Ήταν αρχές του 1997 όταν ο Ντάστιν Χόφμαν και ο Ρόμπερτ ντε Νίρο πρωταγωνίστησαν σε μια προφητική ταινία με τίτλο «Ο Πρόεδρος, ένα Ροζ Σκάνδαλο και ένας Πόλεμος» για τις μεθόδους προπαγάνδας που χρησιμοποιεί η αμερικανική κυβέρνηση προκειμένου να αποκρύψει σημαντικά γεγονότα από τη διεθνή κοινή γνώμη. Στην ταινία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ προκειμένου να συγκαλύψει ένα σεξουαλικό σκάνδαλο, που ξεσπά δυο εβδομάδες πριν από τις προεδρικές εκλογές, αναθέτει στον σύμβουλο επικοινωνίας του να σκηνοθετήσει έναν ψεύτικο πόλεμο με την Αλβανία.

Ένα χρόνο αργότερα και ενώ η Αμερική συγκλονιζόταν από το σεξουαλικό σκάνδαλο του Κλίντον με την Μόνικα Λεβίνσκι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έδινε εντολή στο Πεντάγωνο να βομβαρδίσει ένα εργοστάσιο φαρμάκων στο Σουδάν. Από την επίθεση σκοτώθηκε μόνο ένας υπάλληλος, αρκετές ανθρωπιστικές οργανώσεις όμως υποστηρίζουν ότι δεκάδες χιλιάδες άτομα υπέφεραν ή πέθαναν από τις ελλείψεις βασικών φαρμάκων που προκλήθηκαν από την καταστροφή του εργοστασίου.

Αν και η αμερικανική κυβέρνηση επιχείρησε να παρουσιάσει την επίθεση σαν απάντηση στα τρομοκρατικά χτυπήματα που είχαν δεχθεί αμερικανικές πρεσβείες στο Νταρ ελ σαλάμ της Τανζανίας και στο Ναΐρόμπι της Κένιας αλλά και να συνδέσει τους ιδιοκτήτες του εργοστασίου με την Αλ Κάιντα, ήταν προφανές ότι η χρονική στιγμή της επίθεσης εξυπηρετούσε την επικοινωνιακή προσπάθεια του Κλίντον να ελέγξει τις επιπτώσεις από το σκάνδαλο Λεβίνσκι.

Αρκετοί θυμήθηκαν αυτό το καλοκαίρι την ταινία του Μπάρι Λέβινσον αλλά και τον βομβαρδισμό του εργοστασίου φαρμάκων στο Σουδάν όταν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ διέταξε το αιφνιδιαστικό κλείσιμο 19 πρεσβειών στον αραβικό και ισλαμικό κόσμο με πρόσχημα «πληροφορίες» για ενδεχόμενη επίθεση από μαχητές της Αλ Κάιντα. Ίσως για πρώτη φορά δεκάδες αναλυτές και έντυπα σε όλο τον κόσμο καταδίκασαν ανοιχτά την αμερικανική κυβέρνηση ότι επιχειρεί να αποπροσανατολίσει τη διεθνή κοινή γνώμη από το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων της NSA, αδιαφορώντας, μάλιστα, για τις γεωπολιτικές και διπλωματικές παρενέργειες που μπορεί να έχει η απόφασή της.

Πρώτος έσυρε το χορό των καταγγελιών ο γνωστός δημοσιογράφος της εφημερίδας Guardian Γκλεν Γκρίνγουολντ – ο άνθρωπος που βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τον Έντουαρντ Σνόουντεν, που έφερε στο φως το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων. Μιλώντας στο ανεξάρτητο δίκτυο Democracy Now o Γκρίνγουολντ συνέκρινε την κυβέρνηση Ομπάμα με τις χειρότερες ημέρες του δίδυμου Μπους – Τσένι, όταν οι αμερικανικές υπηρεσίες συνήθιζαν να ανακαλύπτουν «συμπτωματικά» κινδύνους εθνικής ασφάλειας κάθε φορά που ο πρόεδρος βρισκόταν αντιμέτωπος με δύσκολες καταστάσεις στην εσωτερική ή την εξωτερική πολιτική. Είναι χαρακτηριστικό ότι ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας για υποτιθέμενες τρομοκρατικές επιθέσεις – οι οποίες δεν έγιναν ποτέ – πραγματοποιήθηκαν όταν ήρθε στο φως το πρόγραμμα παρακολουθήσεων Αμερικανών πολιτών από το FBI.

