Ενα ταξίδι στη χώρα που μάγεψε τον Οργουελ, τον Κίπλινγκ και τον Μπρεχτ και έζησε για έναν αιώνα στη σκιά τριών «αυτοκρατοριών».

►Αποστολή Μιανμάρ

Χρειάζεται να περιπλανηθείς μερικά μόνο λεπτά στους δρόμους της Γιανγκόν, πρωτεύουσας της Μιανμάρ, μέχρι τη στιγμή που κάποιος μικροπωλητής θα επιχειρήσει να σου πουλήσει ένα βιβλίο του Τζορτζ Οργουελ με τον τίτλο «Μέρες της Βιρμανίας».

Ο πλανόδιος βιβλιοπώλης έχει την αξιοπρέπεια του κατοίκου μιας χώρας που δεν έχει γνωρίσει ακόμη την επέλαση των τουριστικών ορδών από τη Δύση.

Το βιβλίο που σου προσφέρει, όμως, εξηγεί ίσως με τον καλύτερο τρόπο γιατί εσύ βρίσκεσαι στη θέση του «εύπορου» τουρίστα και αυτός παραμένει ένας πλανόδιος μικροπωλητής.

Στις «Μέρες της Βιρμανίας» ο Οργουελ εκθέτει τις απόψεις του για τη Bρετανική Αυτοκρατορία μέσα από ένα ερωτικό μυθιστόρημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία από την εποχή που υπηρετούσε στη χώρα σαν διοικητής της αυτοκρατορικής αστυνομίας.

Πολιτικά αμορφοποίητος ακόμη, ο συγγραφέας του «1984» και της «Φάρμας των Ζώων» θα γνωρίσει στη Βιρμανία τις καταστροφικές επιπτώσεις του βρετανικού imperium σε μια τεράστια χώρα, η έκταση της οποίας ξεπερνά σε μέγεθος ακόμη και τη Γαλλία.

«Βρέθηκα στην αστυνομία για πέντε χρόνια» θα γράψει μερικά χρόνια αργότερα «και στο τέλος μισούσα τον ιμπεριαλισμό τον οποίο υπηρετούσα. Για να μπορείς να μισείς τον ιμπεριαλισμό πρέπει να αποτελείς κομμάτι του».

 

Στο βιβλίο του ο Οργουελ μπορεί να δίνει σάρκα και οστά στο μίσος του για την απάνθρωπη συμπεριφορά των αποικιοκρατών, ποτέ όμως δεν χαρίζεται και στους Βιρμανούς.

Γνωρίζει πολύ καλά ότι μια αυτοκρατορία για να επιβάλει την κυριαρχία της χρειάζεται κάθε είδους δωσίλογους και ντόπιους προδότες που θα υπηρετήσουν τους κατακτητές με μεγαλύτερο σθένος και από τους ίδιους.

Στις αφηγήσεις του οι αποικιοκράτες είναι πάντα κακοί – οι τοπικοί συνεργάτες τους όμως είναι γλοιώδη υποκείμενα.

Σύμφωνα μάλιστα με νεότερους αναλυτές του έργου του, ο Οργουελ εμπνέεται από τη Βιρμανία την έννοια του απολυταρχικού καθεστώτος, το οποίο διαπερνά το μελλοντικό του έργο.

Αρκετοί ακόμη μεγάλοι δημιουργοί του 19ου και του 20ού αιώνα θα εντυπωσιαστούν ή θα αηδιάσουν από τις επιπτώσεις της βρετανικής αποικιοκρατίας στην Βιρμανία.

Ο Κίπλινγκ γράφει το περίφημο ποίημά του Μάνταλεϊ (το όνομα της παλιάς πρωτεύουσας της χώρας, την οποία ο ίδιος δεν επισκέφθηκε ποτέ) και περιγράφει τη νοσταλγία των Βρετανών στρατιωτών για τις νεαρές ερωμένες που αφήνουν πίσω καθώς επιστρέφουν στο Λονδίνο (συχνά βιασμένες και με ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες).

Αρκετές δεκαετίες αργότερα ο Φρανκ Σινάτρα θα μελοποιήσει το ποίημα του Κίπλινγκ, ενώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ θα στηριχθεί σε αυτό για να δημιουργήσει αρκετούς από τους αντι-ήρωές του, που ζουν και εργάζονται στη Βιρμανία.

Αυτή η αποικιακή «σκουριά» είναι ακόμη και σήμερα ορατή σε κάθε γωνία της Γιανγκόν.

