Πέντε χρόνια μετά την επιβολή των πιο σκληρών μέτρων λιτότητας, που βύθισαν την ελληνική οικονομία στην άβυσσο της ύφεσης, αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι (και οι Έλληνες θιασώτες τους) επιστρέφουν στη θεωρία του «καλού» και του «κακού» μαθητή της Τρόικας. Μετά την κατάρρευση των θεωριών του ελληνικού «success story» η μόνιμη επωδός των μνημονικών δυνάμεων είναι ότι «οι άλλοι τα κατάφεραν να βγουν από τα μνημόνια». Πως πραγματικά ορίζεται όμως η «επιτυχία»;

Τον τίτλο του «καλύτερου μαθητή του μήνα» έλαβε πρόσφατα η Πορτογαλία η οποία σύμφωνα με τον Γερούν Ντάισελμπλουμ «αποδεικνύει πόσο γρήγορα μπορεί μια χώρα να ξανασταθεί στα πόδια της εάν δεσμευτεί στις μεταρρυθμίσεις»
Αυτό που πραγματικά ξεχνούν να σημειώσουν βέβαια οι επιτελείς της (πρώην;) Τρόικας είναι ότι ο καταλύτης που επιτάχυνε τον τερματισμό του μνημονίου δεν ήταν η καλή διαγωγή των κυβερνήσεων αλλά η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου που έκρινε για άλλη μια φορά τα μέτρα λιτότητα αντισυνταγματικά. Σε συνδυασμό με την καταβαράθρωση του κυβερνώντος δεξιού κόμματος, το οποίο έχασε 12,4%, στις ευρωεκλογές, οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο αναγκάστηκαν να χαλαρώσουν προσωρινά την ολομέτωπη επίθεση στους Πορτογάλους προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα. «Εξοργίζομαι όταν μας παρουσιάζουν σαν παράδειγμα προς τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, τη στιγμή που 300.000 νέοι άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα» μου εξηγούσε πρόσφατα ο Πορτογάλος συγγραφέας και δημοσιογράφος Jorge Costa.

Ο συνομιλητής μου, μού περιγράφει την ολοκληρωτική απαξίωση του συστήματος υγείας και εκπαίδευσης που άφησε πίσω της η Τρόικα. Ο τόνος της φωνής του όμως σκληραίνει περισσότερο όταν μιλά για το σταδιακό ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας της Πορτογαλίας σε μια πρώην αποικία της – την Αγκόλα – η οποία με τις ευλογίες της τρόικας ελέγχει πλέον σημαντικό τμήμα του τραπεζικού και ενεργειακού τομέα της χώρας και εξαγοράζει σταδιακά τα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης της Πορτογαλίας.

Ανάλογα συναισθήματα κλαυσίγελου φαίνεται πως προκαλεί και στους Ιρλανδούς η άποψη ότι πρέπει να αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση και για την Ελλάδα. Εκτός από τα κύματα μετανάστευσης, που δεν έχουν προηγούμενο τις τελευταίες δεκαετίες, η Ιρλανδική κοινωνία δεν μπορεί να συνέλθει από τις περικοπές κοινωνικών δαπανών κατά 28 δις ευρώ (20% του ΑΕΠ) που επέβαλε η τρόικα. Το δημόσιο χρέος της Ιρλανδίας παραμένει μη βιώσιμο και το κράτος πληρώνει δυο φορές περισσότερα για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων από τα κεφάλαια που δαπανά για τις υποδομές. Η μεγαλύτερη απειλή όμως μετά την επέλαση της τρόικας είναι η εκτίναξη των προσωπικών χρεών των νοικοκυριών που φτάνουν μέχρι και το 204% του εισοδήματος (φαινόμενο με δραματικές διαστάσεις κυρίως στις παραγωγικές ηλικίες 35-44 ετών).

Με προσοχή και από απόσταση θα πρέπει να λέει κανείς και στους Ισπανούς πολίτες ότι αποτελούν παράδειγμα για την Ελλάδα. Με το αντιπολιτευόμενο Podemos να κυριαρχεί στις δημοσκοπήσεις και τους Καταλανούς να φλερτάρουν με την απόσχιση, σαν απάντηση και στα απάνθρωπα μέτρα λιτότητας της Μαδρίτης, δύσκολα μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι ο πληθυσμός ένοιωσε κάτι από… success story. Διατηρώντας σταθερά τα δεύτερα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, μετά την Ελλάδα (26% στο σύνολο του πληθυσμού και 53% μεταξύ των νέων) οι Ισπανοί βλέπουν τις τράπεζες, που χρηματοδοτήθηκαν με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ από την κυβέρνηση και την τρόικα, να τους παίρνει τα σπίτια δημιουργώντας μια στρατιά 40.000 αστέγων.