Στην τωρινή περίπτωση βέβαια το κλείσιμο 19 πρεσβειών – κίνηση που δεν έχει προηγούμενο ούτε κατά τη διάρκεια πολεμικών συρράξεων – εξυπηρετεί και ένα δεύτερο στόχο εκτός από τον αποπροσανατολισμό: Λίγες μόνο ώρες μετά την ανακοίνωση της απόφασης αρκετοί γερουσιαστές των Δημοκρατικών αλλά και πολλά φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης σημείωναν με νόημα ότι αν η NSA δεν παρακολουθούσε εκατομμύρια πολίτες σε όλο τον πλανήτη οι αμερικανικές αρχές δεν θα ήταν σε θέση να συλλέξουν τις πληροφορίες για επερχόμενη τρομοκρατική επίθεση… που τους ανάγκασε να κλείσουν τις πρεσβείες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μακρά ιστορία σε επικοινωνιακές μεθόδους αποπροσανατολισμού της κοινή γνώμης. Τις περισσότερες φορές, συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου, εξυπηρετούν δυο ή περισσότερους πολιτικούς στόχους φροντίζοντας ώστε ο μιντιακός «θόρυβος» που πραγματοποιεί ο ένας να καλύπτει τις κινήσεις τους στον άλλο. Ο βομβαρδισμός του εργοστασίου στο Σουδάν λόγου χάρη εξυπηρετούσε τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ουάσινγκτον στην ευρύτερη περιοχή αλλά πρωτίστως κάλυπτε, όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες, το θόρυβο από το σκάνδαλο Λεβίνσκι.

Σε άλλες περιπτώσεις το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο καλύπτουν τις κινήσεις τους πίσω από κάποιο διεθνές γεγονός μεγάλης εμβέλειας. Το σημαντικότερο σχετικό παράδειγμα ήταν η εισβολή στον Παναμά το 1989, η οποία πραγματοποιήθηκε τις ημέρες που κατέρρεε το καθεστώς του Τσαουσέσκου στη Ρουμανία. Η επίθεση θα είχε τεράστιο επικοινωνιακό κόστος αν κυριαρχούσε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης για μια σειρά από λόγους: Καταρχήν γιατί σύμφωνα με ανθρωπιστικές οργανώσεις οδήγησε στο θάνατο 3.000 αμάχων στην λεγόμενη «πίσω αυλή» των ΗΠΑ. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Ουάσινγκτον, προκειμένου να εξασφαλίσει τον έλεγχο της διώρυγας του Παναμά, έπρεπε να ανατρέψει τον πρόεδρο Νοριέγκα ο οποίος στο παρελθόν υπήρξε πράκτορας της CIA με στενούς δεσμούς με τον τότε διευθυντή της υπηρεσίας και μετέπειτα πρόεδρο Τζορτζ Μπους αλλά και ύποπτες διασυνδέσεις με τα μεγαλύτερα καρτέλ ναρκωτικών που δρουν σε αμερικανικό έδαφος.

Τις επικοινωνιακές πρακτικές της Ουάσινγκτον ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αρκετές κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο. Το 1990, λόγου χάρη, όταν πύκνωναν τα αμερικανικά σχέδια εισβολής στο Ιράκ, η τότε Σοβιετική Ένωση εκμεταλλεύτηκε το γεγονός για να φυγαδεύσει από τη Γερμανία τον Έρικ Χόνεκρ. Ο πρώην ηγέτης της ανατολικής Γερμανίας κατηγορούνταν για το θάνατο 192 ανατολικογερμνανών που σκοτώθηκαν στην προσπάθειά τους να εγκαταλείψουν τη χώρα. Αν και η φυγάδευσή του έγινε με κινηματογραφικό τρόπο, μέσω της τελευταίας στρατιωτικής βάσης που διατηρούσε η σοβιετική ένωση στη Γερμανία, η Μόσχα κατάφερε να περιορίσει αισθητά το πολιτικό κόστος «θάβοντας» την επιχείρηση κάτω από το επικοινωνιακό θόρυβο του πρώτου πολέμου στον περσικό Κόλπο.

Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα και ενώ η Ουάσινγκτον χτυπούσε τα τύμπανα του πολέμου για τον δεύτερο και καθοριστικότερο «Πόλεμο του Κόλπου», οι Αμερικανοί διπλωμάτες κατάφεραν να θάψουν αρκετές ακόμη «υποθεσούλες» τους από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Τη στιγμή που όλη η ανθρωπότητα παρακολουθούσε σε ζωντανή σύνδεση τον τότε υπουργό Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ να ανακοινώνει ότι το Πεντάγωνο ήταν πλέον έτοιμο για την επίθεση εναντίον του Ιράκ, πηγές του υπουργείου του ανακοίνωναν την αποστολή εκατοντάδων Αμερικανών στρατιωτών στις Φιλιππίνες. Το γεγονός ότι η υπερδύναμη ξεκινούσε έναν ακόμη πόλεμο (αυτή τη φορά εναντίον των ανταρτών της ισλαμικής οργάνωσης Αμπού Σαγιάφ αλλά και αριστερών κινημάτων) ήταν στην καλύτερη περίπτωση δεύτερη είδηση και πέρασε στα «ψιλά» της διεθνούς ειδησεογραφίας.

Αποτέλεσε λοιπόν το κλείσιμο 19 πρεσβειών ένα ακόμη επικοινωνιακό τρικ με πολλούς αποδέκτες ; Η κυβέρνηση Ομπάμα φαίνεται να επαναλαμβάνει τις πρακτικές του προέδρου Μπους χωρίς να τηρεί ούτε τα προσχήματα και κυρίως, θα υποστηρίξουν αρκετοί επικριτές της, χωρίς να σέβεται τη νοημοσύνη δισεκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Αύγουστος 2013

Σχετικά θέματα:
Οι ερπύστριες των media

CLOSE
CLOSE