Έναν αιώνα μετά το μεγαλύτερο λοκ άουτ της ευρωπαϊκής ιστορίας, η τρόικα και η ελληνική κυβέρνηση επιχειρούν να επαναφέρουν την πιο σκληρή πρακτική που έχει στα χέρια του ένας εργοδότης. Ξεχνούν βέβαια ότι μαζί με το Λοκ άουτ γεννιέται και το λοκ ιν – το κλείδωμα των εργοδοτών μέσα στα γραφεία τους.

Υπάρχουν δυο μνημεία στην καρδιά του Δουβλίνου που συνοψίζουν την ιστορία του ιρλανδικού εργατικού κινήματος του τελευταίου αιώνα.Το πρώτο είναι ο λεγόμενος «κώνος της Χιλιετίας», μια άσχημη μεταλλική κατασκευή ύψους 120 μέτρων που (μαζί με μια γειτονική γέφυρα του Καλατράβα) συμβολίζουν το νεοφιλελεύθερο πείραμα του Κέλτικου Τίγρη, που τίναξε στον αέρα τα θεμέλια της ιρλανδικής οικονομίας δημιουργώντας μια πρωτοφανή, για τα δεδομένα της χώρας, οικονομική φούσκα.

Σε απόσταση, όμως, λίγων μέτρων από τον «κώνο του νεοφιλελευθερισμού» στέκει και το άγαλμα του Τζέιμς Λάρκιν, του συνδικαλιστή που ηγήθηκε της μεγαλύτερης εργατικής σύγκρουσης στην ιστορία της Ιρλανδίας.

Η ιστορία μας, μάς φέρνει στο Δουβλίνο των αρχών του 20ου αιώνα. Οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης της εποχής «προσέφεραν» στη χώρα το μεγαλύτερο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας στην Ευρώπη, με 142 θανάτους ανά 1.000 γέννες, αλλά και συνεχή ξεσπάσματα λοιμών και… λιμών. Τα τεράστια ποσοστά φτώχειας και ανισότητας οφείλονταν σε σημαντικό βαθμό και στην έλλειψη συνδικαλιστικής εκπροσώπησης, που επέτρεπε στους εργοδότες της εποχής να συμπιέζουν τον κατώτατο μισθό του ανειδίκευτου εργάτη, οδηγώντας ολόκληρες οικογένειες στην επαιτεία ή το θάνατο.

Σε αυτές τις συνθήκες ο Τζέιμς Λάρκιν θα φέρει στην Ιρλανδία την εμπειρία του βρετανικού συνδικαλιστικού κινήματος, την οποία ο ίδιος είχες γνωρίσει σαν εργάτης τα ναυπηγεία του Λίβερπουλ. Η μεγαλύτερη καινοτομία, η οποία προκαλούσε αίσθημα πανικού στους Ιρλανδούς εργοδότες, ήταν οι απεργίες αλληλεγγύης στις οποίες διαφορετικοί κλάδοι εργαζομένων σταματούσαν να εργάζονται ως ένδειξη συμπαράστασης στον αγώνα συναδέλφων του. Το πρόβλημα, όπως συμβαίνει συχνά σε αυτές τις περιπτώσεις, ήταν ότι η ηγεσία των παραδοσιακών συνδικάτων και συγκεκριμένα της Εθνικής Ένωσης Λιμενεργατών δεν ήταν διατεθειμένη να ακολουθήσει το μαχητικό δρόμο του Λάρκιν, τον οποίο σύντομα διέγραψε από μέλος της.

Ο «ήρωας της εργατικής τάξης» της Ιρλανδίας θα απαντήσει ιδρύοντας το δικό του συνδικάτο, το ITGWU, το οποίο μέσα σε λίγα χρόνια φτάνει να αριθμεί 10.000 μέλη, καθώς εκπροσωπεί τους ειδικευμένους και τους ανειδίκευτους εργάτες, τους οποίους οι ενώσεις εργοδοτών αλλά και τα παλιά συνδικάτα προσπαθούσαν να κρατούν διαιρεμένους.

Ο Λάρκιν θα βρει απέναντί του την πληθωρική φιγούρα του Ουίλιαμ Μέρφι, ενός μεγιστάνα των μεταφορών αλλά και των μέσων ενημέρωσης, ο οποίος θα πείσει το σύνδεσμο εργοδοτών να ξεκινήσουν γενικευμένα λοκ άουτ των εργοστασίων τους. Χιλιάδες εργάτες βλέπουν τις πόρτες κλειστές ενώ τα μέλη του ITGWU απολύονται, και συχνά δολοφονούνται από ομάδες απεργοσπαστών ή βασανίζονται από την αστυνομία – η οποία, για άλλη μια φορά, λειτουργεί σαν ιδιωτικός στρατός των εργοδοτών.

