«Τι θα συνέβαινε στην ευρωπαϊκή οικονομία εάν οι ΗΠΑ γνώριζαν, μέσω των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων που πραγματοποιούν, ότι η Άγκελα Μέρκελ αποφάσιζε ένα πρωί να διακόψει το πρόγραμμα στήριξης της Ελληνικής κυβέρνησης» αναρωτήθηκε προ ημερών ο Τζέιμς Λιούις, διευθυντής του Κέντρου Διεθνών και Στρατηγικών Σπουδών στην Ουάσινγκτον.

Το ερώτημα, αν και ρητορικό, τέθηκε ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η σύνοδος της ΕΕ στην οποία κυρίαρχησε το θέμα των υποκλοπων που πραγματοποιούσαν εδώ και χρόνια οι ΗΠΑ ακόμη και στο κινητό τηλέφωνο της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ.

Οι κυβερνήσεις της ΕΕ, έχωντας συνδράμει εδώ και χρόνια τις αμερικανικές υπηρεσίες στο κατασκοπευτικό τους έργο και ενώ δημιουργούν και οι ίδιες το ευρωπαϊκό αντίστοιχο του Μεγάλου Αδερφού, επιχείρησαν να μεταφέρουν το επίκεντρο της προσοχής στο προσωπικό απόρρητο των πρωθυπουργών και των προέδρων αφήνοντας σε δευτερη μοίρα τις τεράστιες γεωπολιτικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι κινήσει των ΗΠΑ και πολύ περισσότερο το δικαίωμα των Ευρωπαίων πολιτών να μην παρακολουθούνται ούτε από ξένες αλλά ούτε και από τις δικές τους κυβερνήσεις.

Ελάχιστος λόγος έγινε και για την αποκάλυψη της ιταλικής εφημερίδας L’Espresso ότι οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες συνεργάζονταν με την NSA για την παρακολούθηση ιταλικών επιχειρήσεων «προς όφελος των βρετανικών οικονομικών συμφερόντων». Όπως φαίνεται αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν και οι ίδιες εμπλακεί σε σκάνδαλα υποκλοπών γεγονός που καθιστά εκ των πραγμάτων αδύνατο να υπάρξει ένα αρραγές ευρωπαϊκό μέτωπο εναντίον των ΗΠΑ.

Προφανώς, αν οι χώρες της ΕΕ ήταν πραγματικά διατεθειμένες να συγκρουστούν με την Ουάσινγκτον για να διασφαλίσουν το απόρρητο των επικοινωνιων των πολιτών τους υπήρχε μια σειρά άλλων μέτρων που θα μπορούσαν να είχαν λάβει. Πρώτο και κύριο θα ήταν να προσφέρουν άσυλο στον Σνόουντεν, αναγνωρίζοντας την ηρωική του πράξη να αποκαλύψει το γιγαντιαίο μηχανισμό παρακολουθήσεων που είχε στήσει η αμερικανική NSA. Η κίνηση αυτή εκτός από τους ανθρωπιστικούς λόγους, για τους οποίους η ΕΕ δεν φημίζεται ούτως ή άλλως, επιβάλλεται και ως ένα ισχυρό διπλωματικό εργαλείο στα χέρια των ηγετών της ένωσης. Αντιθέτως οι χώρες μέλη της ΕΕ συνεργάστηκαν με τους διώκτες του Σνόουντεν σε κάθε τους βήμα σε μια προσπάθεια να μετατρέψουν ολόκληρο τον πλανήτη σε μια παγίδα θανάτου γι’ αυτόν.

Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα η αποκάλυψη των παρακολουθήσεων λειτούργησε και ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αρκετές χώρες να ασχοληθούν με ανοιχτούς λογαριασμούς στο εσωτερικό τους. Αρκετά μέλη της βρετανικής κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, λόγου χάρη, στράφηκαν εναντίον της βρετανικής εφημερίδας Guardian μέσω της οποίας έχουν γίνει και οι περισσότερες αποκαλύψεις για το αμερικανικό δίκτυο παρακολουθήσεων. O Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον ζήτησε τη διενέργεια κοινοβουλευτικής έρευνας για το αν η εφημερίδα παραβίασε τη βρετανική νομοθεσία, δίνοντας ουσιαστικά την «πάσα» στους συντηρητικούς να κατηγορήσουν την εφημερίδα ακόμη και για «συνέργεια σε τρομοκρατικές πράξεις».

Αυτό που ακολούθησε αποτέλεσε μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες στην ιστορία του βρετανικού κοινοβουλευτισμού καθώς χρησιμοποιήθηκε μια διάταξη που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση του Τόνι Μπλερ για «συνεδριάσεις εξπρές» οι οποίες στην πράξη αφαιρούν το λόγο από την αντιπολίτευση. Οι «κατήγοροι» του Guardian είχαν στη διαθέσή τους όσο χρόνο επιθυμούσαν για να αναπτύξουν την επιχειρηματολογία τους για την «εγκληματική δράση» της εφημερίδας και να θέσουν ουσιαστικά τις βάσεις για τη φίμωση της ελευθεροτυπίας στη Βρετανία. Οι βουλευτές όμως που θέλησαν να αντικρούσουν αυτή την επιχειρηματολογία είχαν ελάχιστα λεπτά και στο τέλος βρήκαν τα μικρόφωνά τους κλειστά.

