Πηγή:Rproject

Όποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν, επειδή έχουν ανάγκη να το πιστεύουν, ότι το γερμανικό κατεστημένο δεν έχει άλλο πόθο από την ανατροπή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μάλλον δεν θα πιστεύουν στα μάτια τους διαβάζοντας το πρόσφατο κύριο άρθρο της απολύτως συστημικής Suddeutsche Zeitung:

«Σχε­δόν κάθε εβδο­μά­δα, η κυ­βέρ­νη­ση του Αλέξη Τσί­πρα ψη­φί­ζει με­ταρ­ρυθ­μί­σεις στο κοι­νο­βού­λιο, πε­ρι­κό­πτο­ντας δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια. Κάθε νο­μο­σχέ­διο φέρ­νει νέα, οδυ­νη­ρά μέτρα. Οποια­δή­πο­τε άλλη χώρα θα είχε δια­λυ­θεί από μια τόσο σκλη­ρή πο­λι­τι­κή. Ωστό­σο, η κυ­βέρ­νη­ση, με πλειο­ψη­φία μόλις τριών ψήφων, εμ­φα­νί­ζε­ται απρό­σμε­να αν­θε­κτι­κή, όπως φαί­νε­ται και από την υπερ­ψή­φι­ση του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού λι­τό­τη­τας για το 2016».

Την έκ­δη­λη συ­μπά­θεια της φι­λε­λεύ­θε­ρης-κε­ντρο­α­ρι­στε­ρής Suddeutsche Zeitung για την «αν­θε­κτι­κή» κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ δεν συμ­με­ρί­ζε­ται, όμως, η αρι­στε­ρή-εναλ­λα­κτι­κή εφη­με­ρί­δα Tageszeitung, η οποία, την ίδια μέρα, έγρα­φε ότι ο Αλέ­ξης Τσί­πρας «μας απο­χαι­ρε­τά για τα Χρι­στού­γεν­να όχι με ευχές, αλλά με έναν ακόμη γύρο λι­τό­τη­τας… Στην Ελ­λά­δα η κοινή γνώμη τα­λα­ντεύ­ε­ται με­τα­ξύ πα­ραί­τη­σης και οργής. Πολ­λοί βλέ­πουν τον Τσί­πρα ως προ­δό­τη, καθώς είχε υπο­σχε­θεί να τερ­μα­τί­σει την πο­λι­τι­κή λι­τό­τη­τας των προ­κα­τό­χων του, αλλά τώρα υπο­χρε­ώ­νε­ται να συ­νερ­γα­στεί με τις Βρυ­ξέλ­λες πιο στενά από όλους τους προ­κα­τό­χους του».

Έτσι είναι η ζωή… Κάπου κερ­δί­ζεις νέους φί­λους, κάπου χά­νεις πα­λιούς… Στη συ­νεί­δη­ση του Αλέξη Τσί­πρα, πά­ντως, το ισο­ζύ­γιο είναι αναμ­φί­βο­λα θε­τι­κό. Από­δει­ξη η απά­ντη­σή του στην Ντόρα Μπα­κο­γιάν­νη, που τον είχε κα­τη­γο­ρή­σει για «οίηση», από το βήμα της Βου­λής: «Θα ήταν δι­καιο­λο­γη­μέ­νη και λίγη οίηση από έναν άν­θρω­πο που δεν ανήκε σε πο­λι­τι­κό τζάκι και κα­τά­φε­ρε να γίνει πρω­θυ­πουρ­γός στα 40 του χρό­νια». Ιδού ένας πραγ­μα­τι­κός Γκιού­λι­βερ σε μια χώρα ‒και σε ένα κόμμα‒ πυγ­μαί­ων, που δεν έχει κα­νέ­να «αρι­στε­ρό» κό­μπλεξ και δεν εμπο­δί­ζε­ται από καμιά υπο­κρι­τι­κή σε­μνό­τη­τα να πει τα πράγ­μα­τα με το όνομά τους!