Ελέγχοντας έμμεσα ή άμεσα σχεδόν το σύνολο των μέσων ενημέρωσης ο Μέρφι διατάσσει τα «παπαγαλάκια» της εποχής να παρουσιάζουν τους απεργούς και συγκεκριμένα τον Λάρκιν σαν την πηγή όλων των δεινών της Ιρλανδίας. Παρόλα αυτά η μάχη και το εργοδοτικό λοκ άουτ θα κρατήσουν επτά ολόκληρους μήνες και θα λήξουν μόνο όταν μεγάλο τμήμα του εργατικού δυναμικού έχει φτάσει κυριολεκτικά στα όρια της ασιτίας ενώ δεκάδες επιχειρήσεις αναγκάζονται να βάλουν οριστικά λουκέτο. Οι συνδικαλιστές τελικά θα ηττηθούν καθώς εκτός από την αστυνομία, τα ΜΜΕ και τα τάγματα εφόδου των απεργοσπαστών θα βρουν απέναντί τους και την ηγεσία της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας η οποία τάσσεται (και πάλι) στο πλευρό των λίγων και ισχυρών.

Ακόμη και μέσα από αυτή την ήττα όμως το κίνημα του Λάρκιν και των συνεργατών του θα δικαιωθεί ύστερα από μερικά χρόνια με τη δημιουργία ακόμη ισχυρότερων συνδικάτων που θα εξασφαλίζουν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας για δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους. Έκτοτε τα λοκ άουτ κρίνονται παράνομα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και η συγκεκριμένη πρακτική περνά σε περιοχές του τρίτου κόσμου, όπου χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα από μεγάλες πολυεθνικές.

Μόλις πριν από μερικούς μήνες η ιαπωνική Toyota προχώρησε σε λοκ άουτ των εγκαταστάσεων της σε περιοχές της Ινδίας ύστερα από την αποτυχία καθορισμού της συλλογικής σύμβασης εργασίας με τα συνδικάτα. Ένα χρόνο νωρίτερα σε λοκ άουτ εργοστασίων της είχε προχωρήσει και η Suzuki στο Μανεσάρ της Ινδίας, όταν εξαγριωμένοι εργάτες επιτέθηκαν σε διευθυντικά στελέχη και έβαλαν φωτιά σε εγκαταστάσεις του εργοστασίου.

Με το λοκ άουτ η διεύθυνση του εργοστασίου στην Ινδία ενδεχομένως να πρόλαβε και ένα ενδεχόμενο «λοκ ιν» από τους εργαζόμενους – την περίπτωση δηλαδή όπου αντί οι διευθυντές να κλείσουν τους εργαζόμενους έξω από τη δουλειά τους, κλείνουν οι υπάλληλοι τα αφεντικά τους μέσα στα γραφεία τους.

Τα σημαντικότερα λοκ ιν των τελευταίων χρόνων σημειώθηκαν το 2009 στη Γαλλία όταν εργαζόμενοι της Sony και της φαρμακευτικής 3Μ απέκλεισαν τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας στο γραφείο του διεκδικώντας επαναπρόσληψη συναδέλφων τους αλλά και βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Παρά το γεγονός ότι τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης στη Γαλλία παρουσίαζαν τη δράση των εργαζομένων σαν απαγωγή (απ΄όπου προέκυψε και ο όρος Bossnapping) δημοσκοπήσεις της εποχής έδειξαν ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινής γνώμης υποστήριζε τις συγκεκριμένες πρακτικές. Για αρκετές ημέρες στη Γαλλία νόμος ήταν το δίκιο του εργάτη και ακόμη και η ακροδεξιά κυβέρνηση του Σαρκοζί δεν τόλμησε να αμφισβητήσει αυτή την πρακτική.

Άλλωστε και οι αποκλεισμένοι διευθυντές, που τελικά αποδέχθηκαν αρκετά από τα αιτήματα των εργαζομένων, λέγεται ότι δεν πέρασαν και τόσο άσχημα αφού το μενού που τους εξασφάλιζαν τα συνδικάτα περιελάμβανε καλό γαλλικό κρασί και μύδια με τηγανητές πατάτες.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντατών 12/7/2014

CLOSE
CLOSE