Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης

Πηγή: Αναγνώσεις Αυγής

Παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ίδιοι, διανθίζοντας τις οιμωγές τους περί στοχοποίησης, με καταδίκες της «ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς», οι ιστοριολογούντες του «ακραίου κέντρου» ηγεμονεύουν, εδώ και χρόνια, τον δημόσιο λόγο για την σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Οι απόψεις τους βρίσκουν θέση σε ευρείας κυκλοφορίας μέσα, όπως free press έντυπα, παραλογοτεχνικές Επιθεωρήσεις, κεντρικά δελτία ειδήσεων. Έχοντας μελετήσει καλά την κικερώνεια ρητορική περί του «νέου ανθρώπου» («homo novus»), ή μάλλον τη στρατηγική εκείνη του μάρκετινγκ, η οποία διδάσκει ότι το κοινό τείνει ευήκοα ώτα σε όσους παρουσιάζονται ως κατατρεγμένοι από το «σύστημα» και το «κατεστημένο», αυτοπαρουσιάζονται ως οι ταλαντούχοι «αδύναμοι» και «αποκλεισμένοι».

Δεν θα ήθελα να τους αδικήσω. Τη δουλειά τους κάνουν οι άνθρωποι. Και μάλιστα, από τη στιγμή που παίζουν εν ού παικτοίς, ή τουλάχιστον, με πολύ λιγότερους παίκτες στην αντίπαλη ομάδα, νικούν κιόλας. Διότι, στο γήπεδο που έχουν επιλέξει να αγωνίζονται, αυτό του δημόσιου λόγου και της εκλαϊκευτικής ιστορίας, δεν κατεβαίνουν πια, για διάφορους λόγους, όσοι, σε άλλες εποχές, θα το έπρατταν. Αγωνίζονται, λοιπόν, κυρίως στο πεδίο της εκλαΐκευσης, είτε επειδή αυτό προκρίνουν ως σημαντικό, είτε επειδή το άλλο, το ακαδημαϊκό, έχει άλλου είδους κανόνες και πειθαρχίες, μη συμφέρουσες για τον σκοπό τους. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, αυτό τους ευνοεί: όσο κι αν ισχυρίζονται το αντίθετο, ο διαιτητής είναι στημένος.

Μετά από είκοσι χρόνια ενασχόλησης με τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, οι Καλύβας-Μαραντζίδης καταθέτουν το κοινό τους πόρισμα για τον εμφύλιο. Ένα βιβλίο κατασκευασμένο για να γίνει ευπώλητο. Με μια Ελλάδα πνιγμένη στο αίμα, στο εξώφυλλο, με την υπερτονισμένη λέξη «Πάθη», κατακόκκινη, να χτυπά στο μάτι του υποψήφιου αγοραστή, με έναν υπότιτλο που θυμίζει άρθρο του παλιού ΚΛΙΚ ή οδηγό αυτοβοήθειας.
Τρία είναι τα επίδικα της συγγραφής του συγκεκριμένου έργου. Το πρώτο είναι η κατάληψη του πεδίου έρευνας του εμφυλίου από τη συγκεκριμένη ομάδα ιστορικών, η οποία αυτοπροβάλλεται ως η μόνη κατέχουσα μια «αντικειμενική», ψύχραιμη» και «τεκμηριωμένη» οπτική, σε αντιδιαστολή με τα περισσότερα προηγούμενα ιστορικά έργα επί του αντικειμένου, τα οποία καταδικάζονται ως στρατευμένα. Όχι όλα, βέβαια. Χαρακτηριστικός, ως προς αυτό, είναι ο προσδιορισμός «αριστερός» δίπλα στα ονόματα διαφόρων ιστορικών στους οποίους γίνεται αναφορά.