Είναι γεγονός ότι σε όλες τις χώρες από όπου πέρασε η Τρόικα η κατάσταση είναι σχετικά καλύτερη από αυτή της Ελλάδας. Μια σημαντική όμως παράμετρος των «πακέτων διάσωσης» η οποία σπάνια αναφέρεται είναι ότι σε καμία χώρα της Ευρώπης (αλλά ενδεχομένως ούτε και του Τρίτου Κόσμου) δεν δοκιμάστηκαν τόσο ακραία μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής όσο στην Ελλάδα. Η πτώση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 25% δεν έχει προηγούμενο σε καιρό ειρήνης ενώ η μείωση έως και κατά 33-35% της αγοραστικής δύναμης του μέσου νοικοκυριού δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με τις μειώσεις κατά 6% με 11% που παρατηρήθηκε τα προηγούμενα χρόνια σε χώρες όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία ή ακόμη και η Κύπρος. Η Τρόικα δηλαδή, έχοντας επίγνωση της βιβλικής καταστροφής που έφερε η λιτότητα στην ελληνική οικονομία δεν τόλμησε να επιβάλλει τόσο σκληρά μέτρα σε οποιαδήποτε χώρα. «Το ελληνικό πρόγραμμα λιτότητας ήταν πολύ πιο καταστροφικό από αυτό που επιβλήθηκε στην Πορτογαλία», μου εξηγούσε προ ημερών ο Jorge Costa.

Η ταχύτερη ανάκαμψη λοιπόν των υπολοίπων οικονομιών της ευρωζώνης είναι φυσιολογικό να είναι ταχύτερη – τουλάχιστον στα χαρτιά καθώς σε όλες τις περιπτώσεις οι επιπτώσεις της μνημονιακής λαίλαπας είναι εμφανείς σε κοινωνικό επιπεδο. «Πουθενά αλλού δεν συνέβη αυτό που έγινε στην Ελλάδα. Κανένας δεν είχε ύφεση για έξι χρόνια. Κανένας δεν έχασε το ένα τέταρτο της παραγωγής του» μου εξηγούσε πριν από μερικές βδομάδες ο Μάρκ Βάισμπροτ, για να καταλήξει πως «η χώρα θυσιάστηκε για να μείνει στο ευρώ».

Μια ακόμη χώρα η οποία παρουσιάζεται σαν πρότυπο «καλού μαθητή» του ΔΝΤ είναι και η Τουρκία η οποία φαίνεται να απέφυγε την ολοκληρωτική κατάρρευση της οικονομίας της συνεργαζόμενη στενά με τον διεθνή οικονομικό οργανισμό. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης παραλείπουν να αναφερθούν στην περίοδο μετά τη δεκαετία του ’80 όταν τα γιατροσόφια του ΔΝΤ για την αντιμετώπιση του στασιμοπληθωρισμού μέσω της απελευθέρωσης της αγοράς συναλλάγματος έστρεψαν την οικονομία από την αληθινή παραγωγή στην χρηματιστηριακή κερδοσκοπία και τελικά οδήγησαν στην μεγάλη κρίση του 2001.
Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί δυστυχώς τουρκικό προνόμιο. Σύμφωνα με τον νομπελίστα οικονομολόγο Τζόζεφ Στίγκλιτζ, «υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι οικονομικές κρίσεις του 1997 στην ανατολική Ασία, του 1998-2002 στη Λατινική Αμερική (κυρίως στην Αργεντινή και τη Βραζιλία), του 1998 στη Ρωσία και του 2001-2002 στην Τουρκία είναι αποτέλεσμα της απελευθέρωσης της αγοράς κεφαλαίων που επιβλήθηκε στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες». Η επιβολή τέτοιων κανόνων είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνουν οι οικονομίες αυτές στην κατηγορία των «περιφερειακών» δυνάμεων, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια εκβιομηχάνισης και ανάπτυξης.

Η διαφορά με την Τουρκία, όπως έχουν ομολογήσει στον γράφοντα, στελέχη του ΔΝΤ, είναι ότι μετά την κρίση του 2001 «η τουρκική οικονομία έτυχε προνομιακής μεταχείρισης από το διεθνή οργανισμό με αμιγώς πολιτικά κριτήρια» – δηλαδή με εντολές του Λευκού οίκου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Παρόλα αυτά η τουρκική οικονομία δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από την εξάρτηση της σε κερδοσκοπικές ροές κεφαλαίων που καθιστούν την οικονομία ένα γίγαντα με πήλινα πόδια.
Οι θεωρίες των «καλών μαθητών» των μνημονίων και της τρόικας καταρρέουν αν κοιτάξει κανείς την πραγματική εικόνα των κοινωνιών που αφήνουν πίσω τους οι πολιτικές λιτότητας. Ακόμη όμως και αν ορισμένοι μαθητές παίρνουν ελαφρώς καλύτερο βαθμό από την Ελλάδα θα πρέπει κανείς να αναλογιστεί εάν διαγωνίστηκαν στα ίδια θέματα ή τα θέματα των εξετάσεών τους ήταν ελαφρώς πιο… βατά.

Άρης Χατζηστεφάνου για το περιοδικό «Επίκαιρα»

CLOSE
CLOSE