«Σηκώστε τη σημαία σας και κηρύξτε την ανεξαρτησία σας Μην τους αφήνετε να σας φέρονται έτσι». Bjork

Oταν ο λαός της Ισλανδίας κλήθηκε να αναλάβει την ευθύνη για τα προβλήματα μιας τράπεζας έθεσα το ζήτημα σε δημοψήφισμα. Και όχι μία φορά, αλλά δύο. Ηταν η πρώτη φορά που η δημοκρατική βούληση του λαού κρίθηκε σημαντικότερη από τα οικονομικά συμφέροντα των αγορών».

Τα λόγια του Ισλανδού προέδρου Ολάφουρ Ράγκναρ Γκρίμσον αντηχούν ακόμη στα αυτιά των περίπου 300.000 κατοίκων της Ισλανδίας, που έσωσαν τη χώρα τους αρνούμενοι να πληρώσουν ένα απεχθές χρέος το οποίο δημιουργήθηκε σε βάρος τους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους. «Αποφασίσαμε», εξηγούσε παλαιότερα ο Γκρίμσον, «να μη διασώσουμε τις τράπεζες και να τις αφήσουμε να καταρρεύσουν, επιβάλαμε ελέγχους στη ροή κεφαλαίων, υποτιμήσαμε το νόμισμα και δεν ακολουθήσαμε την πολιτική λιτότητας των υπόλοιπων χωρών».

Η επιτυχία της Ισλανδίας ήταν τόσο μεγάλη ώστε ακόμη και το ΔΝΤ αναγκάστηκε ύστερα από μερικά χρόνια να παραδεχτεί σε έκθεσή του ότι ο λόγος για τον οποίο η ισλανδική οικονομία αναπτύσσεται, όταν οι υπόλοιπες βυθίζονταν στην ύφεση, είναι ότι δεν ακολούθησε κανέναν από τους κανόνες που συνήθως προτείνουν οι θεσμοί.

Αναζητώντας εναγωνίως δικαιολογίες για να αμφισβητήσουν το success story της Ισλανδίας, οι οπαδοί των μνημονίων προωθούν την άποψη ότι «στην Ισλανδία οι τράπεζες συμπαρέσυραν τον υγιή δημόσιο τομέα ενώ στην Ελλάδα ο δημόσιος τομέας συμπαρέσυρε τις υγιείς τράπεζες».

Οπως απέδειξε όμως στο προκαταρκτικό της πόρισμα η Επιτροπή Αλήθειας Δημόσιου Χρέους, τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Στην Ελλάδα, όπως και σε ολόκληρο τον κόσμο, οι κυβερνήσεις της λιτότητας μετέτρεψαν μια κρίση του ιδιωτικού τομέα σε δημοσιονομική, παρεμβαίνοντας για τη διάσωση τραπεζών που με βάση και τους πιο σκληρούς κανόνες της καπιταλιστικής οικονομίας θα έπρεπε να έχουν αφεθεί να καταρρεύσουν και να εθνικοποιηθούν αυτομάτως από το κράτος.

Δεκάδες μύθοι ακόμη επιχειρούν να αμφισβητήσουν τους τρεις πυλώνες που οδήγησαν στην επιτυχία της Ισλανδίας, δηλαδή την προσφυγή σε δημοψήφισμα, την απόφαση για αθέτηση πληρωμών ενός παράνομου και απεχθούς χρέους αλλά και την ικανότητα υποτίμησης του νομίσματος – καθώς η Ισλανδία δεν ήταν μέλος της ευρωζώνης. «Το ισλανδικό Δημόσιο ακολούθησε και αυτό πολιτική λιτότητας» υποστήριζε πριν από μερικές εβδομάδες αρθρογράφος των «New York Times», θεωρώντας ότι εντόπισε κάποια τρύπα στην εξήγηση της επιτυχίας. Είναι αλήθεια ότι το Ρέικιαβικ κατάφερε να περιορίσει δαπάνες του Δημοσίου αλλά το έκανε με τρόπο που προστάτευσε και ενίσχυσε τα ασθενέστερα στρώματα.

Μία από τις πρώτες αποφάσεις ήταν η αύξηση των δαπανών για την υγεία, προκειμένου να προληφθούν τα αυξημένα περιστατικά καρδιαγγειακών παθήσεων που συνήθως ακολουθούν τις μεγάλες οικονομικές κρίσεις. Λίγο αργότερα η κυβέρνηση προχώρησε και σε γενναίο κούρεμα των ιδιωτικών χρεών των νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων, δίνοντας μια ισχυρή δόση οξυγόνου το οποίο επέστρεψε με πολλαπλασιαστικά οφέλη στην εθνική οικονομία.

Και φυσικά, αφού αμφισβήτησε έμπρακτα όλα όσα πρεσβεύει η Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως την υποδούλωση χωρών στο χρέος, την κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών και την ενίσχυση των τραπεζών σε βάρος των ανθρώπων και της κοινωνικής συνοχής, η Ισλανδία πήρε και την τελική απόφαση να διακόψει οριστικά τις διαδικασίες ένταξης στην Ε.Ε. Οι δρόμοι τους δεν ήταν πλέον απλώς ασύμπτωτοι, αλλά οδηγούσαν σε σύγκρουση αρχών και αξιών.

Εν τέλει όποιο και αν ήταν το ερώτημα που τέθηκε στην Ισλανδία -όσο βαθιά οικονομικό ή νομικό- η απάντηση ήταν: δημοκρατία. Τα δημοψηφίσματα έφεραν την αστική δημοκρατία της Ευρώπης όσο πιο κοντά γινόταν στην αληθινή δημοκρατία που οραματιζόταν η Ντολόρες Ιμπαρούρι όταν έλεγε την περίφημη φράση της: «Καλύτερα να πεθάνεις όρθιος παρά να ζήσεις για πάντα γονατιστός».

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών 28/6/2015

CLOSE
CLOSE