Νέα εποχή για το ρόλο του Ιράν στην ευρύτερη μέση Ανατολή θα παίξει η συμφωνία για το πάγωμα του πυρηνικού του προγράμματος, που συμφωνήθηκε με τις ΗΠΑ και την ομάδα της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Κίνας, της Ρωσίας και της Γερμανίας. Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας η Τεχεράνη άρχισε να στέλνει σαφή μηνύματα συμφιλίωσης προς αρκετά αμερικανόφιλα καθεστώτα της περιοχής αλλά και απευθείας στις καπιταλιστικές μητροπόλεις της Δύσης, από τις οποίες ο πρόεδρος Ρουχανί ελπίζει άμεσες επενδύσεις.

Ο Ρουχανί που εξελέγη το 2013 εκπροσωπεί συγκεκριμένα τμήματα της ιρανικής αστικής τάξης που επιδιώκουν εδώ και δεκαετίες την προσέγγιση με τη Δύση και κυρίως με τις ΗΠΑ. Πρόκειται ουσιαστικά για ιρανικό τέκνο του ιρανού πρώην προέδρου Χασεμί Ραφσαζανί που επιχείρησε πρώτος τη συγκεκριμένη πολιτική.

Ο Ρουχανί αποτελεί τον πιο φιλοδυτικό πρόεδρο που έχει γνωρίσει ποτέ το Ιράν από την εποχή της επανάστασης του 1979. Ο παράγοντας όμως που του επέτρεψε να προωθήσει την πολιτική του και να βρει συμμάχους σε ευρύτερα στρώματα της ιρανική οικονομικής ελίτ αλλά και σε μεγαλύτερα στρώματα της κοινωνίας συνολικά, ήταν ο οικονομικός αποκλεισμός από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γεγονός ότι το Ιράν δεν μπορούσε να ανανεώσει εδώ και χρόνια τον εξοπλισμό άντλησης πετρελαίου, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς εξαγωγών και τα ούτως ή άλλως μειωμένα έσοδα από τη συνεχή πτώση της τιμής του μαύρου χρυσού στις διεθνείς αγορές, προκάλεσαν οικονομική ασφυξία στη χώρα.

Παράλληλα, καθώς οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων είχαν διακόψει ακόμη και αυτό το στρεβλό «κοινωνικό συμβόλαιο» της ισλαμικής επανάστασης (το οποίο επιχείρησε να αναβιώσει χωρίς επιτυχία ο Αχμαντινετζάντ) οι επιπτώσεις του αποκλεισμού έπληξαν δυσανάλογα τα φτωχά στρώματα του πληθυσμού. Οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις δημιούργησαν νέες στρατιές ανέργων ενώ η δραματική αύξηση του πληθωρισμού έπληξε την αγοραστική δύναμη των φτωχότερων νοικοκυριών. Οι νέες συνθήκες προκαλούν ήδη νέες κοινωνικές τριβές, όχι πλέον από τα μεσαία και ανώτερα στρώματα της βόρειας Τεχεράνης, που διαμαρτύρονταν για τον αυταρχισμό του καθεστώτος αλλά από τα κατώτερα, τα οποία συνθλίβονται από τη συρρίκνωση της οικονομίας. Η ιρανική κοινωνία, η οποία μετά το 1979 έμαθε να κρύβει τον πλούτο και την φτώχεια της, δεν μπορεί να καλύψει το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών που γιγαντώνεται μέρα με την ημέρα.