Για παράδειγμα, έχουμε τον «αριστερό ιστορικό Ηλιού», τον «αριστερό ιστορικό Βόγλη» αλλά, τον (άνευ πολιτικού προσδιορισμού) «Βερέμη». Πέρα από την «αντικειμενικότητα», βέβαια, οι Καλύβας-Μαραντζίδης κατέχουν και την «επιστημονικότητα». Δύο δεκαετίες μετά τη δημοσίευση μιας μεθοδολογικής Απανταχούσας, από τις στήλες των «Νέων», οι δυο συγγραφείς επιστρέφουν, για να ορίσουν το τί σημαίνει επιστημονική μελέτη (του εμφυλίου). Σημειώνουν, λοιπόν, εν έτει 2015, ότι η «τεκμηρίωση», η «διαψευσιμότητα», η «χρήση σύγχρονων ποσοτικών και στατιστικών εργαλείων», η «ερευνητική τιμιότητα» και, κυρίως, «η προσπάθεια προσομοίωσης και προσέγγισης της επιστημονικής μεθόδου των φυσικών επιστημών», διακρίνουν την επιστήμη από τις «μη επιστημονικές αναλύσεις» (σ. 23). Ας αντιπαρέλθω αυτόν τον χοντροκομμένο θετικισμό των αρχών του εικοστού αιώνα, κι ας σχολιάσω απλά τα περί «τεκμηρίωσης» και «ερευνητικής τιμιότητας».

Το πώς παρουσιάζονται οι απαντήσεις των Καλύβα-Μαραντζίδη ως οι μόνες αντικειμενικές αποτελεί αντιπαράδειγμα συγγραφής μιας επιστημονικής εργασίας. Οι ισχυρισμοί των «αντιπάλων», όταν δεν καταρρίπτονται απλά ως «προπαγάνδα», «πολιτική μεροληψία», «αγιογραφία», «απλουστευτική καταγγελία», ή ως πάσχοντες από «μαρτυρολογική ροπή», παρουσιάζονται, συνήθως, υπό τη μορφή καρικατούρας, για να αναιρεθούν, σχεδόν μονολεκτικά, με λέξεις όπως «λογικά», «αναπόφευκτα», «σύμφωνα με την διεθνή επιστημονική πρακτική». Θα μπορούσε να συμπεράνει κάποιος ότι, πριν από την ενασχόληση των δύο, για τον εμφύλιο γράφονταν μόνο κείμενα στον «Ριζοσπάστη», κι όταν αυτοί, επιτέλους, παρενέβησαν στο πεδίο, οι ιστορικοί ανακάλυψαν, ως εκ θαύματος, «νέα ερευνητικά πεδία, «καινούριες οπτικές», ενώ διαδόθηκε και η χρήση νέων πηγών όπως… «τα δικαστικά αρχεία».

Το συγκεκριμένο βιβλίο, γέμει, πράγματι, ερευνητικής τιμιότητας. Οι σημειώσεις είναι λίγες, και οι παραπομπές ελάχιστες. Φαινόμενο συνηθισμένο σε μελέτες που προορίζονται για το «ευρύ κοινό». Και χρήσιμο, εν προκειμένω, αφού υπό τον μανδύα της «ελάφρυνσης» του κειμένου από τέτοια «περιττά», για τον αναγνώστη, σημεία, οι συγγραφείς μπορούν κάλλιστα να ισχυρισθούν το οτιδήποτε, χωρίς να το θέσουν στη βάσανο της διασταύρωσης ή της επιχειρηματολογίας.
Αν προσέξει, βέβαια, ένας αναγνώστης που έχει, έστω και μικρή, γνώση του πεδίου, πότε παραπέμπουν οι συγγραφείς, και όταν το κάνουν, σε ποιους παραπέμπουν και σε ποιους δεν παραπέμπουν, τότε σχηματίζεται μια διαφορετική εικόνα. Φαίνεται ότι οι συγγραφείς, ό,τι δεν θέλουν να διατυπώσουν οι ίδιοι, ευθέως, το κάνουν βάζοντας ένα παράθεμα. Ένα παράδειγμα, από τα πολλά που θα μπορούσαν να αντληθούν: όταν γίνεται λόγος για τις μορφές εξουσίας του ΕΑΜ στην Ελεύθερη Ελλάδα, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει, λχ, ότι «οι εαμίτες… φονεύουν τους εχθρούς των εν μέση αγορά, κόπτουν μύτες, αυτιά, χαρακιάζουν με το μαχαίρι», με παραπομπή σε μια έκδοση ενός Μουσικοφιλολογικού συλλόγου της Άρτας (σ. 141), αλλά δεν θα βρει ούτε μια νύξη στη μελέτη του Γιάννη Σκαλιδάκη για την Εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής. Ψάχνοντας, βέβαια, στον βιβλιογραφικό οδηγό, που βρίσκεται στο τέλος κάθε κεφαλαίου, θα βρει κανείς τις μελέτες του Βόγλη και του Χαραλαμπίδη («αριστεροί ιστορικοί», και οι δύο), αλλά κι αυτές, όπως αποφαίνονται, «πάσχουν από κοινωνιολογισμό».