Επόμενο βήμα από την πλευρά της ΕΕ, εκτός από την προστασία του Σνόουντεν αλλά και των μέσων ενημέρωσης που συνεργάστηκαν μαζί του, θα έπρεπε να είναι η ακύρωση της λεγόμενης συμφωνίας Swift, που επιτρέπει τη μεταφορά δεδομένων για τραπεζικούς λογαριασμούς στις ΗΠΑ. Η συγκεκριμένη συμφωνία, που εγκρίθηκε με πρόσχημα την κοινή μάχη εναντίον της τρομοκρατίας, εξακολουθεί να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρώπης καθώς προσφέρει στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες ένα «χάρτη» των οικονομικών δραστηριοτήτων της γηραιάς ηπείρου.

Παράλληλα, όπως είχε ζητήσει το ευρωπαίκό κοινοβούλιο, θα έπρεπε να αναβληθούν οι διαπραγματεύσεις για τη νέα συμφωνία ελευθερου εμπορίου ΗΠΑ-ΕΕ. Οι διαπραγματεύσεις σχετίζονται άμεσα με τα επίπεδα προστασίας των ηλεκτρονικών δεδομένων των πολιτών και στις δυο πλευρές του ατλαντικού – όπως φαίνεται όμως καμία από τις δυο πλευρές δεν θέλει επί του παρόντος να θυσιάσει τα οικονομικά συμφέροντα της για την προστασία του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών. Τέλος οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα έπρεπε να επαναφέρουν στο τραπέζι τη διαπραγμάτευση των ρυθμίσεων για την προστασία των ηλεκτρονικών δεδομένων των πολιτών της ένωσης. Τίποτα από αυτά δεν έγινε όμως στην πρόσφατη σύνοδο της ΕΕ.

Το γεγονός βέβαια ότι οι ηγέτες της ΕΕ δεν έλαβαν δραστικά μέτρα για τη δική τους προστασία αλλά ούτε και αναγνώρισαν τη θυσία του ανθρώπου που διακυνδύνευσε τη ζωή του για να προστατεύσει το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών δεν σημαίνει ότι οι αντιδράσεις τους ήταν εντελώς προσχηματικές. Το γεγονός ότι ορισμένες από τις ισχυρότερες χώρες της Ένωσης κάλεσαν τους Αμερικανούς πρεσβευτές και τους επέδωσαν σκληρές διακοινώσεις αποτελεί μια κίνηση που εν έχει προηγούμενο στην πρόσφατη ιστορία των διατλαντικών σχέσεων. Η επίπληξη όμως αυτή δεν έγινε για να προστατευτούν τα συμφέροντα των πολιτών αλλά συγκεκριμένων οικονομικών κύκλων που συνειδητοποιήσαν με καθυστέρηση ότι είναι θύματα της αμερικανικής βιομηχανικής κατασκοπείας. Η πληροφορία ότι οι ΗΠΑ παρακολουθούσαν τις επικοινωνίες 35 ηγετών μπορεί να προκάλεσε δικαιολογημένα το ενδιαφέρον των διεθνών μέσων ενημέρωσης, πολύ λιγότερη σημασία όμως δόθηκε στις παρακολουθήσεις ανώτατων στελεχών ευρωπαϊκών εταιρειών που θα μπορούσαν να πλήξουν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Και το πολιτικό κατεστημένο της ΕΕ όμως διαισθάνεται ότι με τα στοιχεία που συγκεντρώνει εδώ και χρόνια η NSA θα μπορούσε να εκβιάζει για τις επόμενες δεκαετίες υψηλόβαθμα στελέχη της πολιτικής και οικονομικής ζωής κάθε χώρας. Το φάντασμα του πρώην διευθυντή του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος Καν, που κατακρεουργήθηκε πολιτικά από μια απλή καταγγελία σεξουαλικού σκανδάλου, εξακολουθεί να πλανάται πάνω από την Ευρώπη.

Η διαπλοκή αρκετών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες αποτέλεσε ένα επικίνδυνο παιχνίδι με τη φωτιά. Τα άμεσα «οφέλη» από την παρακολούθηση των Ευρωπαίων πολιτών μετατρέπονται τώρα σε μπούμερανγκ για πολιτικούς και επιχειρηματίες που μπορεί ανά πάσα στιγμή να πέσουν θύματα αμερικανικών εκβιασμών.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Νοέμβριος 2013

Σχετικά θέματα:
H NSA στήνει το μεγαλύτερο κέντρο υποκλοπών
Ομάδες ανορθόδοξου ψηφιακού πολέμου

CLOSE
CLOSE