Η υπερ­χει­λί­ζου­σα αυ­το­ε­κτί­μη­ση (για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με όσο γί­νε­ται πιο ευ­γε­νι­κή έκ­φρα­ση) του πρω­θυ­πουρ­γού δεν βα­σί­ζε­ται, βέ­βαια, στο εντυ­πω­σια­κό έργο της (νέας) κυ­βέρ­νη­σής του στους μόλις τρεις μήνες της ζωής της: τον δρο­μο­λο­γη­μέ­νο ακρω­τη­ρια­σμό των συ­ντά­ξε­ων και του επι­δό­μα­τος θέρ­μαν­σης, την απε­λευ­θέ­ρω­ση των πλει­στη­ρια­σμών πρώ­της κα­τοι­κί­ας, την ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση λι­μα­νιών, αε­ρο­δρο­μί­ων και ΑΔΜΗΕ, το ξε­πού­λη­μα των τρα­πε­ζών μπιρ παρά, την πα­ρά­δο­ση κόκ­κι­νων δα­νεί­ων στους γύπες των distress funds.

Ο μο­να­δι­κός πα­ρά­γο­ντας που κα­τα­φέρ­νει να τρέ­φει το πολύ απαι­τη­τι­κό Εγώ του πρω­θυ­πουρ­γού είναι η ανυ­παρ­ξία των πο­λι­τι­κών του αντι­πά­λων μέσα σ’ αυτήν τη Βουλή. Από τη μία πλευ­ρά, τα πα­λαιο­μνη­μο­νια­κά κόμ­μα­τα, με πρώτη τη Νέα Δη­μο­κρα­τία, πε­ρι­δι­νού­νται σε μια αξε­πέ­ρα­στη κρίση στρα­τη­γι­κής, έχο­ντας συ­νυ­πο­γρά­ψει με τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ τις βα­ρύ­τα­τες δε­σμεύ­σεις στους πι­στω­τές. Από την άλλη, το ΚΚΕ επι­μέ­νει να καλ­λιερ­γεί το δικό του, κα­τα­δι­κό του μικρό χω­ρα­φά­κι στην αρι­στε­ρή άκρη του αστι­κού πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος, παρά να δια­κιν­δυ­νεύ­σει τη «μό­λυν­ση» του κομ­μα­τι­κού σώ­μα­τος από επι­κίν­δυ­να «καινά δαι­μό­νια» ‒κάτι που θα δια­κιν­δύ­νευε με μια ανα­τρε­πτι­κή γραμ­μή διεκ­δί­κη­σης της ηγε­μο­νί­ας μέσα σε ένα πραγ­μα­τι­κά επι­κίν­δυ­νο κί­νη­μα μαζών, υπερ­βαί­νο­ντας το αυ­στη­ρό τε­λε­τουρ­γι­κό των κομ­μα­τι­κών πα­ρε­λά­σε­ων.

Παρ’ όλα αυτά, ο Αλέ­ξης Τσί­πρας δια­τη­ρεί αρ­κε­τή κοινή λο­γι­κή ώστε να μην παίρ­νει πολύ σο­βα­ρά τις ίδιες τις κο­μπορ­ρη­μο­σύ­νες του. Γνω­ρί­ζει ότι στη δύ­σκο­λη εποχή που ζούμε, οι κυ­βερ­νή­σεις δεν πέ­φτουν από τους αντι­πά­λους τους αλλά από τον χει­ρό­τε­ρο εχθρό τους, τον ίδιο τους τον εαυτό και την πο­λι­τι­κή που εφαρ­μό­ζουν. Αντι­λαμ­βά­νε­ται ότι η τα­πει­νω­τι­κή του συν­θη­κο­λό­γη­ση πά­γω­σε τον κόσμο ‒πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ όλους τον πλη­γω­μέ­νο κόσμο της Αρι­στε­ράς‒ αλλά με αντί­τι­μο να εξα­να­γκά­ζε­ται ο ίδιος σε διαρ­κείς πι­ρου­έ­τες πάνω σε ένα λεπτό στρώ­μα πάγου. Οι πρό­σφα­τες, αρ­κε­τά μα­ζι­κές δια­δη­λώ­σεις με αφορ­μή τις δύο γε­νι­κές απερ­γί­ες και το Πο­λυ­τε­χνείο απο­κά­λυ­ψαν τις πρώ­τες ρωγ­μές και ενί­σχυ­σαν την υπο­ψία ότι κάτω από τον πο­λι­τι­κό πα­γε­τώ­να που μας πλά­κω­σε κυ­λά­νε με­γά­λες φλέ­βες οργής, που δεν βρί­σκουν ακόμη διέ­ξο­δο προς την επι­φά­νεια.