Οι Καλύβας-Μαραντζίδης γράφουν, στην Εισαγωγή, ότι με τη συγγραφή αυτού του έργου θέλουν να συμβάλλουν (και) στην αμφισβήτηση και ανατροπή μιας σειράς αναχρονιστικών συγκρίσεων της εποχής της κρίσης με «τον εμφύλιο πόλεμο και γενικότερα τη δεκαετία του ΄40», προβληματιζόμενοι για το γεγονός ότι εμφυλιοπολεμικά συνθήματα αποτέλεσαν το μέσο με το οποίο εκδηλώθηκαν τα ένστικτα ορισμένων ανθρώπων», τα τελευταία χρόνια (σ. 27). Ενδιαφέρον lapsus, θα έλεγε κανείς, εφόσον το κλίμα των ετών 2010-2014 περιλάμβανε χαρακτηρισμούς όπως «νέα Κατοχή», «Τσολάκογλου», «γερμανοτσολιάδες», «Κουίσλινγκ» (το «Βάρκιζα τέλος» ακούστηκε πολύ περισσότερο σε άλλη συγκυρία, το 2008). Αν ακριβολογούσαν, θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι οι συγγραφείς θα προσανατολίζονταν μάλλον στη συγγραφή μιας μελέτης για τον δοσιλογισμό, κι όχι για τον εμφύλιο. Θεωρώ ότι η διατύπωσή τους είναι ορθή (άλλωστε, την επαναλαμβάνουν, κιόλας, κατηγορώντας ευθέως τον ΣΥΡΙΖΑ, στη σ. 511) κι ότι το κύριο επίδικο του βιβλίου δεν είναι τόσο ο «κυρίως» εμφύλιος (άλλωστε, ο ένας από τους δυο συγγραφείς, ο Ν. Μαραντζίδης, έχει γράψει, εδώ και χρόνια, μια εκλαϊκευτική παρουσίαση του εμφυλίου: Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2010), αλλά ο λεγόμενος «κατοχικός εμφύλιος». Διότι αυτή ακριβώς η περίοδος, από το 1943 ως τον Δεκέμβρη του 1944, χρήζει αναθεώρησης, για όσους τουλάχιστον πασχίζουν να θεμελιώσουν ένα ιστορικό σχήμα σύγκρουσης των δύο άκρων. Από τον Δεκέμβρη και μετά, στη λογική των συγγραφέων, το άκρο είναι μόνο ένα, ο ΔΣΕ, εφόσον ο έτερος μονομάχος είναι η νόμιμη κυβέρνηση των Αθηνών (συνεπικουρούμενη, βέβαια, από ανανήψαντες συνεργάτες των κατακτητών).

