«Ότι είναι καλό για την Τζένεραλ Μότορς είναι καλό και για τις ΗΠΑ», έλεγαν τα στελέχη της εταιρείας, όταν η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία αποτελούσε την καρδιά της ακμάζουσας οικονομικής υπερδύναμης. Και το Ντιτρόιτ ήταν για πολλά χρόνια η πρωτεύουσα αυτής της αυτοκρατορίας. Αντιστρέφοντας την πρόταση μπορούμε σήμερα να καταλάβουμε πως «ότι είναι κακό για το Ντιτρόιτ είναι κακό και για το μέλλον της Αμερικής αλλά και της ίδιας της δημοκρατίας». Η προειλημμένη απόφαση της χρεοκοπίας αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να κερδίσουν οι τράπεζες και τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε βάρος των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Ουσιαστικά, όπως συνέβη και σε όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, κήρυξε στάση πληρωμών προς τους πολίτες προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που προκάλεσαν την κρίση.

Το Ντιτρόιτ βρίσκεται τα τελευταία 24ωρα σε καθεστώς ολοκληρωτικού ελέγχου των τραπεζών που τοποθέτησαν έναν δικό τους άνθρωπο, τον ειδικό διαχειριστή Κέβιν Ορ, σε ρόλο απόλυτου ηγεμόνα όλων των κατοίκων της πόλης. Η απόφαση της χρεοκοπίας ελήφθη ύστερα από σειρά μυστικών επαφών που είχε ο Ορ με τραπεζίτες της UBS, της Μέριλ Λιντς και της Bank of America, οι οποίες ουσιαστικά καθόρισαν και τους όρους της αθέτησης πληρωμών. Ο νέος τσάρος του Ντιτρόιτ είχε ξεκαθαρίσει από πολύ νωρίς τη στάση του ζητώντας από τα ασφαλιστικά ταμεία να δεχθούν μόλις 10 σεντς για κάθε δολάριο που τους χρωστά ο δήμος – ουσιαστικά δηλαδή να «κουρέψουν» κατά 90% τα αποθεματικά τους και σε δεύτερο επίπεδο τις συντάξεις που χορηγούν. Την ίδια ώρα όμως συζητούσε να δώσει έως και 75 σεντς στο δολάριο στους πιστωτές. Πρόκειται για μια ιδιότυπη αναδιανομή εισοδήματος προς το μεγάλο κεφάλαιο το οποίο ληστεύει σε μια ημέρα τις τσέπες εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών.

Παράλληλα η χρεοκοπία μεταφράζεται σε μια ευκαιρία ξεπουλήματος των τελευταίων στοιχείων δημόσιας περιουσίας όπως το δίκτυο ύδρευσης, η υπηρεσία διαχείρισης απορριμάτων αλλά ακόμη και τα περίφημα έργα τέχνης που φυλάσσονται στο μουσείο της πόλης. Δεκάδες κοράκια του χρηματοπιστωτικού συστήματος περίμεναν εδώ και χρόνια αυτή τη στιγμή προκειμένου να παρακάμψουν τις αντιδράσεις των κατοίκων και κυρίως των συνδικάτων και να μετατρέψουν την πόλη σε μια «ειδική οικονομική ζώνη» με μεσαιωνικές συνθήκες εργασίας.

Το προσοδοφόρο πλιάτσικο όμως στις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, που σύντομα θα επεκταθεί σε αρκετές ακόμη πόλεις και πολιτείες των ΗΠΑ, δεν μπορεί να κρύψει την γενικότερη παρακμή της αμερικανικής οικονομίας και την μεταφορά των οικονομικών κέντρων του πλανήτη προς Ανατολάς. Η χρηματιστικοποιήση της οικονομίας σε βάρος της πραγματικής παραγωγής και η μεταφορά των βιομηχανικών μονάδων στη Λατινική Αμερική και την Ασία προσέφερε κέρδη δισεκατομμυρίων σε συγκεκριμένες τράπεζες αλλά έφαγε και το σκαρί της εθνικής οικονομίας. Η διαδικασία ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 70 αλλά πήρε χαρακτηριστικά πογκρόμ εναντίον των εργαζομένων και των κοινωνικών παροχών στα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν.