Είναι αυτές οι κραυ­γές και ψί­θυ­ροι του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος που ασκούν πίεση σε στε­λέ­χη και βου­λευ­τές του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, εγκα­θι­στώ­ντας τον διαρ­κή φόβο του «κοι­νο­βου­λευ­τι­κού ατυ­χή­μα­τος» στο Μέ­γα­ρο Μα­ξί­μου. Από εδώ το κα­θη­με­ρι­νό, σχε­δόν, «μασάζ» του ίδιου του πρω­θυ­πουρ­γού και των στε­νό­τε­ρων συ­νερ­γα­τών του στην κοι­νο­βου­λευ­τι­κή ομάδα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Από εδώ και ο τρα­γέ­λα­φος της «εθνι­κής συ­ναί­νε­σης», του συμ­βου­λί­ου αρ­χη­γών στο προ­ε­δρι­κό μέ­γα­ρο και των απί­θα­νων ανοιγ­μά­των, πότε στο ΠΑΣΟΚ και το Πο­τά­μι, πότε στον Λε­βέ­ντη, προς ανα­ζή­τη­ση εφε­δρειών α λα καρτ σε πε­ρί­πτω­ση ανά­γκης.

Επο­μέ­νως, το εν­δε­χό­με­νο ση­μα­ντι­κών πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων ‒όχι κατ’ ανά­γκην εκλο­γών‒ μέσα στο επό­με­νο εξά­μη­νο είναι υπαρ­κτό και υπο­χρε­ώ­νει όλες τις αρι­στε­ρές ρι­ζο­σπα­στι­κές δυ­νά­μεις να το λά­βουν υπόψη στους όποιους σχε­δια­σμούς τους. Ωστό­σο, η όποια φθορά της ση­με­ρι­νής πλειο­ψη­φί­ας και οι όποιες ανα­κα­τα­τά­ξεις σε κυ­βερ­νη­τι­κό επί­πε­δο δεν θα με­τα­φρα­στούν κατ’ ανά­γκη σε κί­νη­ση ση­μα­ντι­κής με­ρί­δας κό­σμου προς τη ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά, όπως κι αν την ορί­ζει κα­νείς. Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που ο συν­δυα­σμός της μνη­μο­νια­κής κα­ται­γί­δας με την προ­σφυ­γι­κή κρίση και την απα­ξί­ω­ση της Αρι­στε­ράς εξαι­τί­ας της μνη­μο­νια­κής στρο­φής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ κα­θι­στά πολύ, πολύ σο­βα­ρό τον κίν­δυ­νο ενί­σχυ­σης ακραία αντι­δρα­στι­κών, εθνι­κι­στι­κών τά­σε­ων, των οποί­ων η Χρυσή Αυγή είναι μόνο μία από τις δυ­να­τές εκ­φρά­σεις.

Σ’ αυτό το φόντο, οι δυ­νά­μεις της ρι­ζο­σπα­στι­κής αντι­μνη­μο­νια­κής Αρι­στε­ράς οφεί­λουν πρώτα απ’ όλα να ρι­ζώ­σουν και να δώ­σουν τον κα­λύ­τε­ρο εαυτό τους στα κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα που ανα­πό­φευ­κτα θα ανα­πτυ­χθούν ‒έστω και με σπο­ρα­δι­κό, απο­σπα­σμα­τι­κό στην αρχή τρόπο‒ το επό­με­νο διά­στη­μα. Κάθε επι­τυ­χία, κάθε ανα­τρο­πή ή κα­θυ­στέ­ρη­ση των μνη­μο­νια­κών μέ­τρων, έστω και με­ρι­κή και προ­σω­ρι­νή, θα παί­ξει πο­λύ­τι­μο ρόλο στην ανα­στύ­λω­ση του ηθι­κού, της αυ­το­πε­ποί­θη­σης, της απαι­τη­τι­κό­τη­τας των λαϊ­κών δυ­νά­με­ων που έχουν υπο­στεί σο­βα­ρό­τα­το πλήγ­μα.