Το 1943, σύμφωνα με τους συγγραφείς, στην Ελλάδα υπάρχουν δύο αντιμαχόμενες πλευρές, εξίσου «κακές» ή «επιβλαβείς» για τον ελληνικό λαό, το «ΕΑΜ/ΚΚΕ» και οι συνεργάτες των γερμανών (το ΕΑΜ, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το όχημα του ΚΚΕ, σύμφωνα με τους συγγραφείς). Οι «καλοί» αντιστασιακοί της περιόδου βρίσκονται στη Μέση Ανατολή ή σχετίζονται με την εξόριστη κυβέρνηση (διάφορες ολιγάριθμες αντιστασιακές ομάδες, οι οποίες, σύμφωνα με τους Καλύβα και Μαραντζίδη, βάλλονται από τις δυο άλλες πλευρές). Μόνο διά της έμμεσης εξίσωσης «ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ» και συνεργατών των γερμανών, μπορεί να στηθεί ένα συμπαγές σχήμα εμφυλίου πολέμου, ήδη από το 1943. Θέτοντας, βέβαια, σε παρένθεση, το ίδιο το γεγονός της τριπλής ξένης Κατοχής και, σε τελική ανάλυση, τον ίδιο τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο…

Η κατασκευή του σχήματος από τους συγγραφείς περιλαμβάνει δύο στάδια, τα οποία αντιστοιχούν στην προσπάθειά τους για «το ξεπέρασμα» δύο «μύθων». Το πρώτο είναι η αποδόμηση του («εθνικολαΐκιστικού»[i]) κοινού τόπου, κυρίαρχου, μέχρι πρότινος, στον δημόσιο λόγο, περί «παλλαϊκής εθνικής αντίστασης» υπό την ηγεσία και την πρωτοκαθεδρία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Αυτή η αποδόμηση γίνεται επίσης με δύο τρόπους: με τον υποβιβασμό της στρατιωτικής ισχύος και της λαοφιλίας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, καθώς και με την ηθική του απαξίωση. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ δεν κατάφερε κάποιο σημαντικό πλήγμα εναντίον των δυνάμεων κατοχής. Αντίθετα, το πόρισμα τους, στηριγμένο στην προσφιλή τους μέθοδο της πτωματομετρίας, δείχνει ότι κύριο έργο του ήταν η συντριβή αντίπαλων αντιστασιακών ομάδων. Αλλά, ακόμα κι όταν συγκρουόταν με τις δυνάμεις κατοχής, τα αντίποινα ήταν τόσο φοβερά, ώστε μάλλον δεν άξιζε ο αγώνας. Εδώ, από την πτωματομετρία περνάμε σε μια μέτρηση της σχέσης κόστους/οφέλους, προερχόμενη από την άλλη (επιστημονική, αυτή) προσφιλή θεωρία, ιδίως του Καλύβα, αυτή της ορθολογικής επιλογής (rational choice).

Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι η εξουσία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ βασιζόταν περισσότερο στη δύναμη των όπλων και στον καταναγκασμό, παρά στην πειθώ ή την ιδεολογία, ενώ συχνά βιαιοπραγούσε ή εκφόβιζε τους κατοίκους των περιοχών στις οποίες δρούσε, εξαναγκάζοντας, μάλιστα, πολλούς, για να προφυλαχθούν, να περάσουν στις γραμμές των Ταγμάτων Ασφαλείας. Το τελευταίο είναι κρίσιμο για την εξίσωση των «δύο άκρων». Τα Τάγματα Ασφαλείας οφείλονται στη δράση του «ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ», με δυο τρόπους. Ως αντίδραση στις βιαιότητές του, αλλά και ως «προοικονομία» για το ποια πλευρά θα επικρατούσε στην Ελλάδα μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, οι «κομουνιστές» ή οι «αντικομουνιστές». Μεγάλο μέρος των ταγματασφαλιτών, σύμφωνα με τους συγγραφείς, δεν εμφορούνταν από κάποια φιλοναζιστικά αισθήματα, ούτε είχαν στρατευθεί αναζητώντας υλικά ή άλλα οφέλη, αλλά με την έγνοια της «επόμενης μέρας» για την Ελλάδα. Ποίησαν την ανάγκη φιλοτιμία, δηλαδή, για να μην επικρατήσουν, μετά την Απελευθέρωση, οι κομουνιστές.