 

Κολοσσιαία κτίρια, που κάποτε φιλοξενούσαν τον διοικητικό μηχανισμό της Bρετανικής Αυτοκρατορίας, είτε ρημάζουν εγκαταλελειμμένα είτε χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα από έναν κρατικό μηχανισμό που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τις πιο σκοτεινές ημέρες τη βρετανικής κατοχής.

Ο παραλογισμός του δικτατορικού καθεστώτος, που κυβερνά εδώ και δεκαετίες τη χώρα, είναι εμφανής σε κάθε σου βήμα.

Αρκεί να κοιτάξεις τα δεξιοτίμονα αυτοκίνητα (χαρακτηριστικό κάθε πρώην βρετανικής αποικίας) που κινούνται πλέον στη δεξιά λωρίδα – καθώς έτσι αποφάσισαν πριν από μερικά χρόνια οι στρατηγοί.

Για τα λεωφορεία αυτό σημαίνει ότι ο οδηγός σταματά στη δεξιά πλευρά του δρόμου και όταν ανοίγει την πόρτα οι επιβάτες δεν κατεβαίνουν στο πεζοδρόμιο αλλά στη μέση της λεωφόρου – για να γίνουν εύκολη «λεία» για τα διερχόμενα αυτοκίνητα.

Οσο εύκολο είναι όμως να κατηγορήσεις το δικτατορικό καθεστώς για κάθε τι στραβό που επικρατεί στη χώρα τόσο εύκολο είναι να ξεχάσεις τις ευθύνες των υπερδυνάμεων για τις συνθήκες που επικράτησαν από το τέλος της δεκαετίας του ’60.

Για την ακρίβεια η δριμύτητα με την οποία τα δυτικά μέσα ενημέρωσης ασκούν κριτική στο καθεστώς της Μιανμάρ είναι ευθέως ανάλογη των εμπορικών και στρατιωτικών σχέσεων που συνάπτει η Γιανγκόν με τους εμπορικούς τους αντιπάλους και συγκεκριμένα με την Κίνα.

Σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν οι στρατηγοί άνοιγαν τις πόρτες τους σε πολυεθνικές της Δύσης, οι ναυαρχίδες του αμερικανικού και του ευρωπαϊκού Τύπου σιωπούσαν για τη φρικτή κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το 1988, παραδείγματος χάριν, όταν η χούντα σκότωσε περίπου 3.000 διαδηλωτές η Δύση έστρεψε το βλέμμα μακριά.

Ηταν η εποχή που μια νεαρή αστική τάξη και η στρατο-γραφειοκρατία άνοιγαν τις πόρτες τους στην οικονομία της αγοράς και υποδέχονταν εταιρείες όπως η αμερικανική Halliburton (του Αμερικανού πρώην αντιπροέδρου Ντικ Τσένι), η Unocal και η γαλλική Total.

Μερικά χρόνια αργότερα αμερικανικά δικαστήρια απέδειξαν ότι ορισμένες από τις πολυεθνικές χρησιμοποιούσαν Βιρμανούς σκλάβους, που τους προσέφερε το καθεστώς σαν δωρεάν εργατικό δυναμικό.

Από το 2007 όμως, όταν το καθεστώς άλλαξε γεωπολιτική ρότα και υποδέχθηκε την κινεζική επιχειρηματική διείσδυση, ο αμερικανικός Τύπος θυμήθηκε αίφνης την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τα κουφάρια της βρετανικής αποικιοκρατίας κυριαρχούν ακόμα στην πρωτεύουσα της Μιανμάρ

Η λεγόμενη Βαθυκίτρινη Επανάσταση (Saffron Revolution), δηλαδή οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις χιλιάδων βουδιστών μοναχών, χαιρετίστηκαν σαν τη Βιρμανική Ανοιξη που θα φέρει το τέλος στο απολυταρχικό καθεστώς των στρατηγών.

Αυτό που πραγματικά ενοχλούσε βέβαια τα αγγλοσαξονικά ΜΜΕ δεν ήταν τα βασανιστήρια των πολιτικών κρατουμένων και η διαφθορά των στρατηγών αλλά ότι μέσω της Μιανμάρ η Κίνα αποκτούσε πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό, ενώ παράλληλα άνοιγε μια νέα αγορά για τα οπλικά της συστήματα και ετοιμαζόταν να υφαρπάξει τα πλούσια ενεργειακά κοιτάσματα που ανακαλύπτονταν συνεχώς σε πολλές περιοχές της χώρας.

Ηταν η εποχή που άρχισε να ανατέλλει και το άστρο της αντικαθεστωτικής αγωνίστριας Αούνγκ Σαν Σου Κι, η οποία λίγα χρόνια αργότερα θα βραβευτεί με το Νόμπελ Ειρήνης ενώ βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Σήμερα η νομπελίστρια της ειρήνης έχει μετατραπεί σε απόλυτο ποπ σύμβολο της νέας κουλτούρας που πνέει σε όλη τη χώρα.