Αντιμέτωπη και με αυτή την εσωτερική αστάθεια η κυβέρνηση φαίνεται ότι έδωσε εντολή στην διαπραγματευτική της αποστολή να προχωρήσει σε συμφωνία με τις ΗΠΑ, ακόμη και με όρους που πριν από μερικά χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητοι. Αρκεί να διαβάσει κανείς τη σύντομη περίληψη της συμφωνίας στην οποία κατέληξε η ιρανική ηγεσία, για να καταλάβει ότι ουσιαστικά όλες οι υποχωρήσεις πραγματοποιήθηκαν από τη δική της πλευρά. Μεταξύ άλλων η συμφωνία προβλέπει: Πρώτο, περιορισμό εμπλουτισμού ουρανίου ώστε να διασφαλιστεί ότι ο χρόνος που χρειάζεται για τον εμπλουτισμό ουρανίου με σκοπό την κατασκευή ατομικού όπλου, θα είναι τουλάχιστον ένα έτος. Δεύτερο, ενίσχυση των επιθεωρήσεων από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, η οποία θα μπορεί να επαληθεύει μέσω των επιθεωρήσεων την λειτουργία των ιρανικών συσκευών φυγοκέντρησης για περίοδο είκοσι ετών. Τρίτο, περιορισμό παραγωγής πλουτωνίου. Τέταρτο, άρση των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση στο χρηματοπιστωτικό τομέα και στους τομείς της ενέργειας και των μεταφορών του Ιράν μετά το 2016. Πέμπτο, εμπάργκο για άλλα οκτώ χρόνια στην εισαγωγή από το Ιράν ευαίσθητων υλικών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο ιρανικό βαλλιστικό πρόγραμμα.

Το σημαντικότερο πρόβλημα για το Ιράν όμως είναι ότι τα περίπου 100 δισεκατομμύρια δολάρια, που έχουν δεσμευτεί από τις ΗΠΑ και συμμάχους σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό, δεν θα επιστραφούν πριν ολοκληρωθούν συγκεκριμένα βήματα της συμφωνίας και σίγουρα όχι πριν έξι μήνες.

Ο τελικός λόγος για την αποδοχή της συμφωνίας βρίσκεται τώρα στο κοινοβούλιο αλλά και κυρίως στον θρησκευτικό ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεϊ, ο οποίος παρά το γεγονός ότι είχε ταχθεί εξ’ αρχής υπέρ των υποχωρήσεων στις διαπραγματεύσεις, καλείται τώρα να «πουλήσει» τη συμφωνία και στα πιο σκληρά πυρηνικά στελέχη του ιρανικού κατεστημένου που τον στηρίζουν.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι πολυετείς κυρώσεις ανάγκασαν τμήματα της οικονομικής ελίτ να στραφούν σε χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα για να αντισταθμίσουν τις οικονομικές απώλεις. Τα τμήματα αυτά, που συσπειρώνονται γύρω από συντηρητικούς θεσμούς όπως οι Φρουροί της Επανάστασης, θα αντιταχθούν σθεναρά στη συμφωνία αν και είναι αμφίβολο αν είναι σε θέση να την ανατρέψουν, τώρα ή στο μέλλον.

Η επικύρωση της συμφωνίας δεν ήταν εύκολη υπόθεση βέβαια ούτε για τις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος Ομπάμα πέτυχε του καλύτερους όρους που θα μπορούσε να περιμένει η αμερικάνικη αποστολή. Σημαντικά τμήματα του οικονομικού κατεστημένου αλλά και δεκάδες γερουσιαστές που συνδέονται άμεσα με το Ισραηλινό Λόμπι και τη Σαουδική Αραβία, επιτέθηκαν από την πρώτη στιγμή στη συμφωνία. Παρόλα αυτά η φωνή τους φαίνεται να πνίγεται τουλάχιστον στην παρούσα φάση, από τα πολύ ισχυρότερα στρατηγικά συμφέροντα του αμερικάνικου κεφαλαίου που θέλει να κλείσει τα ανοιχτά μέτωπα στη Μέση Ανατολή και να στρέψει την οικονομική και στρατιωτική του δύναμη στην κλιμακούμενη αντιπαράθεση με τη Ρωσία και την Κίνα. Εάν μάλιστα η συμφωνία με την Τεχεράνη σημαίνει ότι το Ιράν θα διακόψει ή θα περιορίσει δραστικά τη στήριξη που παρέχει στο καθεστώς Ασάντ στη Συρία, οι ΗΠΑ θα έχουν πετύχει διπλή νίκη.

Άρης Χατζηστεφάνου

ΠΡΙΝ 19/07/2015

23
CLOSE
CLOSE