Πα­ράλ­λη­λα, είναι επεί­γου­σα ανά­γκη η δια­μόρ­φω­ση ενός πει­στι­κού, επε­ξερ­γα­σμέ­νου εναλ­λα­κτι­κού προ­γράμ­μα­τος για την έξοδο από τα μνη­μό­νια και το χρέος. Το κενό σ’ αυτό το πεδίο έγινε φα­νε­ρό μετά τη 13η Ιου­λί­ου και ιδιαί­τε­ρα στην προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρί­ο­δο. Εναλ­λα­κτι­κό πρό­γραμ­μα δεν ση­μαί­νει, για τη μα­χό­με­νη Αρι­στε­ρά, άθροι­σμα συν­δι­κα­λι­στι­κών διεκ­δι­κή­σε­ων και ορα­μά­των για μια μέλ­λου­σα ζωή, ούτε ανα­πτυ­ξια­κό, τε­χνο­κρα­τι­κό, κυ­βερ­νη­τι­κό μπού­σου­λα. Ση­μαί­νει, ή πρέ­πει να ση­μαί­νει, τη δική μας αφή­γη­ση για την ανα­τρο­πή του σκλη­ρού, μνη­μο­νια­κού πα­ρό­ντος από τις εκ­με­ταλ­λευό­με­νες τά­ξεις, με βα­σι­κές κα­τευ­θυ­ντή­ριες ιδέες για την Ελ­λά­δα που θέ­λου­με και τη θέση της στον δύ­σκο­λο κόσμο που μας πε­ρι­βάλ­λει. Η έξο­δος από το ευρώ και η σύ­γκρου­ση με την ΕΕ απο­τε­λεί ανα­γκαίο γόρ­διο δεσμό που οφεί­λου­με να κό­ψου­με, όπως έδει­ξε η οδυ­νη­ρή εμπει­ρία της πρώ­της κυ­βέρ­νη­σης ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ, και όχι κά­ποια «πα­τριω­τι­κή» ιδε­ο­λη­ψία.

Η απει­λή να επε­κτα­θεί, να εδραιω­θεί και να μο­νι­μο­ποι­η­θεί μια ιστο­ρι­κών δια­στά­σε­ων ήττα του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της Αρι­στε­ράς κα­θι­στά κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο από επεί­γου­σα την ανά­γκη ενός ενιαί­ου με­τώ­που όλων των μα­χό­με­νων κοι­νω­νι­κών και πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων του αντι­μνη­μο­νια­κού, αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κού αγώνα. Δεν αρκεί μόνο η ενό­τη­τα δρά­σης σε επι­μέ­ρους μάχες, όσο χρή­σι­μη κι αν είναι. Τί­πο­τα δεν δι­καιο­λο­γεί, ιδιαί­τε­ρα στη ση­με­ρι­νή, τόσο δύ­σκο­λη συ­γκυ­ρία, δια­μά­χες για το πώς θα σχί­σου­με την τρίχα στα τρία και πε­ρι­χα­ρα­κώ­σεις που απο­πνέ­ουν ναρ­κισ­σι­σμό των μι­κρών δια­φο­ρών.

Τε­λευ­ταίο σε σειρά αλλά όχι σε ση­μα­σία, απαι­τεί­ται από όλους μας γεν­ναία αυ­το­κρι­τι­κή για τις δια­ψεύ­σεις και τις ήττες του προη­γού­με­νου δια­στή­μα­τος. Το απαι­τεί ο κό­σμος που μας ακού­ει και μας ζυ­γιά­ζει, το απαι­τεί η ίδια η εξέ­λι­ξη των πραγ­μά­των, την τε­λευ­ταία πε­ντα­ε­τία, που απο­κά­λυ­ψε την κρίση όλων των υπαρ­κτών αρι­στε­ρών υπο­δειγ­μά­των ‒κα­θε­νός με τον δικό του τρόπο.

Η Λαϊκή Ενό­τη­τα δια­κή­ρυ­ξε από την πρώτη στιγ­μή της εμ­φά­νι­σής της ότι αντι­λαμ­βά­νε­ται τον εαυτό της όχι ως έτοι­μη λύση, αλλά ως ανοι­χτή προ­σπά­θεια για τη συ­γκρό­τη­ση του ανα­τρε­πτι­κού, αντι­μνη­μο­νια­κού με­τώ­που που έχει ανά­γκη ο κό­σμος της ερ­γα­σί­ας. Όχι ως επα­νά­λη­ψη, σε βελ­τιω­μέ­νη έστω μορφή, προη­γού­με­νων ‒και απο­τυ­χη­μέ­νων, τε­λι­κά‒ σχε­δί­ων της Αρι­στε­ράς, αλλά ως ένα και­νούρ­γιο εγ­χεί­ρη­μα εκ θε­με­λί­ων επα­νί­δρυ­σής της. Η μέχρι τώρα πο­ρεία της επι­βε­βαιώ­νει, πι­στεύω, την ει­λι­κρί­νεια των προ­θέ­σε­ών της. Αλλά βέ­βαια, τα πιο δύ­σκο­λα βρί­σκο­νται μπρο­στά της ‒και μπρο­στά στον κα­θέ­να μας ξε­χω­ρι­στά.

20
CLOSE
CLOSE