Αν καταφέρεις να αποφύγεις τους πλανόδιους μικροπωλητές, που επιχειρούν να σου εγχειρίσουν το βιβλίο του Οργουελ, είναι αμφίβολο αν θα ξεφύγεις από εκείνους που θέλουν να σου πουλήσουν την εικόνα της Αούνγκ Σαν Σου Κι σε μπλουζάκι, τσάντα, ημερολόγιο ή κονκάρδα.

Το πρόβλημα, όμως, όπως μας δίδαξε και η ποπ λατρεία του Τσε Γκεβάρα, είναι ότι ένα σύστημα σε κάνει μπλουζάκι και αφίσα όταν πλέον αισθάνεται ότι δεν απειλείται από εσένα.

Και οι στρατηγοί της Βιρμανίας φαίνεται ότι βρήκαν ένα modus vivendi με την αγωνίστρια της δημοκρατίας.

Αφού επέτρεψαν τη διεξαγωγή εκλογών, στις οποίες η Αούνγκ Σαν Σου Κι θριάμβευσε συγκεντρώνοντας το 80% των ψήφων, ετοιμάζονται να της παραδώσουν την εξουσία σε λίγους μήνες.

Η «συμφωνία» όμως περιέχει και μερικά ψιλά γράμματα, στα οποία οι δυτικοί παρατηρητές δεν φάνηκε να δίνουν ιδιαίτερη σημασία: Το στρατιωτικό κατεστημένο θα διατηρήσει τον έλεγχο των σημαντικότερων υπουργείων (Αμυνας, Εσωτερικών και Φύλαξης Συνόρων) ενώ θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να παίρνει τον έλεγχο του υπουργείου Οικονομικών, εάν το κρίνει απαραίτητο.

Παράλληλα η νέα ηγέτις θα πρέπει να κυβερνά δι’ αντιπροσώπων, αφού το Σύνταγμα της απαγορεύει (με φωτογραφικό τρόπο) να αναλάβει την προεδρία από τη στιγμή που παντρεύτηκε ξένο υπήκοο και έχει δυο παιδιά με βρετανική υπηκοότητα.

Θα καταφέρει άραγε η επαναστάτρια, που έγινε T-shirt, να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο;

Θα μπορέσει να ισορροπήσει μεταξύ της στρατιωτικής γραφειοκρατίας και των νέων οικονομικών ελίτ, που επιθυμούν μια αστικού τύπου δημοκρατία με περαιτέρω άνοιγμα στην οικονομία της αγοράς;

Η οικογένειά της πάντως φαίνεται ότι διατηρεί στο DNA της την ικανότητα να ισορροπεί στις τεκτονικές πλάτες των υπερδυνάμεων κάθε εποχής.

Ο πατέρας της, που σήμερα θεωρείται εθνάρχης της Βιρμανίας, αρχικά συμμάχησε με την αυτοκρατορική (και φιλοφασιστική) Ιαπωνία για να αποτινάξει τον αποικιακό ζυγό των Βρετανών και στη συνέχεια επέστρεψε στην αγκαλιά του Λονδίνου για να απομακρύνει τα ιαπωνικά στρατεύματα, που συμπεριφέρονταν σαν στρατός κατοχής.

Σήμερα κυκλοφορεί και αυτός σε T-shirt για όλα τα μεγέθη.

this is not a coup
Info
►Διαβάστε

Μέρες της Βιρμανίας (εκδόσεις Κάκτος), Το πρώτο μυθιστόρημα του Τζορτζ Οργουελ, βασισμένο σε προσωπικές εμπειρίες από τη βρετανική αποικιοκρατία στη Βιρμανία. Ισως όχι το καλύτερο έργο του αλλά παρ΄ όλα αυτά συναρπαστικό.
►Ακούστε

Der Song von Mandelay, Η παρακμή που παράγει μια αυτοκρατορία σε ένα τραγούδι με τη ματιά του Μπέρτολτ Μπρεχτ και τη μουσική του Κουρτ Βάιλ. Αναζητήστε την εκτέλεση της Λότε Λένια.

Μάνταλεϊ, Ο Κίπλινγκ πέρασε (αλλά δεν ακούμπησε) από την πραγματικότητα της Βιρμανίας και κατέληξε να γράφει ποιήματα για τη νοσταλγία των Βρετανών στρατιωτών.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών 23/01/2016

20
CLOSE
CLOSE