Και φυσικά, ένας (έμμεσος) τρόπος αποδόμησης του παλλαϊκού χαρακτήρα της εθνικής αντίστασης είναι η προβολή της «γκρίζας ζώνης», όσων δηλαδή παρέμειναν αμέτοχοι κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά και όσων κινούνταν μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, αλλάζοντας συχνά στρατόπεδο. Στο σχήμα τους, αυτός είναι ο κατεξοχήν ελληνικός λαός, η σιωπηρή πλειοψηφία η οποία «απλώς» προσπαθεί να επιβιώσει, αναμένοντας καρτερικά το τέλος των συγκρούσεων των άλλων δύο, προσκολλούμενη, σε κάποιες περιστάσεις, στο στρατόπεδο αυτού που φάνταζε, κάθε φορά, ο νικητής.

Το δεύτερο στάδιο της κατασκευής του σχήματος των Καλύβα-Μαραντζίδη είναι, ίσως, και το πιο ριψοκίνδυνο, εφόσον για το «ξεπέρασμα» του «δεύτερου μύθου» είναι υποχρεωμένοι να κινηθούν σε γλιστερό έδαφος. Οι ίδιοι, στην Εισαγωγή, χρησιμοποιούν μια φράση που θα μπορούσε να δημιουργήσει παρεξηγήσεις: «Αν στο παρελθόν χρειάστηκε να ξεπεραστεί το αφήγημα των ‘Εαμοβούλγαρων’, σήμερα είναι ανάγκη να αποδομηθεί το αντίστοιχο των ‘γερμανοτσολιάδων’» (σ. 20). Οι συγγραφείς δεν ενδιαφέρονται ούτε να υπερασπιστούν ούτε να υποστηρίξουν τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, πράγμα για το οποίο έχουν κατηγορηθεί, αδίκως, στο παρελθόν. Δεν είναι ούτε ακροδεξιοί, ούτε «εθνικόφρονες» παλαιάς κοπής. Ως προς τη θέση τους έναντι των συνεργατών των γερμανών, η φράση που την χαρακτηρίζει είναι μια άλλη: «οι αντίπαλες [του ΕΛΑΣ] ένοπλες ομάδες που εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς» (σ. 45). Η εν λόγω ουδετεροποιητική περίφραση είναι κρίσιμη για την επιτυχία του όλου εγχειρήματος, θεμελίωση του οποίου αποτελεί η θεωρία «των δύο άκρων». Τα Τάγματα Ασφαλείας οφείλουν να παρουσιαστούν ως ισότιμο άκρο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Ισότιμο στην βαρβαρότητα -εξ ού και η προσπάθεια ηθικής απαξίωσης του ΕΑΜ, αλλά και η πτωματομετρία: τόσους δολοφόνησαν οι μεν, τόσους οι δε. Ισότιμο (ή περίπου, έστω) στην κοινωνική αποδοχή.

Τα πράγματα περιπλέκονται, βέβαια, αν αναλογιστεί κανείς από ποιον και γιατί ιδρύθηκαν τα ΤΑ. Θα πρέπει, με κάποιον τρόπο, η αποστολή των ΤΑ να αυτονομηθεί από τους γερμανούς. Αφού οι συγγραφείς απορρίπτουν την αφήγηση του Ιωάννη Ράλλη, ότι, δήθεν, τα ΤΑ δημιουργήθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη των βρετανών, οι συγγραφείς απορρίπτουν εξίσου άλλες δύο απόψεις: αυτή που «τα αντιμετωπίζει απλά ως όργανα των γερμανών, απολύτως ευθυγραμμισμένα με τους σκοπούς του κατακτητή», αλλά κι αυτήν που τα αντιμετωπίζει «ως έναν τρόπο εξοικονόμησης γερμανικού αίματος». Η τελευταία, μας λένε, είναι μεν ορθή «ως προς τα κίνητρα των γερμανών», αλλά «παραπλανητικά αποσπασματική» (σ. 176-7). Πρόκειται, σύμφωνα με τους Καλύβα-Μαραντζίδη, για μια αμφίδρομη σχέση: τα ΤΑ χρησιμοποίησαν τους γερμανούς, για να εξοπλιστούν, ενόψει του επικείμενου αντικομουνιστικού αγώνα στην απελευθερωμένη Ελλάδα.

