρό ότι η εθνική οικονομία αντιμετώπιζε πλέον τα ίδια δομικά προβλήματα με τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας καθώς το χάσμα ανταγωνιστικότητας με τη Γερμανία οδηγεί σε συσσώρευση ελλειμμάτων και χρέους ενώ η αδυναμία υποτίμησης του νομίσματος, λόγω της ευρωζώνης, ωθεί σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης. Μέχρι σήμερα όμως η κυρίαρχη τάση στο εσωτερικό της γαλλικής αστικής τάξης ήταν αυτή της υποταγής στην οικονομική κυριαρχία του Βερολίνου. Εάν τα τμήματα των βιομηχάνων που θίγονται περισσότερο αποφασίσουν να αντιδράσουν και καταφέρουν να επιβάλλουν τις θέσεις τους, οι σχέσεις Παρισιού Βερολίνου ίσως οδηγηθούν σύντομα σε ρήξη.

Προς το παρόν βέβαια ο Ολάντ πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει τις άμεσες επιπτώσεις που επιφέρει η οικονομική κρίση στις πολιτικές ισορροπίες και συγκεκριμένα τη σαρωτική άνοδο της φασίζουσας δεξιάς από το Εθνικό Μέτωπο της Μ.Λεπέν. Και η μέθοδος που αποφάσισε να ακολουθήσει, αντιγράφοντας προφανώς αρκετούς ακόμη ευρωπαίους «σοσιαλιστές» ηγέτες, ήταν να υιοθετήσει τη ρητορική μίσους της άκρας δεξιάς.

Η απόφασή του να στηρίξει δημοσίως την βίαιη απέλαση μιας μαθήτριας ρομά από το Κοσσυφοπέδιο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από εκατομμύρια μαθητές και κοινωνικούς φορείς. Και όταν ο ίδιος επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, επιτρέποντας στην μικρή Λεοναρντα Ντιμπρανι να επιστρέψει στη Γαλλία χωρίς όμως την οικογένειά της, απλώς έριξε λάδι στη φωτιά αποδεικνύοντας ότι εκτός πίσω από την απάνθρωπη ακροδεξιά πολιτική του κρύβεται και ένας πολιτικός εγκέφαλος νηπίου.

Παρά το γεγονός ότι το προεδρικό μέγαρο είχε εξασφαλίσει αρχικά την στήριξη των μεγαλύτερων μέσων ενημέρωσης, που εξαπέλυσαν πόλεμο λάσπης εναντίον της οικογένειας της Λεοναρντα, οι επιτελείς του προέδρου κατάλαβαν πολύ νωρίς ότι η υπόθεση θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε μαθητική και φοιτητική εξέγερση. Η απόφαση όμως του Ολάντ να ακολουθήσει τις νεοφασιστικές κραυγές της Λε Πεν για το μεταναστευτικό είναι ειλημμένη καθώς ο ίδιος θεωρεί ότι εφαρμόζοντας πολιτική του «νόμου και της τάξης» θα μπορέσει να ανακτήσει τμήμα του χαμένου εδάφους σε πολιτικό επίπεδο.

Η τρίτη και τελευταία μάχη που είναι αναγκασμένος να δώσει ο Γάλλος πρόεδρος αφορά το σκάνδαλο των ηλεκτρονικών παρακολουθήσεων Ευρωπαίων ηγετών που πραγματοποιούσαν οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες φτάνοντας μέχρι και το προσωπικό κινητό τηλέφωνο της Άνγκελα Μέρκελ. Για άλλη μια φορά η πίεση γι΄ αυτή την αντίδραση προήλθε από τον επιχεηματικό κόσμο όταν έγινε γνωστό ότι η Ουάσινγκτον επιδίδεται σε επιχειρηματική κατασκοπεία παρακολουθώντας δεκάδες τηλέφωνα ισχυρών οικονομικών παραγόντων της χώρας.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Μοντ, μόνο στην περίοδο ανάμεσα στο Δεκέμβριο του 2012 και τον Ιανουάριο του 2013 οι αμερικανικές υπηρεσίες κατέγραψαν 70 εκατομμύρια ηλεκτρονικές επικοινωνίες από τη Γαλλία. Παράλληλα έχουν στη διάθεσή τους στοιχεία από εκατομμύρια τραπεζικές συναλλαγές τα οποία απέσπασαν με το πρόσχημα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας.

Οι γαλλικές όπως και οι Γερμανικές ελίτ συνειδητοποιούν τώρα ότι ο Λευκός Οίκος και το «βαθύ κράτος» των ΗΠΑ έχουν στη διάθεσή τους στοιχεία με τα οποία θα μπορούν να εκβιάζουν για δεκαετίες τους πολιτικούς και οικονομικούς τους αντιπάλους στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού.

Προφανώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα μπορούσαν εάν το ήθελαν να ασκήσουν πολύ αυστηρότερη πίεση στην Ουάσινγκτον, προσφέροντας λόγου χάρη άσυλο στον διοκώμενο από τις ΗΠΑ πρώην πράκτορα Έντουαρντ Σνόουντεν. Αντιθέτως Παρίσι και Βερολίνο στήριξαν το κυνήγι μαγισσών που έχει εξαπολύσει εναντίον του ο Λευκός Οίκος.

Η συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών του ευρωπαϊκού κέντρου με την αμερικανική υπερδύναμη έχει ακόμη πολλές υπηρεσίες να προσφέρει εναντίον των «εσωτερικών εχθρών» τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία. Απλώς το Παρίσι θα ήθελε να ξεκαθαρίσει ότι… μεταξύ κατεργαρέων, εχεμύθεια.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα ΠΡΙΝ 27/10/2013

Σχετικά θέματα:
Κάλεσμα υποταγής στο Παρίσι

CLOSE
CLOSE