Συγκεκριμένα το Ντιτρόιτ είχε αποτελέσει το επίκεντρο της κρίσης ενυπόθηκων δανείων που απείλησε να συμπαρασύρει πριν από μερικά χρόνια τα σαθρά θεμέλια του παγκόσμιου καπιταλισμού. Σήμερα τα κουφάρια 78.000 κτιρίων, χαλασμένοι φωτεινοί σηματοδότες και ετοιμόρροπες γέφυρες συνθέτουν το σκηνικό μιας πόλης σε ολοκληρωτική εγκατάλειψη. Οι απεσταλμένοι της εφημερίδας Γκάρντιαν περιέγραφαν τις τελευταίες ημέρες σκηνές που παραπέμπουν στο Τσερνομπίλ, μετά την καταστροφή του πυρηνικού αντιδραστήρα ή στο Στάλινγκραντ μετά τις μάχη με τα ναζιστικά στρατεύματα.

Προκειμένου να προωθηθεί αυτό το σχέδιο τέθηκε για άλλη μια φορά σε λειτουργία ο τεράστιος μηχανισμός προπαγάνδας εναντίον των συνδικάτων αλλά και της ίδιας της έννοιας της κοινωνικής πρόνοιας. Δεκάδες καλοπληρωμένα ιδρύματα ερευνών, τα οποία στελεχώνονταν από πρώην τραπεζίτες και χρηματιστές, βομβάρδιζαν τα μέσα ενημέρωσης με λάσπη επιχειρώντας να αποδώσουν την αποτυχία του καπιταλιστικού συστήματος στη δράση των συνδικάτων και στις «υψηλές συντάξεις» και τα επιδόματα των εργαζομένων.

Καλά κρυμμένη πίσω από την νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα όμως είναι και μια άλλη πτυχή του προβλήματος: Η επιβολή ειδικών διαχειριστών σε πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών είναι πιο αντιδημοκρατική ακόμη και από την δικτατορία των τεχνοκρατών, που δοκίμασε η Ευρώπη με τις κυβερνήσεις Παπαδήμου και Μόντι στην Ελλάδα και την Ιταλία. Όλα τα μέχρι στιγμής παραδείγματα δείχνουν ότι οι νέοι τσάροι της οικονομίας τοποθετούνται μόνο σε περιοχές όπου κυριαρχούν τα γκέτο των μαύρων και των ισπανόφωνων. Οι συγκεκριμένοι πολίτες χάνουν έτσι ακόμη και την ψευδεπίγραφη αίσθηση δημοκρατίας που τους προσέφερε το παλαιό σύστημα και περνούν σε ένα ιδιότυπο καθεστώς δουλοπαροικίας. Οι νέοι «ηγεμόνες» είναι πρώην στελέχη τραπεζών που αποκτούν δικαιώματα ζωής και θανάτου στις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο οικονομικός φασισμός, για τον οποίο μιλούσε στο τελευταίο του βιβλίο ο Αμερικανός πρώην υποψήφιος των προεδρικών εκλογών, Ραλφ Νέιντερ, ολοκληρώνεται με πρόσχημα την οικονομική κρίση.

Η περίπτωση του Ντιτρόιτ αποδεικνύει ότι ενώ η στάση πληρωμών αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την έξοδο μιας χώρας ή μιας πόλης από τις κρίσεις, που προκαλεί το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν είναι από μόνη της θετική για τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα εάν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα μέτρα αναδιανομής του εισοδήματος. Για την ακρίβεια, στην περίπτωση που οι όροι της χρεοκοπίας ή του κουρέματος, καθοριστούν από τους δανειστές η διαδικασία καταλήγει να αποτελεί μια αντίστροφη αναδιανομή από τους πολύ φτωχούς προς του πολύ πλούσιους – ένα πραγματικό πλιάτσικο των ασφαλιστικών ταμείων και της δημόσιας περιουσίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ολόκληρη η πόλη αποτέλεσε ένα δώρο του Ομπάμα προς τις τράπεζες, που τον έφεραν και τον διατηρούν στην εξουσία.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΠΡΙΝ 21/7/2013

CLOSE
CLOSE