Το βιβλίο βρίθει από λογικές ανακολουθίες, χάσματα και αντιφάσεις, και μία από αυτές καλό είναι να την παρουσιάσω εδώ. Με απόσταση έξι μόλις σελίδων, οι συγγραφείς αποδέχονται ως κίνητρο του ελληνικού κράτους (τα ΤΑ ως τρόπο εξοικονόμησης αίματος), αυτό που προηγουμένως είχαν αρνηθεί στους γερμανούς: «Ο εμφύλιος πόλεμος… συνέβαλε ώστε το κράτος να μην έχει ούτε την πολυτέλεια αλλά ούτε και την επιθυμία να σπαταλήσει ανθρώπινους πόρους που του ήταν απαραίτητοι» (σ. 183). Με αυτό τον τρόπο, βέβαια, οι συγγραφείς καταφέρνουν, αφού «αυτονόμησαν» τους ταγματασφαλίτες από τους γερμανούς, να δικαιολογήσουν και την έμμεση νομιμοποίησή τους από το εμφυλιοπολεμικό κράτος.

Διά της διολισθήσεως, έχουμε ήδη ένα κομμουνιστικό (ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ) κι ένα αντικομουνιστικό (ΤΑ) στρατόπεδο στην Ελλάδα, ήδη από το 1943. Δύο απόλυτα κακά, τα οποία πολεμούν μεταξύ τους, έχοντας κατά νου όχι την απελευθέρωση από τις δυνάμεις του Άξονα, ούτε την επικράτηση των δυνάμεων αυτών, ούτε καν το τομάρι τους, αλλά… την επόμενη μέρα. Και φυσικά, έχουμε δύο αντίπαλα στρατόπεδα που βλάπτουν εξίσου την «σιωπηρή πλειοψηφία» του ελληνικού λαού. Βλάπτουν εξίσου, θα μπορούσα να προσθέσω, το πραγματικό αντικείμενο μέριμνας των συγγραφέων, που δεν είναι άλλο από την «αστική νομιμότητα» – διότι, αυτήν υπερασπίζονται, εντέλει, οι συγγραφείς, με κάθε κόστος, ανεξαρτήτως ιστορικής περιόδου, με όχημα την θεωρία «των δύο άκρων». Για χάρη της μετάδοσης αυτού του ιδεολογικού μηνύματος προσπαθούν να στήσουν το συγκεκριμένο επιστημονικοφανές σχήμα, γράφοντας ένα πολυσέλιδο εκλαϊκευτικό πόνημα.

Γλιστερό το έδαφος για τους Καλύβα-Μαραντζίδη, διότι για να αποδεχθεί το συγκεκριμένο σχήμα ο αναγνώστης, οφείλει να λησμονήσει το προφανές και οφθαλμοφανές: τον ίδιο τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, την ίδια την γερμανική κατοχή, το γεγονός ότι στη βάση του ναζισμού βρίσκεται ο αντικομουνισμός, και τόσα άλλα. Βέβαια, το τί αποτελεί «προφανές», σήμερα και κυρίως αύριο, δεν είναι δεδομένο εκ των προτέρων – το αντίθετο, μάλιστα. Και σε τελική ανάλυση, αυτό είναι που οφείλει να μας προβληματίζει, αφού ούτε οι νεκροί δεν είναι ασφαλείς.

[i] «Εθνικολαϊκιστικού» ή «εθνολαϊκού» (σ. 510); Οι συγγραφείς θα μπορούσαν να μας διαφωτίσουν, κάποια στιγμή, αν αντιπαλεύουν τον πρώτο, μαζί με τον Ελεφάντη, τον Πανταζόπουλο και πολλούς άλλους, ή αν αναφέρονται στον λόγο διαφόρων εθνοτήτων, λχ των ιθαγενών της Βολιβίας υπό τον Μοράλες.

CLOSE
CLOSE